ΞΕΡΩ ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΜΑΓΙΚΗ

 

Είμαι μόνιμος κάτοικος Θεσσαλονίκης από τότε που γεννήθηκα. Την αγαπώ αυτήν την πόλη. Είναι άλλωστε η μακροβιότερή μου σχέση, 20 χρόνια και συνεχίζουμε. Υπάρχουν χιλιάδες πράγματα να αγαπήσεις στην πρωτεύουσα της καρδιάς μου και θα επιστρέφει συνέχεια ως κεντρικό θέμα των κειμένων μου.

Είχα την τύχη να έχω ιδιαίτερα ομιλητικό πατέρα όσον αφορά την ιστορία της κι όσο μεγαλώνω με συναρπάζει ολοένα και περισσότερο. Είχα επίσης την τύχη να φαίνεται από το παράθυρο του μπάνιου της γιαγιάς μου ο Λευκός Πύργος (βλέπε Φιλικής Εταιρίας SKG). Κι αν παρακολουθήσει κανείς το γενεαλογικό μου δέντρο θα καταλάβει την εκπληκτική σειρά συμπτώσεων που έλαβαν χώρα για να φτάσω να γεννηθώ εγώ στην κλινική Τατιάνα της Θεσσαλονίκης.

Το πιο εντυπωσιακό πράγμα στη Θεσσαλονίκη, για εμένα, είναι η εγγύτητα όλων των πραγμάτων: από τότε που ήμουν πιο μικρός, με μάγευε πως σε ένα νοητό ορθογώνιο παραλληλόγραμμο (χοντρικά λευκός πύργος-ροτόντα από τη μία και πλατεία Αριστοτέλους-άγαλμα του Βενιζέλου από την άλλη) μπορεί κανείς να κάνει τα πάντα. Προφανώς η Θεσσαλονίκη έχει πολύ παραπάνω ζουμί από αυτό το σχήμα που περιέγραψα, το οποίο πήρε -στο περίπου- ο Δήμος και έκανε το “Thessaloniki Outlet Mall”, ένα υπαίθριο εμπορικό κέντρο.

Το άλλο υπέροχο πράγμα στην πόλη αυτή είναι το πως αν κατέβεις στο κέντρο χωρίς να έχεις κανονίσει απολύτως τίποτα και με κανέναν, ντυμένος με σκισμένη φόρμα, σαγιονάρα με κάλτσες και μπλούζα «Ολυμπιακοί Αγώνες Αθήνα 2004» με τον Φοίβο και την Αθηνά σε πορτοκαλί χρώμα, κινδυνεύεις να βρεθείς την άλλη μέρα το πρωί σουρωμένος στο λιμάνι να αναρωτιέσαι τι ακριβώς συνέβη.

Αυτή είναι η μαγεία της Θεσσαλονίκης. Είναι πολύ μεγάλη, αλλά ταυτόχρονα πολύ μικρή. «Μια τεράστια οικογένεια» για πολλούς, «ένα τεράστιο κρεβάτι» για πολλούς κακοπροαίρετους. Είναι τοποθετημένη στο μεταίχμιο μεταξύ μεγαλούπολης και κωμόπολης, αλλά είναι πιο ωραία και από τις δύο.

Είμαι κι εγώ από αυτούς τους ρομαντικούς που απολαμβάνουν μια βόλτα στο κέντρο. Αλλά στη Θεσσαλονίκη αυτό είναι πολύ διαφορετικό. Θα συναντήσεις τους γνωστούς-άγνωστους, και εννοώ τους τρελούς της καρδιάς μας. Για παράδειγμα, ο τύπος που ρευόταν δυνατά κάθε 30 δευτερόλεπτα. Αυτός πλέον σοβαρεύτηκε και πουλάει κουλούρια στην στάση της Καμάρας, από την πάνω πλευρά της Εγνατίας.

Ο τύπος που κηρύττει έξω από το κυλικείο της βιβλιοθήκης την περίοδο της εξεταστικής, ο γέρος που πουλάει λαχεία και στα χτυπάει στην πλάτη όταν δεν τον βλέπεις, η επιθετική γιαγιά που έρχεται σαν κομάντο από πίσω σου και φωνάζει ΜΙΣΟ ΕΥΡΩ ΕΧΕΤΕ ΝΑ ΜΟΥ ΔΩΣΕΤΕ και ο αγαπημένος μου παππούς που πουλάει στυλό και όταν δεν τα αγοράζεις σε βρίζει και σου λέει «εμ βέβαια, τόσα έχεις και τίποτα δε δίνεις». Αυτή τη Θεσσαλονίκη γνώρισα και δεν την αλλάζω με τίποτα.

Μια μέρα λοιπόν στο κέντρο περπατούσα στην Αλεξάνδρου Σβώλου και είδα έναν συμπαθητικότατο κύριο να κουρεύεται στο πεζοδρόμιο. Μοντέρνο κούρεμα, τσιγάρο και διπλός εσπρέσο. Αγαπώ την ικανότητα της Θεσσαλονίκης να ξεπερνάει τον εαυτό της και την ικανότητά μας να προσαρμοζόμαστε και να μας φαίνεται πλέον φυσιολογικό.

Σαν ιδιοκτήτης GoPro που σέβεται τον εαυτό του, την είχα μαζί μου. Πήγα λοιπόν δειλά δειλά και τους ζήτησα να απαθανατίσω τη στιγμή και ο τύπος μου απάντησε: «εννοείται αγόρι μου, γιατί νομίζεις ότι κουρεύομαι εδώ έξω;» Στο ρομαντικό μου μυαλό ο τύπος αυτός δεν κουρευόταν έξω για διαφημιστικούς σκοπούς, αλλά ας είναι. Τα μέσα αγιάζουν τον σκοπό.

Η Θεσσαλονίκη είναι πολύ καλή στο να σου φτιάχνει το κέφι, αφού πρώτα στο έχει πατήσει κάτω σαν γόπα από τσιγάρο. Είσαι κολλημένος στην κίνηση 1μιση ώρα, δεν βρίσκεις πουθενά παρκάρισμα, το βάζεις σε ένα πάρκινγκ στο οποίο θα πληρώσεις 10 ευρώ για δύο ώρες και 3 λεπτά: «φίλε χρεώθηκε και η τρίτη ώρα, δε φταίω εγώ, βάλ’ τα με τον χρόνο».

Βγαίνεις από το πάρκινγκ γεμάτος νεύρα, ιδρωμένος, η πόλη να είναι ένα καμίνι και να βράζει και έρχεται ο λουλουδοπώλης με το μουστάκι, το κουστούμι, σκασμένος στον ιδρώτα αλλά με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά και σου λέει «μην σκας άνθρωπέ μου, πάρε ένα λουλούδι για τη γυναίκα της ζωή σου». Και κάπως έτσι εμένα μου φτιάχνει η διάθεση. Και ναι, θα πάρω όλο το μπουκέτο φίλε (ακόμα κι αν χρεώνεις 3 ευρώ το μαραμένο τριαντάφυλλο).

Για εμένα, ο κάθε «άγνωστος» στη Θεσσαλονίκη απέχει «δυο χέρια»: θα ξέρει κάποιον που ξέρεις. Κι αν δε με πιστεύετε φίλοι Θεσσαλονικείς, τολμήστε το. Μιλήστε σε έναν άγνωστο και δείτε πως τελικά δεν είναι. Προσέξτε μόνο μην είναι πολύ περίεργος εμφανισιακά, γιατί τότε κακό του κεφαλιού σας. Είπαμε, ωραία η Θεσσαλονίκη, αλλά μην το ξεφτιλίσουμε.

Advertisements
Tagged with: