6 ΜΗΝΕΣ ΑΚΑΠΝΟΣ

 

Πέρασαν κι όλας 6 μήνες. Μου φαίνεται λιγότερο να πω την αλήθεια. Μου φαίνεται σαν χθες που από τα λεφτά μου κρατούσα ένα τάλιρο πάντα για τσιγάρα και έφευγα από το σπίτι με το τσεκ «κινητό, πορτοφόλι, κλειδιά, τσιγάρα». Κατέβαινα κάτω και «γαμώτο, αναπτήρας». Έτσι ανέβαινα να πάρω και ξανακατέβαινα.

Οι περισσότεροι ωστόσο δεν ανεβαίνουν για τον καταραμένο τον αναπτήρα. Μάλλον αυτός είναι ο βασικός λόγος που δεν είχα ποτέ αναπτήρα: πάντα μου τον καβάτζωναν. Όλοι μας έχουμε έναν φίλο που κρατάει τους αναπτήρες μας σε ένα συγκεκριμένο μέρος στο σπίτι του. Ο βασικός νόμος του αναπτήρα είναι πως εάν βρίσκεται σε κοινή θεά είναι διαθέσιμος. Ας πρόσεχες.

Ήμουν λοιπόν από αυτούς που δεν είχα τελειώσει μπικ αναπτήρα, ποτέ. Και πιστεύω πως η μπικ επίτηδες βάζει εξτρά αέριο και για τον αγοραστή, αλλά και για τον μετέπειτα καβατζωτή του αναπτήρα. Με τους μυστήριους που αγόραζαν κάτι περίεργους αναπτήρες όπως «κρίκετ» ή «κλίπερ» δεν μιλάω. Οι γονείς μου μου το απαγόρευσαν.

Ακόμα και σήμερα που είμαι μαντράχαλος και έχω πατήσει τα 20 νιώθω άσχημα που παραδέχομαι μπροστά στους γονείς μου ότι κάποτε κάπνιζα. Το είχαν καταλάβει καιρό, αλλά εγώ δεν το παραδεχόμουν ποτέ. Ήταν το κοινό μυστικό μας, καθώς η μαμά πάντα συμμάζευε τα φιλτράκια, τα χαρτάκια και τους αναπτήρες που ήταν πεταμένοι από δω κι από κει και τα έβαζε όλα σε ένα εμφανές σημείο στη μέση του γραφείου μου.

Τώρα που το σκέφτομαι, λέτε η μάνα μου να μου έκλεβε τους αναπτήρες και να κατηγορώ τζάμπα τους φίλους μου τόσα χρόνια; Μάνα, πώς μπόρεσες;

Πέρασαν έξι μήνες λοιπόν. Θυμάμαι ακόμα τις πρώτες φορές που κάπνισα. Αγοράσαμε πριν χρόνια με έναν φίλο μου έναν καπνό Old Holborn κίτρινο, λογικά με πράσινα –των αρχαρίων με τα κοψίματα στις γωνίες- χαρτάκια. Ο καπνός αυτός πήγε 2 μήνες και μετά κάπου τον δώσαμε, γιατί καπνίζαμε μία φορά την εβδομάδα, κρυμμένοι.

Το κάπνισμα όταν ήμασταν τόσο μικροί ήταν κατακριτέο και από τους συνομηλίκους. Θυμάμαι περιπτώσεις συμμαθητών που μας κοιτούσαν υποτιμητικά και μας ρωτούσαν «καλά, καπνίζετε;» και μετά από κάνα δυο χρόνια το ξεκινούσαν. Έτσι είναι το τσιγάρο, τραβηχτικό. Έχει μια μυστήρια γλύκα, για όλους τουλάχιστον που το συνέδεσαν με μια δόση παρανομίας.

Κάπνιζα στριφτά τσιγάρα. Στην αρχή ήταν εξαιρετικά δύσκολο να τα στρίβω και με θυμάμαι να τα παρατάω άπειρες φορές. Στην πορεία έγινε ευκολότερο, και ευκολότερο, και ευκολότερο, έως ότου έγινε προέκταση του χεριού μου. Το συνέδεσα με πράγματα από τα οποία ίδρωσα να το αποσυνδέσω. Και είμαι τυχερός γιατί το έκανα νωρίς.

Δεν δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα να το κόψω. Χρειάστηκα μόνο τη σωστή ώθηση. 3 μήνες μετά το κόψιμο του τσιγάρου ξεκίνησα και διατροφή και έχασα 15 κιλά μέχρι το σήμερα. Το τσιγάρο ήταν η αχίλλειος πτέρνα μου, η πέτρα του σκανδάλου μου, ένας πόλεμος εναντίον μου τον οποίο κήρυξα εγώ και πήρα την απόφαση να τον λήξω επίσης. Η πιο ύπουλη κακή συνήθεια που σε κρατά πίσω χωρίς να το καταλαβαίνεις.

Με εκνεύριζαν πάντα αυτοί οι οποίοι κουνούσαν το δάχτυλό τους μπροστά μου και μου έλεγαν ότι κάνω κακό στον εαυτό μου, σαν να μην το ήξερα. Νομίζω πως ο κάθε καπνιστής ξέρει τι κάνει στον εαυτό του και το τελευταίο που χρειάζεται είναι έναν τύπο να του το υπενθυμίζει. Δεν ξέρω τι είναι ωστόσο πιο θλιβερό, να το συνειδητοποιεί ή όχι;

Αγαπούσα ωστόσο τις μοναδικές στιγμές που ήμουν ολομόναχος και κάπνιζα. Άκουγα μόνο το κάψιμο του τσιγάρου και τις σκέψεις μου. Αυτό είναι το χειρότερο στο τσιγάρο: σε κάνει να το αγαπήσεις, να το βάλεις στη ζωή σου και να το κυνηγάς.

Το τσιγάρο συνδέει. Με συνέδεσε με φίλους που κάναμε τράκες ο ένας από τον άλλον. Το τσιγάρο συνδέει γιατί οι ματιές των καπνιστών συναντώνται. «Κι εσύ; Κι εγώ.» Η πιο τραγική στιγμή είναι ωστόσο αυτή που αποσυνδέει, μου σκορπά, που ξεσκίζει. Εγώ έχασα τον παππού μου από αυτό. Δεν μου πήρε τον πατέρα, ο οποίος το έκοψε χρόνια πριν. Ο πατέρας μου στα 45, εγώ στα 20, ο γιος μου ποτέ.

Κάνε μια χάρη στον εαυτό σου. Σήμερα κι όλας.

 

 

Advertisements
Tagged with: