ΤΟΣΑ ΔΙΝΩ, ΠΟΣΑ ΘΕΣ;

 

…στα Λαδάδικα πουλάνε αυτό που θες. Ή τουλάχιστον, έτσι έλεγε ο Μητροπάνος. Για όσους δεν ξέρουν, τα Λαδάδικα είναι μια περιοχή στη Θεσσαλονίκη. Κατά βάση, είναι μια ιστορική συνοικία και χωρίζεται στα Λαδάδικα και τα άνω Λαδάδικα, κάτω και πάνω από την Τσιμισκή, αντίστοιχα. Πρέπει να μοιραστώ μαζί σας το μεγάλο μου πρόβλημα, καθώς μετά το προηγούμενο κείμενο στο οποίο χρησιμοποίησα γραφομηχανή (βλέπε Typewriter Stories), πλέον κοπανάω τα κουμπιά του λάπτοπ με τέτοια μανία που θα μου μείνει στα χέρια. Καταραμένη τεχνολογία.

Λαδάδικα ονομάζονται γιατί ήταν μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές συνοικίες, όπου τα καταστήματα χονδρικής πουλούσαν κυρίως ελαιόλαδο. Η λέξη κλειδί είναι το «πουλούσαν» και ο χρόνος κλειδί ο παρατατικός, γιατί τα Λαδάδικα πέρασαν από χίλια μύρια κύματα, από την μεγάλη πυρκαγιά και την εμφάνιση πολλών κόκκινων φαναριών στην περιοχή μέχρι τον μεγάλο σεισμό και την ανακήρυξή τους σε περιοχή ύψιστης πολιτισμικής σημασίας από το Υπουργείο Πολιτισμού.

Πλέον, τα Λαδάδικα μπορούν κάλλιστα να μετονομαστούν σε Ταβερνάδικα ή Τουριστάδικα, διότι πλέον στα Λαδάδικα η αναλογία έχει ως εξής: 100 Γερμανοί με σανδάλι και μακριά άσπρη κάλτσα και 0 ελιές. Ωστόσο, η ιστορική ονομασία δεν άλλαξε και δεν πρέπει να αλλάξει, καθώς όλοι οι τουρίστες σε ρωτούν με αγωνία: «εξκιούζ μι, γουέρ ιζ λαντάντακα/λανταντίκο/λανταντά (ντάρι-ντάρι, στο γιαλό πετούν οι γλάροι);» Κι εσύ τους απαντάς με χαρακτηριστική ευκολία «γιου γκόου λεφτ κι όλο ευθεία φρεντ».

Είναι αλήθεια πως στα λαδάδικα λειτουργούν σχεδόν αποκλειστικά ταβέρνες και μπαρ. Αυτό φυσικά δεν είναι κακό σε καμία περίπτωση, εκτός κι αν είσαι ελαιολαδοπώλης. Αν είσαι ελαιολαδοπώλης, ρίξε μεγάλη κατάρα στο Υπουργείο Πολιτισμού για το κακό που σε βρήκε και πήγαινε να πουλήσεις το ελαιόλαδό σου αλλού. Δεν ανήκεις πχια εδώ.

Στα Λαδάδικα διοργανώνονται φεστιβάλ, όπως το γνωστό φεστιβάλ μπύρας που έγινε τώρα πρόσφατα. Θα περιμένατε να γράψω γι’ αυτό και να ανεβάσω καμιά φωτογραφία, αλλά δεν πήγα. Δεν μπορώ να ακούω γκρίνιες, καλά;

Το πιο υπέροχο πράγμα στα σημερινά Λαδάδικα είναι προφανώς το «Λαϊκόν», το σουβλατζίδικο/κρεατοπωλείο/ψητοπωλείο γωνία Πολυτεχνείου και Αιγύπτου. Τα σουτζουκάκια του είναι μαγευτικά. Τα σουβλάκια του επίσης, αλλά μεταξύ μας το καλύτερο σουβλάκι στη Θεσσαλονίκη το έχω φάει στη Άγρια Δύση, deep in the Wild Wild West, στον Ζυγό, που βρίσκεται πάνω στη Λαγκαδά.

Σε ένα τέτοιο σουβλατζίδικο, περιτριγυρισμένος από πρόσωπα όχι και τόσο φιλικά και όχι ιδιαίτερα χαρωπά, θα ήθελα φίλε Αθηναίε να παραγγείλεις «ένα σουβλάκι καλαμάκι» ή πώς αλλιώς το παραγγέλνετε. Αν βγεις από το μαγαζί αρτιμελής, θα σε έχουν αναγκάσει πρώτα να φας όλα τα καλαμάκια, και όχι, δεν εννοώ τα σουβλάκια. Δέχομαι πως σε μεγάλωσαν με λάθος αρχές με αποτέλεσμα να λες το σουβλάκι καλαμάκι. Αλλά το να πας εκεί μέσα και να πεις «θέλω ένα καλαμάκι», είναι ένα τέλειο παράδειγμα εφαρμογής της φυσικής επιλογής του Δαρβίνου.

Τα λαδάδικα αντιθέτως είναι μία πιο φιλική, μία κατεξοχήν τουριστική περιοχή, η οποία, ωστόσο, σε πολλούς ανθρώπους ξυπνά μνήμες από μια διαφορετική Θεσσαλονίκη. Μια Θεσσαλονίκη που δυστυχώς δεν πρόλαβα να γνωρίσω, αλλά έχω ακούσει πολλά γι’ αυτήν από παππού κι από πατέρα.

Μία Θεσσαλονίκη που δυσκολεύεσαι να αναγνωρίσεις κοιτώντας το Tapas Bar ή όλα τα μπαρ στην Αιγύπτου. Πού είναι τα γραφικά μαγαζιά; Πού είναι οι συμπαθητικοί πωλητές με την άγρια φωνή; Γιατί ακούγεται μια χασμωδία από διαφορετικές μουσικές, στον κάποτε κοινωνικό ναό της Θεσσαλονίκης; Τα Λαδάδικα έχουν σίγουρα αλλάξει πρόσωπο από αυτό που ήταν παλαιότερα, και η πρόοδος έχει βρει τον τρόπο της να τρυπώσει με καφέ και μπαράκια αραδιασμένα εδώ κι εκεί.

Μας χαρίζουν γάιδαρο και τον κοιτάμε στα δόντια, έχω να πω εγώ. Είναι υπέροχα στα λαδάδικα. Μια απλή βόλτα θα σας πείσει. Ας σταματήσουμε να αναπολούμε μια περασμένη εποχή. Τα Λαδάδικα θα πουλάνε πάντα αυτό που θες. Λίγο φαγητό, μια καλή παρέα και ρετσίνα. Μια συνταγή που, ό,τι κι αν υπάρχει γύρω σου, θα είναι πάντα επιτυχημένη.

Άνθρωποι θα υπάρχουν πάντα να ακουμπάν δειλά ή μη το χαρτζιλίκι τους, ακόμη και για λόγους απείρως αθωότερους από αυτούς που τραγούδησε ο Μητροπάνος. Σε κάθε περίπτωση, ό,τι κι αν είναι αυτό που θες, το πουλάνε στα Λαδάδικα.

Εκτός κι αν ψάχνεις για λάδι. Τότε, τα μπογαλάκια σου και σε άλλη παραλία.

Advertisements