Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΥΠΕΡΣΙΒΗΡΙΚΟΣ

 

Ένα δίλημμα που θέτουμε συχνά στον εαυτό μας, όσον αφορά τα κοντινά κατά κύριο λόγο ταξίδια, είναι το «τρένο ή αεροπλάνο;» Ένα δίλημμα που θέτουμε συχνά οι περίεργοι στον εαυτό μας είναι το «τρένο ή τραίνο;» Δε θέλω να κουράσω με ορθογραφικές παρατηρήσεις (το σωστό είναι με «ε» καθώς αποτελεί δάνειο και γράφεται με απλοποιημένη ορθογραφία), όχι, σας παρακαλώ, σταματάω, μη κλείνετε τη σελίδα!!!

Όσοι λοιπόν θέτετε τα παραπάνω διλήμματα στον εαυτό σας είναι προφανές πως δεν έχετε ταξιδέψει 15μιση ώρες σε ρωσικό τρένο. Εκεί, τα συχνότερα διλήμματα είναι: «να φάω ληγμένα μακαρόνια ή ληγμένα μπιφτέκια;», «να κοιμηθώ με το δεξί ή το αριστερό μάτι ανοιχτό;» και «να κοιμηθώ κάτω ή πάνω από τον σουρωμένο Ρώσο που μυρίζει βότκα και αμαρτία;» Μετά από 15μιση ώρες δε σε νοιάζει πια αν το τρένο γράφεται με «αι» ή «ε» καθώς η ορθογραφική σου ηθική έχει πιάσει πάτο και το μόνο πράγμα που σε ενδιαφέρει σχετικά με το τρένο είναι το «πότε θα φύγω από εδώ μέσα».

Το τρένο με το οποίο ταξίδεψα δεν ήταν ο Υπερσιβηρικός. Ήταν ένα κλασικό τρένο που ακολουθούσε τη διαδρομή Σαράτοφ-Μόσχα. Στα παιδιά μου θα λέω ότι ήταν ο Υπερσιβηρικός και χρειάστηκε να παλέψω για τη ζωή μου με 3 Ρώσους και μία αρκούδα στους -10 βαθμούς, όμως στην πραγματικότητα είχε 30 βαθμούς, χρειάστηκε να παλέψω μόνο για να ανοίξω το αναθεματισμένο το –αψόγως ελληνιστί- «ερκοντίσιο» και κοιμόμουν με μία δικηγόρο, έναν δημόσιο υπάλληλο και μία κοπέλα που μοιάζει εντυπωσιακά στη θεία μου τη Δέσμα.

Στην είσοδό μας στο τρένο καταλάβαμε πως τα πράγματα θα ήταν ολίγον τι στριμόκωλα –από τις αγαπημένες μου λέξεις. Θυμάστε το παιχνίδι στο οποίο έπρεπε να μετακινήσετε κάτι καφέ τουβλάκια με συγκεκριμένη σειρά, ώστε να κάνετε χώρο για να βγει ένα συγκεκριμένο κόκκινο τουβλάκι από μία τρύπα στον τοίχο; Ακριβώς αυτό έπρεπε να κάνω κι εγώ για να βάλω τις βαλίτσες στη θέση τους. Απλώς, το κόκκινο τουβλάκι ήταν οι βαλίτσες, τα καφέ τουβλάκια ήμουν εγώ, η θεία Δέσμα, η δικηγόρος, ο δημόσιος υπάλληλος και τα παντοφλίνια που η εταιρία μας προσέφερε για δική μας διευκόλυνση (μη χέσω), και η τρύπα στον τοίχο μη σας πω τι κατέληξε να είναι. What happens in a Russian train, stays in the Russian train.

Αφού λοιπόν παίξαμε τέτρις σε χώρο 2 επί 1 μέτρα, ήρθε η ώρα να βολευτούμε. Χαχαχα. Να σημειώσω πως εκείνη τη στιγμή είχε 30 βαθμούς, η αίσθηση ήταν 50 βαθμοί και στο τρένο επικρατούσε ένα ποτ-πουρί διακοσίων διαφορετικών ιδρωτίλων –σοβιετικών και μη. Όταν επιτέλους αναχώρησε το τρένο (να σημειωθεί πως αναχώρησε ακριβώς στην ώρα του) άρχισε να λειτουργεί το ερκοντίσιο και τα πράγματα έγιναν πολύ, πολύ καλύτερα. Αυτό φυσικά κράτησε για μισή ώρα, μέχρι που έφεραν το γεύμα-πακέτο με το εισιτήριο. ΠΡΟΣΟΧΗ: αν έχετε την επιλογή «με γεύμα/χωρίς γεύμα», για το καλό το δικό σας, των συγγενών σας, των συνταξιδιωτών σας και των συγκατοίκων σας στο κουπέ, παρακαλείσθε όπως επιλέξατε «χωρίς γεύμα». Θα με θυμηθείτε.

Η τουαλέτα στο τρένο είναι μικρή, αλλά είναι βολική. Είμαι σίγουρος όμως πως κάπου υπάρχει μία κρυφή κάμερα στην τουαλέτα, η οποία καταγράφει τις αντιδράσεις των ταξιδιωτών όταν πατάνε το καζανάκι. Κάπως έτσι θα ηχούν οι σάλπιγγες που θα σημάνουν το τέλος του κόσμου, κάπως έτσι ηχεί ο διάβολος όταν μεταμφιέζεται σε πειρασμό και σου ρουφάει την ψυχή. Πατώντας το διαβολικό κουμπί του καζανακίου ανοίγεις τις πύλες της κολάσεως, ακούγεται ένας απόκοσμος ήχος και σε κάνει να αναρωτιέσαι «εντάξει ρε παιδιά, τόσο χάλια ήταν αυτά τα μακαρόνια τέλος πάντων;»

Στο μακρύ αυτό ταξίδι απαγορευόταν δια ροπάλου το τσιγάρο και το αλκοόλ –δική μας έστω προέλευσης- σε όλο το μήκος του τρένου. Αυτός ο κανόνας μεταφράστηκε σε «απαγορεύεται να σας δούμε να πίνετε και να καπνίζετε». Έτσι, κανένας σε αυτό το τρένο δε μας είδε να καπνίζουμε και να πίνουμε. Λογικά, μας είδαν από τις κάμερες και μας κατάλαβαν επειδή κάθε κουπέ μύριζε σαν καπηλειό, αλλά δεν μπορούσαν να αποδείξουν τίποτα. Χιπς.

Μετά από έναν εξαιρετικό –χωρίς καμία ειρωνεία- ύπνο στην πάνω δεξιά κουκέτα του κουπέ, ξύπνησα και κατάλαβα πως είχα ρίξει το κινητό μου στο –αψόγως ελληνιστί- «δόξα πατρί» της δικηγόρου που κοιμόταν από κάτω μου. Όχι που θα την άφηνα έτσι που μου πήρε το καλό κρεβάτι. Μετά από δεύτερη σκέψη, χάρηκα πολύ επειδή έτσι όπως κουνούσε, θα μπορούσα να έχω πέσει εγώ στο κομοδίνο με το «δόξα πατρί». Το κινητό ήταν ένα μικρό τίμημα.

Αφού έπλυνα τα δόντια μου με την οδοντόκρεμα και την οδοντόβουρτσα που μας προσέφερε γενναιόδωρα η σιδηροδρομική εταιρεία και το στόμα μου μύριζε λίγο χειρότερα από ότι μύριζε πριν τα πλύνω, κατευθύνθηκα προς το βαγόνι ρεστοράν και με έδιωξαν κλοτσηδόν γιατί δεν είχε ανοίξει το βαγόνι ρεστοράν. Επίσης, είμαι 99% σίγουρος πως η υπεύθυνη του διπλανού βαγονιού με μπέρδεψε με τον ηθοποιό που έπαιζε τον κακό στην αγαπημένη της ταινία. Τίποτα άλλο δεν μπορούσε να εξηγήσει το βλοσυρό της βλέμμα κάθε φορά που έμπαινα στο βαγόνι της. Πώς λέμε στα ρωσικά «σιγά κυρά μου, δε σε είπαμε και καμπούρω»;

15μιση ώρες, 3 νευροκαβαλικέματα, 20 βότκες και 25 «Μόσχα, αργείς;;;» αργότερα, πατήσαμε το πόδι μας στη Μόσχα. Μία εβδομάδα μετά, σας λέω με σιγουριά πως θα ήθελα να έχει κανένα εμπόδιο στις γραμμές, να κρατήσει το ταξίδι λίγο παραπάνω.

Το βασίλειό μου για έναν αυτόχειρα.

Advertisements