ΖΩ ΜΟΝΑΧΑ ΕΝ ΛΕΥΚΑΔΙ

Η Λευκάδα κερδίζει με διαφορά τον τίτλο του αγαπημένου μου νησιού στην Ελλάδα –έως τώρα τουλάχιστον. Ίσως φταίει λίγο το Ιόνιο, ίσως φταίει το γεγονός ότι συνδέεται με την ηπειρωτική Ελλάδα με γέφυρα και δεν χρειάζεται να μπαίνεις στη διαδικασία να ψάχνεις καράβι και να νοικιάζεις αμάξι, ίσως πάλι φταίει πως η δυτική της πλευρά είναι βγαλμένη από τη σφαίρα της φαντασίας ενός μικρού παιδιού. Σε όλες τις περιπτώσεις, στη Λευκάδα δε θα χορτάσει εύκολα το μάτι σου.

Να σημειωθεί και να υπογραμμιστεί πως στην Λευκάδα είχα την παρθενική μου εμπειρία με GoPro, και μάλιστα όχι με δική μου GoPro. Αυτό συνέβη πέρυσι, όταν ήρθα διακοπές στο νησί με την πρώην μου, η οποία είχε μόλις αγοράσει τη GoPro και εγώ την κοιτούσα σαν κομμάτι από το φεγγάρι. Αν νομίζεις τώρα εσύ (ναι, σε εσένα μιλάω) πως είσαι η αιτία και το θεμέλιο αυτού του μπλογκ, μάθε πως εναλλακτικά μπορεί να τιτλοφορηθεί «πώς να αξιοποιήσετε έστω και στο ελάχιστο τη GoPro που χρυσοπληρώσατε» (προκλητικό βήξιμο).

Με τη Λευκάδα λοιπόν με συνδέουν πολλά. Εκτός από τις back-to-back διακοπές που κάνω εδώ, στη Λευκάδα τραβήχτηκε η πρώτη selfie με GoPro που ανέβασα στο Instagram, ή αλλιώς «η πηγή του κακού» για τους followers μου γιατί έκτοτε τους έχω σπάσει τα νεύρα. Καταλαβαίνουμε λοιπόν πως η Λευκάδα αποτελεί κομβικό σημείο στη ζωή μου και θα αναφέρεται στο μέλλον ως ο κρυφός μου παράδεισος: ο Παπαδιαμάντης είχε τη Σκιάθο, ο Σερβετάς θα έχει τη Λευκάδα (SOS Πανελληνίων 2084 στη Νεοελληνική λογοτεχνία).

Αυτές οι back-to-back διακοπές θα ονομαστούν για λόγους διευκόλυνσης «μέρα» και «νύχτα», γιατί είναι διαμετρικά αντίθετες. Πέρυσι ήρθα με την κοπέλα μου. Φέτος ήρθα με 5 μαντραχαλαίους, τεκμηριώνοντας την Πλατωνική θέση πως η ιστορία αποτελεί παρακμή. Πέρυσι έτρωγα σαν χήνα που προορίζεται για foie gras (αψόγως ελληνιστί «φουαγκρά»), έκανα μπάνιο στη θάλασσα και κοιμόμουν. Φέτος τρώω μια φορά τη μέρα σαν να ήταν το τελευταίο μου γεύμα, σκαρφαλώνω στα κατσάβραχα των παραλιών της Λευκάδας σαν το κατσίκι για να αποφύγω τους τουρίστες και κοιμάμαι με 5 γομάρια.

Η παρέα 6 αγοριών έχει κάποια προφανή μειονεκτήματα. Είμαστε κάπως ακατάστατοι, το ζευγάρι με το τρίχρονο κοριτσάκι που μένει από κάτω σκέφτεται να εγκαταλείψει τη Λευκάδα τη δεύτερη μέρα των διακοπών και όπου και να πάμε ο κόσμος αραιώνει σαν να μυρίζουν τα πόδια μας, το οποίο δια του λόγου το αληθές φοβάμαι πως δεν αποκλείεται κι όλας. Έχουμε μία εντυπωσιακή ικανότητα να διώχνουμε τον κόσμο. Αυτό όμως είναι ένα εξαιρετικό προσόν στις παραλίες της Λευκάδας.

Στο Κάθισμα, μία από τις γνωστότερες παραλίες της Λευκάδας, πήγαμε και κάτσαμε τέρμα δεξιά, πάνω σε κάτι κατσάβραχα. Μόνο σε μια τέτοια θέση θα μπορούσαμε να αποκτήσουμε τόσους κάλους στα πόδια, όμως μόνο σε μια τέτοια θέση θα μπορούσαμε να ανακαλύψουμε τόσο μαγευτικά σκηνικά, όπως υπόγειες σπηλιές, νερά με χρώμα πολύ πιο μπλε από όσο μπορείς να φανταστείς και, φυσικά, βράχους για βουτιές. Μαμά, αν διαβάζεις ακόμα, φορούσα ζακέτα στη βουτιά!

Αυτοί οι βράχοι έχουν κάποια κακά: καταρχάς, όταν σκαρφαλώνεις πάνω τους και πας να βουτήξεις, νιώθεις πως θα πηδήξεις από τα 50 μέτρα. Κοιτώντας τον βράχο από μακριά, καταλαβαίνεις ότι είναι 7 μέτρα και ξενερώνεις πάραυτα.

Εγώ σε κάθε βουτιά που έκανα είχα, προφανώς, τη GoPro στο χέρι. Έλα όμως που σε μια βουτιά μου έφυγε από το χέρι. Εκείνη τη στιγμή ξύπνησε μέσα μου ο Ζακ Υβ Κουστώ και βούτηξα με μανία για να σώσω τη GoPro την οποία έβλεπα σιγά σιγά να βυθίζεται στο καταγάλανο Ιόνιο, το οποίο εκείνη την ώρα έβριζα με ταχύτητα 3 καντήλια το δευτερόλεπτο (candleholder/sec είναι η επίσημη μονάδα μέτρησης αγανάκτησης).

Εδώ βλέπετε μία φωτογραφία που αποδεικνύει πως μου αρέσουν οι βουτιές και δε βουτάω μόνο για τη φωτό. Ε, ρε, τι τραβάμε για ένα άρθρο. Μεγάλη η χάρη σας.

Άλλοι βουτάνε και δροσίζονται, άλλοι βουτάνε και ζορίζονται.

Advertisements
Tagged with: