ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΟΥ ΜΕΡΟΣ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΟΔΙ

Οι μνήμες μου από αυτό το μέρος με πάνε χρόνια πίσω, σε καιρούς ως επί το πλείστον γυμνασιακούς. Στο Ποσείδι –και δεν εννοώ τη φοιτητική κατασκήνωση, εννοώ το χωριό- ερχόμουν πολύ όταν ήμουν γυμνάσιο, γιατί είχε «τζέρτζελο», «σουσού», «μασλάτι». Έπαιρνα λοιπόν το ΚΤΕΛ το οποίο με κατέβαζε έξω από τη φοιτητική κατασκήνωση και περπατούσα την οδυνηρή απόσταση κάμπινγκ – χωριό Ποσειδίου. Και εκεί άρχιζαν όλα.

Το «τζέρτζελο» δεν ήταν στο χωριό. Ήταν από την άλλη μεριά της μύτης, στον οικισμό «Αιγαιοπελαγίτικα», όπου η πλειοψηφία των ενοίκων κουβαλά τα κακά χαρακτηριστικά που χρειάζονται για να ονομάσεις τον οικισμό σου «Αιγαιοπελαγίτικα». Οι ένοικοι του οικισμού δεν γουστάρουν τους ξένους. Σε αντιμετωπίζουν σαν τσιγγανάκι το οποίο μιαίνει τον ιερό τόπο τους, μέχρι το δευτερόλεπτο που θα τους πεις ποιον γνωρίζεις μέσα από τον οικισμό. Τότε γίνεσαι «ένας από εμάς», «αχ βρε, δε το ‘λεγες πιο νωρίς, και νόμιζα είσαι κανένας παρακατιανός». Επικρατεί το γνωστό, υπέροχο, επαρχιακό «τίνος είσαι εσύ;»

Στα Αιγαιοπελαγίτικα μάλιστα υπάρχει ένας πολύ hardcore ιδιωτικός οικισμός στο τέρμα του δρόμου, ο οποίος φυλάσσεται με πύλη. Φήμες λένε πως εκεί μένει η Μαρινέλλα, αλλά εάν δει κανείς την πόρτα θα πεισθεί πως μένει το λιγότερο ο Leonardo di Caprio. Δεν έχω μπει ποτέ εκεί μέσα. Ωστόσο, ξέρω παιδιά που μένουν εκεί μέσα. Όταν τα είδα πρώτη φορά, τα σκούντηξα πρώτα με ένα ξυλάκι για να δω τι σόι πράμα είναι, τώρα να βγήκες από ‘κει μέσα απλό δεν είναι, ποιος ξέρει τι κουμάσια είναι. Ωστόσο, παρά την εξαιρετικά ιδιαίτερη κατοικία τους, εκτελούν όλες τις φυσιολογικές ανθρώπινες λειτουργίες όπως όλοι οι άλλοι (αναπνοή, πέψη, ερεθιστικότητα κλπ κλπ), παρά το γεγονός ότι για κάποιον λόγο τους χωρίζει μία τρίμετρη πόρτα από τους λοιπούς.

Θα αναρωτηθείτε «και τι σε νοιάζει εσένα ρε κομπλεξικέ πού έχουν σπίτι;», κι εγώ σας απαντώ «16». Τι 16; 16 καταραμένα χιλιόμετρα περπατούσα κάθε μέρα από την άκρη του χωριού μέχρι τα ρημαδιασμένα τα Αιγαιοπελαγίτικα. Η απόσταση είναι ακριβώς 4 χιλιόμετρα. 2 φορές να το κάνεις μπρος πίσω, βγήκε. Αυτήν την απόσταση, ω Θεέ μου αυτήν την απόσταση την έχω διανύσει σε όλες τις ώρες της ημέρας με όλους τους δυνατούς τρόπους. Συνήθως, εάν δεν έχεις αμάξι –που όταν είσαι 16 χρονών καλό θα ήταν να μην έχεις αμάξι- χρειάζεται να κάνεις ότι είναι ανθρωπίνως και υπερανθρωπίνως δυνατόν για να αγγαρέψεις κάποιον συγγενή/γνωστό να σε πετάξει στα Αιγαιοπελαγίτικα, ή να πείσεις κάποιον περαστικό πως δεν σε ενδιαφέρουν τα νεφρά του και θέλεις απλώς να πας στα Αιγαιοπελαγίτικα.

Εγώ περνούσα πάντα για έμπορος οργάνων. Δεν έχει σταματήσει ούτε ένας (ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ!!!) στα τόσα χρόνια μου στο Ποσείδι να με πάρει με αμάξι. Ενώ αν καμια φίλη μου δείξει λίγο πόδι, σταματάνε 3 ταξί, 7 τουρίστες, 2 άμαξες, 3 καμήλες και ένας εκπαιδευμένος Μολοσσός για να την πετάξουν στα Αιγαιοπελαγίτικα. Μιλήστε μου, παρακαλώ, για τα double standards.

Έχω συνδέσει βαθιά τα Αιγαιοπελαγίτικα με έναν φίλο μου, με τον οποίο περάσαμε όλες τις στιγμές ταλαιπωρίας, αγκαζέ. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως νοικιάσαμε δωμάτιο που ονομαζόταν «βίλλα» μαζί με το επώνυμο του ιδιοκτήτη, το οποίο επιλέγω να κρατήσω στο κουτί των αναμνήσεών μου. Στο δωμάτιο αυτό μείναμε μία εβδομάδα και δεν καθαρίστηκε ποτέ. Μετά την τέταρτη μέρα, χρεωνόταν για τετράκλινο, μαζί με τους δύο ποντικούς που έμεναν μαζί μας.

Οι ιδιοκτήτες δεν μας συμπαθούσαν. Τίποτα άλλο δεν μπορεί να εξηγήσει για ποιον καταραμένο λόγο να μην μου έφερναν χαρτί υγείας ενώ τους το ζητούσα επανειλημμένα τρία τέταρτα, με τον συγκάτοικο «επί τω έργω». Τελικά, πήγα στο σουπερμάρκετ και αγόρασα. Επίσης στη «βίλλα» χάλασε και το καζανάκι, οπότε είχαμε ακόμα έναν συγκάτοικο. Αυτός ήταν πολύ ενοχλητικός. Ήταν όλη την ώρα στην τουαλέτα και δεν έβγαινε, ούτε με παρακάλια.

Κάπου λοιπόν ανάμεσα στο οδυνηρό περπάτημα και στα ηθικά διλήμματα που προκύπτουν από την ανάγκη σου να κάνεις ότι μπορείς για να σε πετάξει κάποιος στα Αιγαιοπελαγίτικα –κάποιες φορές, περισσότερα από όσα θα ήθελες να παραδεχτείς- βρίσκονται οι πιο γλυκές και όμορφές μου αναμνήσεις από αυτό το πανέμορφο μέρος. Δε θα ξεχάσω ποτέ τις φωτιές το βράδυ, με τις οποίες είναι θαύμα που δεν κάηκε κανείς. Δε θα ξεχάσω το Αιγαιοπελαγίτικο βόλεϊ, το οποίο είναι μια σκληρή παραλλαγή του μπιτς βόλεϊ, στην οποία ο κανόνας «μην ακουμπάς το φιλέ» γίνεται «γκρέμισε το φιλέ μαζί με τον δελτοειδή μυ του αντιπάλου σου» και το σκορ είναι όσο θέλει ο πιο ισχυρογνώμων. Δε θα ξεχάσω την ταβέρνα των Αιγαιοπελαγίτικων, που ήταν σημείο συνάντησης και αναγκαστικά έκλεισε, λόγω των δύσκολων καιρών.

Δε θα ξεχάσω επίσης ένα βράδυ που ήμασταν φούρκα και για να επιστρέψουμε στο δωμάτιο μας γύρισαν με βάρκα 6 η ώρα το πρωί στα Αιγαιοπελαγίτικα, με εμένα –για κάποιον λόγο- να φοράω μακρύ τζιν με αρβύλες και τον συγκάτοικο να έχει βάλει τα σταράκια του σε μια πλαστική σακούλα για να μην λερωθούν. Στα Αιγαιοπελαγίτικα ξεκίνησε το οδυνηρό περπάτημα, ώσπου σε μια στροφή ξεπρόβαλε ένας φίλος μας με το αμάξι του και μας έκανε νόημα με τα δάχτυλα «ελάτε». Στα μάτια μου, φορούσε φωτοστέφανο.

Οι διακοπές μου στο Ποσείδι ήταν πάντα τόσο επεισοδιακές. Και τώρα που μεγάλωσα και έχω αμάξι, δεν έχει πια τόση πλάκα. Λυπάμαι τα παιδιά που έχουν σπίτι στα Αιγαιοπελαγίτικα. Ποτέ δε θα μάθουν τι εστί να περπατάς τόση ώρα για να πας στα Αιγαιοπελαγίτικα. Καλοκαίρι χωρίς ταλαιπωρία γίνεται; Δε γίνεται.

Advertisements
Tagged with: