Summer in the city

Δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά κάθε καλοκαίρι τυχαίνει να μείνω τουλάχιστον ένα σαββατοκύριακο στην πόλη χωρίς φίλους, γονείς, κοπέλα, γείτονες και οποιαδήποτε μορφή ζωής σε ακτίνα 10 χιλιομέτρων. Η απουσία κοπέλας ενδέχεται να μην έχει σχέση με τα παραπάνω και να αποτελεί μόνιμη κατάσταση η οποία απλώς βρίσκεται σε έξαρση και στη διάρκεια αυτού του σαββατοκύριακου. Σχόλια του τύπου «δες έναν μπακουρόγατο» θα διαγράφονται πάραυτα ως κακόβουλα.

Στη δική μου περίπτωση, ως ανθρώπου που αγαπά βαθιά τον αστικό βίο, ίσως και να αποζητώ στιγμές ηρεμίας και χαλάρωσης στην πόλη. Αναλυτικότερα: αφόρητη ζέστη και νανουριστική πλήξη, ολοήμερη παρακολούθηση σειρών («φιλαράκια» για 100η φορά), μανιώδης αναζήτηση πάσης φύσεως κοινωνικής επαφής. Αυτά τα άκρως μοναχικά διήμερα-τριήμερα-τετραήμερα (παραπάνω κινδυνεύουν να σε βρούνε κουλουριασμένο σε μια γωνία να κλαις) σε κάνουν να αγκαλιάζεις το πόδι όποιου ανθρώπου βλέπεις, για να μην αφήσεις αυτήν την ευκαιρία να πάει χαμένη. Λαμπρό παράδειγμα αποτελεί ο ντελιβεράς: «Είναι 7,60 κύρ…» «Και για πες, πώς πάει το εστιατόριο; Τα βγάζετε πέρα;» «Ε, έτσι κι έτσι, δύσκολοι καιροί… Θέλετε να με πληρώσετε επειδή έχω αφήσει το μηχαν…» «Έλα πώς κάνεις έτσι… Θες να περάσεις να τα πούμε καλ… Στάσου, μην τρέχεις, θα σου άφηνα 8 και τα ρέστα δικά σου!»

Πριν δύο χρόνια έτυχε να περάσω σχεδόν μία εβδομάδα μόνος μου στη Χαλκιδική, χωρίς πολλά λεφτά γιατί τα είχα πιει το περασμένο σαββατοκύριακο. Έκανα υπομονή λοιπόν μέχρι να έρθει η παρέα μου, η οποία συνεχώς έπαιρνε παράταση στην άφιξή της, για δικούς της λόγους. Δυστυχώς για εμένα, είχα αγοράσει τον «επαναστατημένο άνθρωπο» του Αλμπέρ Καμί και τον διάβαζα παράλληλα. Λίγο ο Καμί, λίγο η μοναξιά, λίγο η θάλασσα που την έβλεπα όλη μέρα, δε θέλει πολύ να καταλήξεις σαν τον Καρυωτάκη, να περπατάς με ένα παλτό στη θάλασσα. Τα καλά νέα είναι πως ο Καρυωτάκης απέτυχε και ήταν μέγιστος ψυχάκιας, όλοι εμείς είμαστε σίγουρα σε καλύτερη μοίρα.

Τι ακριβώς μπορείς να κάνεις όμως στην πόλη, όταν είσαι ολομόναχος καλοκαιριάτικα; Για αρχή, μπορείς να προσποιείσαι συνεχώς ότι σου αρέσει. Θα ξυπνάς το πρωί, θα κοιτιέσαι στον καθρέφτη και θα λες: «Είναι τέλεια! Εγώ το επέλεξα αυτό! Χαζοί αυτοί που είναι σε θάλασσες και ακτές! Αυτά τα δάκρυα, είναι δάκρυα χαράς!» Στη συνέχεια, θα μπαίνεις στο ίντερνετ και θα ψάχνεις «τρόποι με τους οποίους μπορείς να πεθάνεις σε θάλασσες και ακτές». Αφού δεις ότι υπάρχουν πάρα πολλοί –μερικοί εξ αυτών εντυπωσιακότατοι- τρόποι να πεθάνεις στη θάλασσα, θα νιώσεις για λίγο ευλογημένος που βρίσκεσαι στην ασφάλεια του σπιτιού σου –για 5 λεπτά. Μετά θα τα ξεχάσεις όλα και θα εύχεσαι να ήσουν σε μία ξαπλώστρα, κι ας παίζουν ρακέτες μπροστά σου, κι ας χρεώνει 4,5 ευρώ τον καφέ το φαρμακείο, συγγνώμη, το μπιτς μπαρ.

Κάνοντας μια βόλτα στην πόλη, θα νιώσεις σαν τον Τσίου. Για όσους δεν ξέρετε ποιος είναι ο Τσίου, να είστε πολύ ευχαριστημένοι με τον εαυτό σας. Ο Τσίου είναι μια ταινία με πρωταγωνιστή ένα πρεζάκι –τον Τσίου- ο οποίος ψάχνει μανιωδώς ηρωίνη στην Αθήνα τον δεκαπενταύγουστο. Πού να βρει ηρωίνη όμως ο Τσίου τον δεκαπενταύγουστο; Εδώ ανθρώπους δεν έχει, βαπόρια θα έχει; Η ταινία αυτή έχει ατάκες που θα μείνουν στην ιστορία. Το πλάνο μας μεταφέρει σε ένα λεωφορείο, όπου ο Τσίου κάθεται με τα πόδια πάνω στην απέναντι καρέκλα –προφανώς χωρίς εισιτήριο. Μπαίνει ελεγκτής και του λέει «Πες μου ρε φίλε, έχεις ή δεν έχεις εισιτήριο;» «Δεν έχω» του λέει ο Τσίου. «Καλά ρε» του λέει ο ελεγκτής «εσύ έτσι κάθεσαι σπίτι σου, με τα πόδια πάνω στις πολυθρόνες;» και του απαντάει ο Τσίου, με μία τσιριχτή πρεζοφωνή «γιατί ρε φίλε, εσύ σπίτι σου κόβεις εισιτήριο;» Μεγάλες στιγμές για τον ελληνικό κινηματογράφο.

Θα ήθελα να σας πληροφορήσω πως αυτή η ταινία έχει βαθμολογία 7.1/10 στο IMDB και από κάτω έχει σχόλια του τύπου «μία από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες όλων των εποχών». Δεν είμαι κριτικός ταινιών, αλλά μου φαίνεται λίγο παρατραβηγμένο σχόλιο, για ταινία με ατάκα «έλα ρε Μαξ, χέσε λίγο την πρέζα μου». Η Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία μάλιστα φρόντισε να την συμπεριλάβει στην συλλογή «Ελληνικό Cult». Τουλάχιστον, πέτυχε διάνα στον τίτλο. Λογικά, τα σχόλια στο IMDB ήταν του σκηνοθέτη, του Τσίου και του ελεγκτή.

Έτσι λοιπόν, τον δεκαπενταύγουστο στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα, γενικά στα μεγάλα αστικά κέντρα, σκεφτείτε πως υπάρχουν και χειρότερα. Σκεφτείτε τον κακομοίρη τον Τσίου και αντλήστε κουράγιο. Στο κάτω κάτω, για την πόλη μου τουλάχιστον που ξέρω, υπάρχουν χίλια μέρη να δείτε –αν δεν λιποθυμήσετε στο μεταξύ από το λιοπύρι.

Αυτή η απουσία κοινωνικών ανταλλαγών, η οποία σε κάποια φάση της ζωής όλων μας είναι ποθητή επειδή θέλουμε τον χρόνο μας και την ηρεμία μας, κάποιες στιγμές περνάει τα όρια και γίνεται επικίνδυνη. Όσο μοναχικοί λύκοι κι αν πείθουμε τους εαυτούς μας ότι είμαστε, χρειαζόμαστε κι από κανέναν να του λέμε μια καλημέρα και μετά ας τον διώχνουμε, ας προσποιούμαστε ότι δεν τον έχουμε ανάγκη κι ότι μας εκνευρίζει που κάθεται εκεί και μας χαλάει τη διαρρύθμιση του τραπεζιού. Κοινωνικό ζώον ο άνθρωπος, κι αν θέλετε να υπογραμμίσετε μία εκ των δύο λέξεων, υπογραμμίστε τη δεύτερη.

 

Advertisements
Tagged with: