ΣΑΝ ΤΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ ΔΕΝ ΕΧΕΙ

Ο δεκαπενταύγουστος στη Χαλκιδική –ειδικά στο πρώτο πόδι της- είναι κάτι το οποίο θέλει να ζήσει όλη η Θεσσαλονίκη. Αρχίζω να υποψιάζομαι –και φοβάμαι πως δεν πέφτω έξω- πως έχουν αρχίσει να έρχονται συστηματικά άνθρωποι εκτός Θεσσαλονίκης στη Χαλκιδική. Καλά ρε, είστε με τα καλά σας; Ξέρετε πόσος κόσμος είναι εδώ πέρα; Δεν χωράμε στη θάλασσα. Πουθενά αλλού δεν έχετε να πάτε;

Προφανώς η απάντηση είναι «όχι». Γιατί άλλωστε να θέλετε να πάτε αλλού; Είναι γνωστό πως «σαν τη Χαλκιδική δεν έχει» -ψηφίστηκε ως η διαχρονικότερη ατάκα όλων των εποχών- και το αποδεικνύει συστηματικά. Δυστυχώς, με κάποιες εξαιρέσεις. Ας πούμε, πόση ώρα μπορεί να χρειαστείτε για να διανύσετε μία απόσταση 16 χιλιομέτρων; Αν είστε με αμάξι, 25 περίπου λεπτά. Αν είστε με τα πόδια, ένα τριωράκι. Αν είστε με αμάξι στο πρώτο πόδι της Χαλκιδικής, μιάμιση ώρα, γιατί περνάτε από το εφιαλτικό μέρος που ονομάζεται «Πευκοχώρι» -το οποίο ο πατέρας μου θα το λέει για πάντα Καψόχωρα, όπως του πρέπει άλλωστε, άντε μη το κάψω- όπου όλοι έχουν κάπου να σταματήσουν και κάτι να κάνουν.

Είναι γεγονός πως –χωρίς καμία υπερβολή- πλέον χρειάζεται περισσότερη ώρα να γυρίσεις στο σπίτι σου από το μπιτς μπαρ, παρά να έρθεις σπίτι σου από τη Θεσσαλονίκη. Μετά από αυτή τη συνειδητοποίηση, η οποία με έκανε να χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο και μετά να γελάω κι από πάνω, αναρωτήθηκα πραγματικά, πώς χωράμε όλοι αυτοί πάνω σ’ αυτό το κομμάτι ξηράς σε σχήμα ποδιού; Πόσους ακόμα να χωρέσει αυτό το μέρος;

Η απάντηση είναι «μην προκαλείς την τύχη σου, ανόητε». Η Χαλκιδική δε θα σταματήσει ποτέ να με εκπλήσσει. Αυτό αποδείχθηκε εμπράκτως 3 βράδια πριν, όταν άνοιξαν αίφνης οι ουρανοί και άρχισε να βρέχει με το τουλούμι –αστραπόβροντα, κεραυνοί, αέρας, οι πετσέτες και τα μαγιό φτερά στον άνεμο- με εμένα να βγαίνω στιγμιαία στο μπαλκόνι για να μαζέψω ό,τι προλάβαινα και να μπαίνω μέσα σαν τον Μιχάλη τον Φελπς μετά από τα 200 πεταλούδα. Έχω πολύ καιρό να δω τόσο νερό μαζεμένο, και την τελευταία εβδομάδα την πέρασα δίπλα στη θάλασσα.

Εγώ και ο φίλος μου λοιπόν ήμασταν κλειδαμπαρωμένοι μέσα στο σπίτι και παρακολουθούσαμε το νερό της βροχής να πέφτει με δύναμη πάνω στα τζάμια –θα ‘λεγες, ίσα που σπάγανε κι όλας, τόσος θόρυβος- με την τηλεόραση να δείχνει όποτε της το επέτρεπε ο καιρός και κανένα καρέ από τους Ολυμπιακούς αγώνες. Επειδή τις προηγούμενες νύχτες είχαμε κάνει ζωή συνταξιούχων στη Χαλκιδική –διάβασμα, τηλεόραση, ύπνος νωρίς- δε θα αφήναμε ένα βροχουλάκι να καταστρέψει την ευκαιρία μας να πάμε σε ένα πάρτι στο Παλιούρι. Έτσι λοιπόν όταν έκοψε λίγο –υπογραμμίστε το λίγο- βάλαμε ρότα προς Παλιούρι, στην πιο άψογη εφαρμογή της έκφρασης «στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα», απλώς, επί της παρούσης, με βάρκα το MiTo.

Στο πάρτι συνειδητοποιήσαμε πως κάθε προσπάθεια αντιγραφής σκηνών που βλέπεις σε ταινίες/βίντεο κλιπ με φοιτητές να πίνουν μέσα σε πισίνα και να χορεύουν κάτω από τη βροχή, είναι πολύ καλύτερο απλώς να τις βλέπεις στην τηλεόραση. Γιατί η τηλεόραση δεν δείχνει τον βάλτο γύρω από την πισίνα, τις παγίδες λάσπης στις οποίες μπορείς να βυθιστείς μέχρι τις μασχάλες και το χαλάκι του αμαξιού μου μετά. Επίσης, η τηλεόραση δε μεταδίδει την πνευμονία της επομένης και τα ακροαστικά σου, τα οποία θα είχαν σίγουρα μεγαλύτερο ενδιαφέρον από το βροχερό αυτό πάρτι.

Στον γυρισμό περάσαμε από κανονικές λίμνες που είχαν δημιουργηθεί στο δρόμο κι εγώ έβγαλα δειλά-δειλά τη GoPro, με τεράστιο φόβο γιατί αν μου έπεφτε, θα έπρεπε να προσλάβω δύτη για να την ανακτήσει από την Περιμετρική οδό Κασσάνδρας. Γυρίσαμε λοιπόν με το χόβερκραφτ σπίτι, μπαίνουμε μέσα να δούμε τηλεόραση –γιατί σαν τη ζωή του συνταξιούχου δεν έχει- και ΤΣΑΦ, πέφτει το ρεύμα.

Κοιμήθηκα με έναν καημό εκείνο το βράδυ: δεν είδα τον προημιτελικό του πινγκ-πονγκ στις γυναίκες. Κοιμήθηκα λοιπόν μακριά από τα φώτα του πολιτισμού, αγκαλιά με το λάπτοπ ως μοναδική πηγή ρεύματος που μπορούσε να φορτίσει το κινητό μου. Το τσιγάρο το έκοψα, το ίντερνετ δε νομίζω να καταφέρω να το κόψω –θα χρειαστώ σίγουρα ψυχολογική υποστήριξη. Θα γίνω internet junkie και θα με βρίσκετε σε σκοτεινά σοκάκια, κουλουριασμένο δίπλα από κάδους με ένα λαμπτήρα να τρεμοπαίζει από πάνω μου να τσεκάρω το homepage στο Facebook.

Με πήρε ο ύπνος με τέτοιες σκέψεις. Όλα πλέον είναι ψηφιακά, κι αν δεν είναι, θα έπρεπε να είναι γιατί όλα έχουν πλέον μονάδα μέτρησης το like. Ξύπνησα τρομαγμένος στις 6 παρά: είχε έρθει το ρεύμα, είχαν ανοίξει όλα τα φώτα και η τηλεόραση έπαιζε στο φουλ. Κατέβηκα να τα κλείσω και ξέκλεψα μια ματιά απ’ έξω που ξημέρωνε.

Μπορείτε να με χαρακτηρίσετε δικαίως αιώνιο ρομαντικό, αλλά κάποια πράγματα, όπως αυτό το αίσθημα που σου προκαλεί ένα ξημέρωμα το οποίο μπορεί να μην είναι καν όμορφο, δεν θα γίνουν ποτέ ψηφιακά. Γι’ αυτόν και γι’ άλλους χίλιους λόγους, σαν την Χαλκιδική, δεν έχει.

Advertisements
Tagged with: