Molos on the Beach

Οι ένδοξες εποχές του μπορεί να έχουν περάσει, αλλά ο Μόλος στέκεται ακόμη όρθιος μετά από περίπου 1000 (;) χρόνια στη Χανιώτη Χαλκιδικής. Είναι το μέρος στο οποίο όλοι –για δικούς τους λόγους- έχουν κάποτε βρεθεί, και συνήθως αυτοί οι λόγοι δεν έχουν τίποτα να κάνουν με τη θάλασσα, αλλά έχουν περισσότερο να κάνουν με απογευματινή παραθαλάσσια ξεφτίλα δίχως προηγούμενο.

Η θάλασσα μπροστά στον Μόλο έχει χαρακτηριστεί από κακοπροαίρετους ως «σερβικό κάτουρο». Δεν θα μείνω περισσότερο σε αυτό –ποιος το είπε να τον φιλήσω;- το μάλλον καίριο σχόλιο. Γενικότερα, το πρώτο πόδι δεν φημίζεται τόσο για τις θάλασσές του, όσο για τα μπιτς μπαρ πάνω από αυτές και τα πάρτι που αυτά διοργανώνουν.

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν το ότι έχω πάει –φερ’ ειπείν- 1000 φορές στον Μόλο και έχω μπει στη θάλασσα 10. Σε αυτό βέβαια δε φταίει μόνο η θάλασσα. Βασικά, δε φταίει καθόλου η θάλασσα, φταίω εγώ που, αν έμπαινα στη θάλασσα, θα με έκλαιγε η μανούλα μου. Δεν είμαι και ο δεινότερος κολυμβητής και μετά από κανα δυο ποτά δεν επιχειρώ απλωτές, μη θαλασσοπνιγώ.

Επίκαιρο θέμα σε μπιτς μπαρ τέτοιου τύπου ήταν ανέκαθεν τα παιδάκια τα οποία ερχόντουσαν και αυτά στο πάρτι και διασύρονταν – επί εβδομαδιαίου βάσεως- σαν να μην υπάρχει αύριο. Πριν κάποια χρόνια δεν έβλεπα τίποτα τέτοιο, «βλακείες και κομπλεξισμοί», έλεγα, «ούτε ένα παιδάκι δεν υπάρχει εδώ». Πλέον καταλαβαίνω πως εγώ ήμουν αυτό το ενοχλητικό παιδάκι, απλώς επειδή είμαι λίγο τριχωτός ο δόλιος για τον χαρακτηρισμό «παιδάκι», κανένας δεν τον επιχειρούσε. Ήμασταν «η παρέα με το κατοικίδιο».

Την τελευταία φορά λοιπόν που πήγα στον Μόλο είδα πολλά παιδιά στην ηλικία των οποίων εμείς παίζαμε στις αλάνες κι αν μας έβλεπαν οι γονείς μας πουθενά όλους μαζί να πίνουμε τίποτα μας σφαλιάριζαν επιτόπου και δεν ξεμυτίζαμε από το σπίτι τρία μερόνυχτα, αλλά βέβαια, πλέον εκεί έχουμε καταντήσει, η νέα γενιά δε σέβεται τίποτα, δεν έχει καμία φιλοδοξία, μόνο να πίνει και να ξενυχ… ΠΑΠΠΟΥ ΣΤΑΜΑΤΑ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙΣ ΣΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ ΜΟΥ –ένα σενάριο άκρως εφιαλτικό, καθώς αμφότεροι οι παππούδες μου έχουν αποδημήσει εις Κύριον, πράγμα που θα έκανε την παρέμβασή τους στην ροή του κειμένου μου υπόθεση καθαρά Χαρδαβελλική.

Έτσι λοιπόν με τους μικρότερους. Πάντα κοιτάμε με μισό μάτι τα καμώματα των μικρότερων –ακόμα κι αν είναι μόνο 5 τα χρόνια της διαφοράς μας, φανταστείτε όταν είναι τριπλάσια και τετραπλάσια- και τώρα θα με συγχωρήσετε, θα πάω να κλάψω σε μία γωνία γιατί έκανα χρήση της λέξεως «καμώματα», μιας λέξης με απαγορευτικό, εάν είσαι κάτω των 70.

Ο Μόλος –και κάθε μπιτς μπαρ τέτοιου τύπου- είναι μέγιστη κλαρινοφωλιά. Είτε είσαι ο τύπος με τις δυο Belvedere στο μπαρ, είτε είσαι ο κομμάτιας με λάδι σε όλο σου το κορμί και μαγιό-βρακί MED ροζουλί χρώματος, είτε είσαι ο τύπος ο οποίος είναι κολλητός με τους 5 μπάρμεν και τον dj και μας το υπενθυμίζεις διαρκώς φωνάζοντάς τους «κολλητέ», «ψιτ», «Γιώργο» ενώ κανείς από το εργατικό προσωπικό δεν λέγεται Γιώργος, είτε είσαι ο «όλα τα παραπάνω», όλοι –συμπεριλαμβανομένου και εσού- ξέρουμε ποιος είσαι.

Έτσι έχουν λοιπόν τα πράγματα στον Μόλο: αν πας, θα αισθανθείς τόσο άσχημα αν δεν έχεις κοιλιακούς και πάνω από 4 τατουάζ που θα κλείσεις από το κινητό σου ραντεβού στον πλησιέστερο τατουατζή και θα κάνεις ηλεκτρονική συνδρομή σε γυμναστήριο. Ουδέν κακόν αμιγές καλού.

Κι όταν πια πάρεις τη δύσκολη απόφαση να φύγεις και θέλεις να πληρώσεις, είναι ήδη βράδυ, κανένας μπάρμαν δε σε ακούει, αγχώνεσαι και λίγο για το ποσό που πρόκειται να ακούσεις και ετοιμάζεσαι να τρέξεις σαν να είναι η τελευταία σου μέρα στη γη. Επίσης, είναι καλό να βάλεις το αυτοκίνητό σου εκτός πάρκινγκ, λίγο πιο πέρα, κι ας περπατήσεις βρε αδερφέ. Αλλιώς, είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα στο έχουν κατουρήσει, γιατί οι τουαλέτες έχουν ουρά σαν να είναι συναυλία των Bon Jovi.

Αυτή είναι λοιπόν η –ενοχλητική- πραγματικότητα. Ελάτε όμως, πείτε την αλήθεια. Όλοι έχουμε κλαρινογαμπρίσει λίγο. Ο καθένας με τον τρόπο του, εννοείται. Κάποια κλαρινογαμπριλίκια είναι ομολογουμένως ενοχλητικότερα –έως πολύ ενοχλητικότερα- άλλων. Δε θα επεκταθώ όμως άλλο, απεχθάνομαι το χούι μας σ’ αυτόν τον τόπο να ασχολούμαστε με την κατσίκα του γείτονα. Αφήστε την ήσυχη, ακόμα κι αν φοράει σατέν σακάκι και χρυσό κουδουνάκι.

Advertisements
Tagged with: