ΞΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Η «Ξεσσαλονίκη» είναι ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια που ερμήνευσαν τα Ξύλινα Σπαθιά. Μιλάει, φυσικά, για την πόλη μου, τη Θεσσαλονίκη. Με τον ήχο που δημιούργησαν τα Σπαθιά, οι Τρύπες, τα Μωρά στη Φωτιά και λοιπά συγκροτήματα που έπαιζαν ελληνικό ροκ, δε θα πω ότι μεγάλωσα, γιατί θα ήταν ανακριβές, αλλά σίγουρα μπορώ να πω ότι «αντρώθηκα», στην προλυκειακή και λυκειακή περίοδο της ζωής μου.

Ήμουν μέχρι και ενοχλητικός, με το πόσο εμμονικός και κολλημένος ήμουν με τη μουσική που άκουγα. Θεωρούσα πως πραγματική μουσική, άξια να την ακούσει κανείς, είναι μόνο αυτή, γιατί αυτή έχει ένα βαθύτερο νόημα στους στίχους, αυτή έχει μια μελωδία σφυρηλατημένη από την ίδια τη ζωή, με κιθάρες, πλήκτρα και τύμπανα παιγμένα από καθημερινούς ανθρώπους, μα συνάμα, κατά κάποιο τρόπο «είδωλα», όπως ο Παύλος Παυλίδης, ο Γιάννης Αγγελάκας και ο Στέλιος Παπαϊωάννου «Σαλβαδόρ».

Οι διαμάχες γύρω από το πόσο ο Παυλίδης έκλεβε κομμάτια από τον Σαλβαδόρ και τα πουλούσε ως δικά του, με άφηναν παγερά αδιάφορο. Ίσως οι πιο σκληροπυρηνικοί με κακολογήσουν ως άσχετο. Ίσως πάλι να είμαι, γιατί αυτή τη μουσική την «έπιασα» πολύ μετά τη δόξα της. Με κάποιο τρόπο όμως, αν και έχω προχωρήσει, «ωριμάσει» -αν μου επιτραπεί- μουσικά, πάντα επιστρέφω σε αυτήν, σαν να είναι το λιμάνι μου. Τα καλά τραγούδια –όποια κι αν ο καθείς θεωρεί καλά- ξεκλειδώνονται με το πέρασμα του χρόνου, σιγά-σιγά, αγάλι-αγάλι που λέει κι ο πατέρας μου, μέχρι να γίνει η αγουρίδα μέλι.

Παλαιότερα θεωρούσα πως για να ακούσεις ένα τραγούδι, θα έπρεπε να θαυμάζεις απεριόριστα τον δημιουργό του. Να τον έχεις ως πρότυπο, κι αν αυτός έκανε κάτι που θα πρόδιδε το αψεγάδιαστο αυτό προσωπείο που του είχες κρεμάσει, θα τον κατέβαζες από το βάθρο του, θα τον έριχνες στην τρύπα με τους λοιπούς προδότες, και θα έκαιγες και τα σιντί του –μα τι λέω, δεν έχω αγοράσει ποτέ σιντί, θα διέγραφες όμως όλη τη δισκογραφία του με περίσσια εκδικητικότητα. Πλέον έχω προχωρήσει. Οι δημιουργοί είναι πάνω από όλα άνθρωποι. Με τα ψεγάδια τους και με τα όλα τους. Και να πούμε κι ένα μεγάλο ευχαριστώ, γιατί αν δεν είχαν ψεγάδια και δεν πληγώνονταν, δε θα μας είχαν αφήσει κληρονομιά ούτε ένα σπουδαίο τραγούδι να έχουμε να ακούμε στο αμάξι και να θυμόμαστε μια εποχή όχι τόσο μακρινή, αλλά τόσο διαφορετική.

Η «Ξεσσαλονίκη» είναι ένα τραγούδι που με τα χρόνια ξεκλειδώνεται όλο και περισσότερο στο μυαλό μου. Δε θα ξεκλειδωθεί ποτέ εντελώς. Τι γιατί; Νομίζετε φτάνει ενός ανθρώπου η ζωή για να γυρίσει τη Θεσσαλονίκη; Ελάτε μαζί μου μια βόλτα, στη δικιά μου Θεσσαλονίκη.

Όλα τα νέα κορίτσια τώρα ξέρουν το σωστό
όταν οι μάγκες στο δρόμο λένε πόσο σ’ αγαπώ
γιατί είμαι μόνος σε θέλω, έλα λίγο πιο κοντά
κι αυτές συχνά απαντάνε: Άει χάσου ρε βλάκα…
 

Αυτοί οι στίχοι είναι παρμένοι –όχι αυτούσιοι, αλλά παρμένοι- από το «Σαλονίκη-Μόνος σου Ξανά» του Σαλβαδόρ. Μιλάμε για μια βρώμικη Θεσσαλονίκη… Για μια Θεσσαλονίκη γεμάτη πόρνες και μαστροπούς, σκύλους και χούλιγκανς, τζάνκιζ κι αναρχικούς. Όλοι τους ξέρουμε. Ζούνε σε μια άλλη πόλη. «Μα σε ποια πόλη ζουν; Όλη στην ίδια πόλη μένουμε, στη μαμά Θεσσαλονίκη.» Όχι. Αυτοί όλοι, οι «άλλοι», οι δακτυλοδεικτούμενοι, οι περίεργοι, οι ξένοι, ζούνε στην Ξεσσαλονίκη. Στην Ξεσσαλονίκη, που με το πρώτο φως του ήλιου δίνει τη θέση της στην κοσμική και πρωτεύουσα Θεσσαλονίκη. Στη Θεσσαλονίκη που έρχονται από τα πέρατα του κόσμου για να δουν. Τι θα τους δείξουμε, τζάνκιζ κι αναρχικούς; Θεσσαλονίκη, έχεις μια ματωμένη μάσκα, που πίσω της κρύβεται η μαμά Ξεσσαλονίκη. Πού;

Ξεσσαλονίκη στο Βαρδάρη όλα είν’ ανοιχτά
μετά τις μία το βράδυ τσάρκα παραραρά…

Τέτοιες «τσάρκες» έχουν επιχειρήσει πολλά αγοράκια στα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα. Με μια βόλτα στον Βαρδάρη μετά τη μία το βράδυ, καταλαβαίνει κανείς ότι κάποια αγοράκια ποτέ δε τις σταμάτησαν. Πας προς σφαγεία, περνάς το τζάμπο και στρίβεις δεξιά. Βγαίνεις στην οδό «Ανδρέου Γεωργίου» και καταλαβαίνεις πως κάποια αμάξια κουνιούνται πολύ ύποπτα. Κάποια σπίτια έχουν έντονα κόκκινα φώτα και παντού οι ταμπέλες σε προσκαλούν για έναν φτηνό χορό.

Δεν υπάρχει κάτι που δε μπορείς να αγοράσεις στον Βαρδάρη. Λεφτά στην τσέπη, κλειστή συνείδηση κι άγιος ο Θεός. Φωτογραφήσεως ένεκα, πάρκαρα κι εγώ έξω από ένα κόκκινο φωτάκι και βγήκα δειλά-δειλά με τη GoPro για να πάρω πλάνα. Συγκέντρωσα πολλά περίεργα βλέμματα. Κάποιες κυρίες, ντυμένες πολύ ελαφρά, μου μίλησαν, με ρώτησαν τι ψάχνω. Κατάλαβαν όμως γρήγορα ότι δεν ενδιαφερόμουν για τις υπηρεσίες τους και εντός δευτερολέπτου είχα την ίδια αξία γι’ αυτές με τη γόπα του τσιγάρου που μόλις πέταξαν. Ζούμε 5 λεπτά από έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο στον οποίο μπορείς να σπάσεις πλάκα με δυο φίλους σου, κι υπάρχουν γυναίκες που ζουν ολόκληρη τη ζωή τους κάτω από ένα κόκκινο φωτάκι.

Ο Βαρδάρης μπορεί να είναι «βρώμικος», μπορεί να μας ξενίζει, μπορεί να μας αηδιάζει η ευκολία του να αγοράσεις έρωτα –έρωτα βρώμικο, γρήγορο, έτοιμο, που μυρίζει αμηχανία και απωθημένα. Μπορεί οι κυνέρωτες αυτοί να μην είναι του στυλ μας, όμως υπάρχει στον Βαρδάρη ένας επαγγελματισμός ο οποίος πλανάται στον αέρα: ο καθένας κοιτάει τη δουλειά του. Και πείτε μου, σας παρακαλώ, ποιος είναι πιο ανώμαλος, ο άγνωστος που πήγε στα μπουρδέλα να πηδήξει, ή εγώ που πήγα να βγάλω φωτογραφίες;

Η μηχανή του χρόνου ξέρεις έχει ήδη καεί
σου ζητάνε τσιγάρο μα θέλει προσοχή…

Έφυγα από τον Βαρδάρη, έχοντας πάρει τα πλάνα που ήθελα. Έφτασα, μετά από αρκετή ώρα στο αμάξι –ακούγοντας Σπαθιά για να μπω στο κλίμα- στην Εθνικής Αμύνης, στην πλαϊνή είσοδο του ΑΠΘ. Εκεί, στην πλατεία του Χημείου. Για όσους δεν ξέρουν, στην πλατεία του Χημείου λειτουργεί κανονικά και με τον νόμο –τον παράνομο- κέντρο διακίνησης ναρκωτικών παντός τύπου –κυρίως χόρτου, «μαριχουάνας», «μαύρου», «τσιγαριλικίων», όπως σας ξενίζει λιγότερο.

Δεν είναι ένα ωραίο μέρος να είσαι το βράδυ. Προπαντός, δεν είναι με τίποτα ένα ασφαλές μέρος να είσαι το βράδυ. Εκεί πας για έναν συγκεκριμένο σκοπό: για να αγοράσεις. Αν έχεις την ατυχία να μην αρέσουν τα μούτρα σου στα «παλικάρια», μπορεί να φύγεις χωρίς λεφτά και κινητό. Δεν ήταν λίγες οι φορές που φοιτητές του ΑΠΘ που τελειώνουν αργά το μάθημά τους, έχουν πέσει θύματα ληστείας –ένοπλης- στην πλατεία του Χημείου.

Έτσι κι εγώ, με το που μπήκα, τράβηξα αμέσως τα βλέμματα. «Μαύρο ψάχνεις;» «όχι φίλε» «τι κάνεις εκεί, φωτογραφίες τραβάς;» Εκεί, αντιθέτως με τα μπουρδέλα, κανένας δεν κοιτά τη δουλειά του. Στον χώρο του Πανεπιστημίου, 20 μέτρα δίπλα από την παλιά Φιλοσοφική την οποία κοσμεί περίτρανα το ρητό «ΜΟΥΣΑΙΣ ΧΑΡΙΣΙ ΘΥΕ», κινδυνεύω περισσότερο απ’ ό,τι κινδύνεψα στα μπουρδέλα.

Χιπ χοπ χάνομαι μεσ’ τα δίχτυα πιάνομαι
απόψε πέθανα με βρήκανε στην αμμουδιά
δίπλα στα κύματα… 

Σε συνδυασμό με τη «μηχανή του χρόνου», αν έπρεπε να υποθέσω, θα έλεγα πως η Ξεσσαλονίκη είναι μια πόλη στην οποία όλοι περνούσαν καλά. Όλοι χόρευαν και τραγουδούσαν, όμως πλέον, θέλει προσοχή… Η μηχανή του χρόνου, ξέρεις, έχει ήδη καεί.

Για εμένα, η Θεσσαλονίκη δεν άλλαξε ποτέ, ούτε θα αλλάξει. Απλώς, για όσους την ξέρουν και την αγαπούν πραγματικά, θα είναι πάντα μια Ξεσσαλονίκη. Μια αλλοπρόσαλλή, πολυπολιτισμική πρωτεύουσα που έχει χίλια μύρια κακά. Και τα ναρκωτικά της έχει, και τους αναρχικούς της και τις πόρνες της. Έχει την ξεφτίλα της και τον κίνδυνό της, την πίκρα της και την φτώχια της, η οποία μετά από μια βόλτα στην δυτική πλευρά της πόλης σου φανερώνεται γυμνή, να την πιείς –με πίκρα- στο ποτήρι.

Αυτή είναι η Ξεσσαλονίκη μου, η αγάπη μου, η μακροβιότερή μου σχέση -20 χρόνια και συνεχίζουμε. Δεν τα έχω ζήσει αυτά στο πετσί μου, ούτε κατά διάνοια. Αγαπάω ένα φάντασμα, του οποίου έχω αντικρύσει μόνο μια πλευρά: την καλή, την ευρωπαϊκή, την κοσμοπολίτικη. Αλλά, μια στο τόσο, η Ξεσσαλονίκη ξυπνάει, μου δίνει ένα χαστούκι και μου δείχνει την πραγματική πλευρά της –ίσως καμιά φορά κι εγώ το αποζητώ. Δε σας κρύβω πως με σοκάρει, αλλά δε σας κρύβω πως την αγαπώ και παραπάνω γι’ αυτό.

Μια στο τόσο λοιπόν σ’ αυτήν την πόλη θα πεθαίνεις δίπλα στα κύματα, σε μερικά σημεία έχει κι αμμουδιά αν θες να ξαποστάσεις κάπου πιο μαλακά μετά τις δύσκολες νύχτες σου. Όσα νοσηρά μυστικά κι αν κρατάει η Ξεσσαλονίκη, όλοι εμείς που μεγαλώσαμε εδώ την αγαπάμε περισσότερο γι’ αυτήν της την πλευρά. Έτσι κι ο Παυλίδης στην αρχή του τραγουδιού τραγουδάει μελωδικές συλλαβές, ακαταλαβίστικες, οι οποίες παίρνουν σάρκα, οστά και νόημα μέσα στην κίνηση και το θόρυβο της Θεσσαλονίκης. Άλλωστε, όποιος ήρθε έστω μια φορά, γνωρίζει πολύ καλά πως…

…Εδώ είν’ ωραία Mister…

Advertisements
Tagged with: