Angels club; I will be right here

Με εναλλακτικές ονομασίες «ο ναός», «το παλάτι», «η βίλλα των αγγέλων» και άλλα πολλά παρατσούκλια –σχεδόν εξίσου γελοία-, το Angels club στην Καλλιθέα Χαλκιδικής είναι εδώ και πολλά χρόνια ο κορυφαίος νυχτερινός προορισμός –δυστυχώς κάθε ηλικίας. Θυμίζει κυκλαδίτικο νησί, με άσπρους τοίχους που αντανακλούν όμορφα το φως. Η εμπειρία ξεκινάει με το πρώτο φως της μέρας, γι’ αυτό κοίτα μην ξεχάσεις τα γυαλιά σου και σε κοροϊδεύουν όλοι.

Το Angels έφτασε στ’ αυτιά μου από πολύ, πολύ νωρίς. Όχι για κανέναν άλλον λόγο, απλώς επειδή φέρει σαν μαγαζί φαρδιά-πλατιά την υπογραφή του συνεργάτη του πατέρα μου -και χαϊδευτικά «θείου» μου-, του Αντώνη Κανάκη. Από παλιά θυμάμαι τον θείο να λέει στον πατέρα μου πως πρέπει να πάει οπωσδήποτε. Έτσι, μια μέρα, ήμουν διακοπές με τους γονείς μου στη Χαλκιδική, όταν ακούω ένα ξυπνητήρι στις 4 το πρωί. Βλέπω τους γονείς μου να σηκώνονται και να ντύνονται. «Πού πάτε;» τους ρωτάω. “Angels” μου απαντάνε. Έπεσα για ύπνο με έναν μορφασμό που μεταφραζόταν σε «είναι τρελοί αυτοί οι γονείς μου», όμως επειδή είναι ρόδα και γυρίζει, τόσα χρόνια μετά ήρθε και η δική μου ώρα να το κάνω.

Ψηλά, όπως μπαίνεις ευθεία, θα δεις έναν πύργο. Πάνω στον πύργο, θα δεις έναν τύπο να χορεύει –και δίπλα του άλλους 40, αλλά αυτό θα το αναλύσουμε παρακάτω. Αυτός ο τύπος είναι ο Γιώργος Τσιλιπάκος (ο δεξιά με την κόκκινη φανέλα), ο Dj του Angels, που εδώ και πόσα χρόνια του δίνει ψυχή, ρυθμό και ζωή. Ο Τσίλι –όπως τον φωνάζω επειδή τον ξέρω από μικρός, λόγω πατρός- μου είναι εξαιρετικά συμπαθής από τότε που ο πατέρας μου του έδειξε μια φωτογραφία που είχα βγει με τον Φίλιππο Πλιάτσικα, και ο Τσίλι τον ρώτησε «ποιος είναι αυτός δίπλα στον Βασίλη;»

Έκανα στον Τσίλι κάποιες ερωτήσεις για τον «ναό»: ποιος άλλος θα τον ξέρει καλύτερα, από τον τύπο που τον βλέπει εδώ και δέκα χρόνια από ψηλά;

Ποσά χρόνια ασχολείσαι με το -αψόγως ελληνιστί- «ντιτζεϊλίκι»;

17 χρόνια… Τα μισά χρόνια της ζωής μου… Πωπωπω, η μεγαλύτερη μου σχέση είναι με 17χρονη! (ΣΟΚ! Με 17χρονη διατείνεται πως διατηρεί σχέση ο πασίγνωστος Dj Γιώργος Τσιλιπάκος!)

Ποια η σχέση σου με τον Αντώνη Κανάκη και με τον Γιάννη Σερβετά (κατά κόσμον «πατερούλη»);

Έχω μάθει άπειρα πράγματα με τον Αντώνη και από τον Αντώνη για τη μουσική, τις δουλειές, τα μαγαζιά, το ραδιόφωνο, την τηλεόραση. Συνεργασία με τα πάνω και τα κάτω της –κάτι που συμβαίνει σε όλες τις οικογένειες. Με τον «πατερούλη», η σχέση ήταν διαφορετική, με πιο συμβουλευτικό χαρακτήρα από μεριάς του και πιο φιλική από μεριά μου! Γελάω πάντα με κάθε του ατάκα…

Από το 1 μέχρι το 10, πόσο σιχαίνεσαι τους ανόητους που σου κάνουν «παραγγελιά» ένα κομμάτι την ώρα που παίζεις;

Καθόλου δεν τους σιχαίνομαι αυτούς που κάνουν παραγγελία για μια φορά, ή έστω και δύο. Από τις τρεις και πάνω αρχίζει και γίνεται ενοχλητικό… Συνήθως το διασκεδάζω από αυτά που ζητάει ο κόσμος!

Μπορείς να έχεις την ευγενή καλοσύνη να μην αναφέρεις ότι κι εγώ, μετά από ένα-δυο ποτά, ενδέχεται να σου έχω «παραγγείλει» κομμάτι;

Το έχεις κάνει…

Υπήρξαν κάποιες παρεμβολές, μη δίνετε σημασία. Και για πες, ποια είναι η πιο αστεία-ντροπιαστική ανάμνηση σου από μαγαζί που έπαιζες μουσική;

Έχει χρόνια αυτό, αλλά κάποτε μια κοπέλα ζήτησε να βγάλω ότι έχει κάτω από την πλατφόρμα του Dj και να με βοηθήσει να περάσω καλύτερα… Δεν το έκανα, πρώτον γιατί δεν γινόταν και δεύτερον γιατί ήταν τόσο μεθυσμένη που πραγματικά κινδύνευε η σωματική μου ακεραιότητα…

Perks of being a Dj. Το λοιπόν, ποιος είναι ο πιο σουρωμένος τύπος που έχεις δει;

Νομίζω φέτος το καλοκαίρι, κανείς δεν ξέρει πως εμφανίστηκε επάνω στο «μπουθ», τι μου είπε (χρειαζόταν μετάφραση από αρχαίο Αιγύπτιο), πως κατέβηκε από το «μπουθ» (σκάλες απόκρημνες σαν τα Μετέωρα) και από τότε δεν τον ξαναείδε κανείς.

Τώρα που είπες «μπουθ»… Τι έχεις να πεις για τα «γιουσουφάκια» σου, τις κοπελίτσες και τους τύπους που ανεβαίνουν στον Πύργο του Angels όντας “αδέρφια” σου;

Έχω χαιρετήσει άπειρο κόσμο πολύ εγκάρδια γιατί είναι «αδέρφια» μου… Το χειρότερο μου είναι όμως αυτοί που ανεβαίνουν επάνω και κάνουν Snapchat τα μούτρα τους 354 φορές. Έχω μαλώσει με διάφορους λέγοντας τους «εδώ πάνω ή θα χορεύεις και θα τα σπας σαν κι εμένα ή αλλιώς πας κάτω και ψάχνεις γκόμενες από χαμηλά».

Ποιο είναι το τραγούδι που σου προκαλεί το ωραιότερο συναίσθημα όταν το παίζεις στο Angels;

Είναι ο ύμνος του Angels, φυσικά: Moby – The Day (Eddie Thoneick remix). Δεν ξέρω κανένα άλλο κομμάτι που να έχω στη συλλογή μου το οποίο τραγουδάνε ταυτόχρονα τόσοι πολλοί ενώ παίζουν πιάνο στον αέρα και τραβάνε βίντεο συγχρόνως.

Δεν είμαι από αυτούς που συντροφεύουν το Angels από τα εγκαίνιά του –πριν από μια δεκαετία και βάλε- γιατί τότε παραήμουν μικρός για τέτοιες δραστηριότητες. Προοδευτικά βέβαια, το κατώτατο όριο ηλικίας για είσοδο σε νυχτερινό μαγαζί –όχι μόνο στο Angels- κατρακυλά ανεξέλεγκτα. Σε μερικά χρόνια δεν αποκλείεται να δούμε 9χρονα παιδιά να κάνουν τσεκ-ιν «πίνει δηλητηριώδεις χημικές ουσίες στην τοποθεσία Angels club», μαζί με τα 17 σναπ, στα οποία πολλά-πολλά παιδάκια θα προσπαθούν μανιωδώς να χωρέσουν το κεφάλι τους στο πλάνο για να τραγουδήσουν κι αυτά “I will be right here” –όταν πια ξεμπλέξω με την τετάρτη δημοτικού που με τυραννά δυο χρόνια τώρα.

Είναι αλήθεια πως όλο και μικρότερα παιδιά ψάχνουν απεγνωσμένα μια θέση στη νυχτερινή ζωή. Το πιο τραγικό είναι πως τη βρίσκουν και με το παραπάνω. Δεν είμαι –από τα 20 μου, φαντάζεστε;- ο συντηρητικο-ρομαντικός τύπος που θα μιλήσει για ανέμελα, ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια σε αλάνες. Αυτά έχουν πεθάνει χρόνια τώρα. Αλλά έχει μια διαφορά η αλάνα από την ξεφτίλα και τη σούρα σε απαγορευτικές ηλικίες, και όταν λέω απαγορευτικές ηλικίες, θα τρομάζατε από το πόσο μικρές τείνουν να γίνουν αυτές οι ηλικίες. Στο κάτω-κάτω, γιατί βιάζεστε τόσο πολύ; Έχετε μπροστά σας πολλά χρόνια σούρας και ξεφτίλας, αν πια τόσο πολύ το επιθυμείτε.

Νομίζω την πρώτη φορά που πήγα στο Angels πήγα στα 16 μου, πιτσιρικότατος –αψόγως ελληνιστί- κι εγώ. Τότε βέβαια το να πας μέχρι την Καλλιθέα και να μπεις στο Angels ήταν βουνό αδιάβατο, κι όποιος το κατάφερνε έχαιρε υψηλής εκτίμησης –πολύ υψηλής- από συνομηλίκους. Επί παραδείγματι, θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα καλοκαίρι που έμενα στην Ποτίδαια σε έναν φίλο μου –μια απόσταση 20 χιλιομέτρων από το Angels. Εκείνο λοιπόν το βράδυ, ξεκινήσαμε από την Ποτίδαια με το τελευταίο ΚΤΕΛ στις 10 και μισή και κατεβήκαμε στην Καλλιθέα. Εκεί, περιμέναμε 2 ώρες και παραπάνω σε παγκάκια, σε πάρκα, έξω από γυράδικα και κρεπατζίδικα για να φτάσει μια ώρα «ανθρώπινη» να πάμε στο Pearl, όπου και πάλι, το να μπούμε γινόταν με τη διαδικασία «ξέρω τον ξάδερφο ενός βοηθού του ανατολικού μπαρ, μήπως μπορείς να τον φωνάξεις λίγο έξω;»

Έτσι λοιπόν μπαίναμε –καμιά φορά- στο Pearl. Κι εκεί, σκοτώναμε τις ώρες –όχι πως δεν περνούσαμε καλά κι εκεί, απλώς άλλος ήταν ο απώτερος σκοπός- μέχρι να έρθει η άγια ώρα να επιχειρήσουμε μια είσοδο στον ναό. Κατά τις 4μιση, 5 παρά –κάπου εκεί- φεύγαμε, περπατούσαμε τη μικρή απόσταση Pearl-Angels –άλλοι σουρωμένοι, άλλοι λερωμένοι, άλλοι σε κακά χάλια- και σκεφτόμασταν όλοι από μέσα μας ποιον θα κατηγορήσουμε εάν –ή καλύτερα όταν- φάμε πόρτα. Από καμιά φορά γινόταν ένα θαύμα. Κανένα γνωστό πρόσωπο, καμιά νεκρή μέρα, καμιά συγκυρία της τύχης από αυτές που νιώθεις ότι συνωμοτεί το σύμπαν: αυτά χρειαζόντουσαν για να ξεδιπλωθεί το κουβάρι των γεγονότων με μια τέτοια σειρά –από την Ποτίδαια ξεκινούσε ο μίτος- για να μας βρει η κλωστή στο Angels.

Έτσι λοιπόν, 7-8 ώρες μετά την είσοδό μας στο ΚΤΕΛ, αν ήμασταν τυχεροί, ζούσαμε κι εμείς μια μικρή πτυχή της εμπειρίας του Angels. Υποτιμητικά βλέμματα από παντού –συνήθως από ψηλά γιατί ήμασταν και κοντά πανάθεμά μας- και με το δίκιο τους. Καμία όρεξη δεν έχει ο 25άρης που θέλει να πιεί ένα ποτό να βλέπει μια ομάδα ποδοσφαίρου από πιτσιρίκια να τρέχει από δίπλα του. Πού να το νιώσουμε αυτό τότε. Άλλα είχαμε στο κεφάλι μας, μία θεοποίηση ενός μαγαζιού, που, αν το δει κανείς πρακτικά, 4 όμορφα ντουβάρια και πολλά λίτρα κολόνια ήταν, είναι και θα είναι. Βάζω τώρα με το κεφάλι μου μια εποχή, όχι πάρα πολύ μακρινή χρονικά, αλλά αιώνες μακριά διανοητικά. Τι ταλαιπώρια μαύρη, Θεέ μου, για κάτι που σε μερικά χρόνια θα το κάναμε πιο άνετα, πιο εύκολα και 100 φορές πιο ωραία. Αλλά έτσι είμαστε οι άνθρωποι, ανυπόμονοι. Και ως παιδιά, εκατό φορές πιο πάνω. Κι είχαμε μια φλεγόμενη επιθυμία να ανεβούμε κι εμείς σ’ αυτό το τρένο που λέγεται Angels –ή το κάθε Angels, βάλτε εσείς με το κεφάλι σας τι θέλατε να κάνετε μικροί πριν την ώρα σας-, ακόμα κι αν ταξιδεύαμε στο βαγόνι με τα ζούδια ή στην οροφή. Καθόλου δε μας ένοιαζε.

Την τελευταία φορά που πήγα στο Angels ήταν το προηγούμενο Σάββατο, στο κλείσιμο της σεζόν. Η ολοκληρωμένη εμπειρία της νυχτερινής διασκέδασης στη Χαλκιδική απαιτεί μια απογευματινή ξεφτίλα σε κάποιο μπιτσόμπαρο, έτσι κι έγινε. Γυρίσαμε 12μιση η ώρα από τη Λευκή Άμμο, φάγαμε σαν λύκοι και κοιμηθήκαμε. Ξύπνησα 3 η ώρα, σε δύσκολη κατάσταση, γεμάτος αμφιβολίες. «Ποιος πάει τώρα στο Angels;» Κλείσιμο σεζόν είναι μωρέ, πρέπει. Οπλισμένος λοιπόν με ιώβεια υπομονή, περίμενα τις φίλες μου να ετοιμαστούν –μια διαδικασία πολύ, πολύ πιο βάναυση απ’ όσο βάζει ο νους σας. Έκανα κι εγώ το λάθος και ξυρίστηκα με το που ξύπνησα, μέχρι να ετοιμαστούν οι κοπέλες είχαν μακρύνει πάλι τα γένια, σαν τον Βασίλειο από τους Τρεις Ιεράρχες φτυστός ήμουν ο δόλιος.

Φτάσαμε στο Angels καλές 5. «Καλησπέρα, καλωσήρθατε, περάστε», βρήκαμε και –τυχερότατα- θέση στο κεντρικό μπαρ γιατί έφευγε μια παρέα. Πολύ ωραία, δε λέω. Σε κάποια φάση, θέλησα να κάνω τον γενναίο και να πάω στην τουαλέτα. Φιλική προειδοποίηση: καλύτερα να πάρετε μια πάπια μαζί σας, παρά να επιχειρήσετε να πάτε τουαλέτα στο Angels. Είχα έναν φίλο που επέζησε και μας διηγήθηκε την εμπειρία του. «Ξύλο, αίμα και ιδρώτας» είναι οι λέξεις κλειδιά σ’ ετούτη την προσπάθεια.

Βάδιζα λοιπόν υπομονετικότατα προς την τουαλέτα και σε κάποια φάση πετάχτηκε ένα μικρό παιδί –κανονικά όμως- 15/16 χρόνων, παραπάνω αποκλείεται. Το ποτό του κουνήθηκε και μου λέρωσε τα παπούτσια. «Χίλια συγγνώμη μου είπε», με κοίταξε και το εννοούσε βαθιά. Δεν είμαι –προφανώς- από εκείνους τους ανόητους που ψάχνουν συνεχώς καυγά (αυτή είναι και η πτυχή του Angels που απεχθάνομαι βαθιά, σπυριά βγάζω και μόνο στη σκέψη αυτών των μαμελούκων), και τι καυγά να πιάσεις μ’ αυτόν τον πιτσιρικά. Κι εκείνη τη στιγμή, τα θυμήθηκα όλα. Ποιος ξέρει, ποιος ξέρει πραγματικά από πού είχε έρθει εκείνο το παιδί στο Angels και πόσες φορές θα πει στους φίλους του ότι μπήκε εκείνο το βράδυ. Ποιος ξέρει πόσες ώρες σκεφτόταν το ποτό στο Angels από το οποίο το μισό έπεσε πάνω στα παπούτσια μου. Όσο κι αν πια το θεωρώ ηλίθιο και βαθιά άσκοπο, θυμάμαι. Θυμάμαι πόσο το θέλαμε και για κάποιο λόγο –ίσως δε μεγάλωσα ακόμα πολύ- το σέβομαι. Χαλάλι, χίλιες φορές. «Δεν πειράζει αγόρι μου» και πήρε ο καθένας τον δρόμο του, ο δικός του τραβούσε πόσες ώρες, κι ο δικός μου τραβούσε-δεν τραβούσε μια ώρα, άνετος δρόμος, με το αμάξι μου. Κοίταξα πίσω χαμογελώντας, είχε ήδη εξαφανιστεί μέσα στα σώματα -ήταν και κοντός. Μακρύ ταξίδι, περιέργως όμως όμορφο.

Τι είναι αυτό που τόσο μας τραβάει σ’ αυτό το μαγαζί, έστω και πλέον μια-δυο φορές όλο το καλοκαίρι, κι ας είναι δίπλα στα σπίτια μας; Για τον καθένα είναι κάτι διαφορετικό. Για εμένα είναι αυτό το συναίσθημα που αντλείς από εκείνη τη στιγμή που παίζει το The Day του Moby. Γι’ αυτή τη στιγμή που, μέσα στον ρομαντικό σου οίστρο, νομίζεις πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι που σηκώνουν τα χέρια τους μαζί σου δεν ενδιαφέρονται απλώς να τους βγάλει μια καλή φωτό ο Jordan –ο φωτογράφος του Angels- ή να πάνε σπίτι με εκείνη τη γκόμενα που κοζάρουν όλο το βράδυ. Ίσως είναι μια πιο ιδιαίτερη στιγμή, ένα ωραίο παράδειγμα του πώς η μουσική μπορεί να ενώσει, να αλυσοδέσει χιλιάδες ανθρώπους μεταξύ τους, σε μια μοίρα περιέργως-έστω και στιγμιάια- κοινή. Κι αυτό το ραντεβού έχει έναν δικό του τρόπο να ανανεώνεται στο διηνεκές του χρόνου. “I will be right here, I will always stay”, λένε οι στίχοι. “Hold on”.

Τι σας λέω κι εγώ τώρα. Καλύτερα να το δείτε μόνοι σας. Σκεφτείτε τι τραβούσα εγώ παλιά: τόσες ώρες στο περίμενε με μια μόνο ελπίδα στο κεφάλι μου. Κάτι τέτοιες ώρες δε μου μένει παρά να σκεφτώ πως από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια.

 

Advertisements
Tagged with: