ΤΟ ΠΙΟ ΓΛΥΚΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Στα 20 μου χρόνια, ενώ μπορώ να κοκορευτώ πως έχω γυρίσει σε πολύ ικανοποιητικό βαθμό την Ελλάδα –να ‘ναι καλά οι γονείς μου που με έσερναν από τ’ αυτί-, είχα πάει μόνο μια φορά στο Πήλιο. Ήμουν και μικρός τότε, όχι πολύ μικρός για να το θυμάμαι μόνο από φωτογραφίες, αλλά ούτε και πολύ μεγάλος για να το έχω ζωντανή εικόνα στο μυαλό μου.

Και τι εικόνα. Το Πήλιο είναι μαγευτικό. Και το πιο εντυπωσιακό είναι πως προσελκύει τουρίστες όλο τον χρόνο, χειμώνα καλοκαίρι. Γιατί στο βουνό θα έχει λίγο κρύο, θα το χρειαστείς ένα ζακετάκι-παλτουδάκι-μίνι αερόθερμο μαζί σου, αλλά όσο κατεβαίνεις στις –ω Θεέ μου τι πράγμα είναι αυτό- «ψεύτικες» παραλίες του, η θερμοκρασία ανεβαίνει. Καλό θα ήταν να μην κατέβεις λοιπόν με το παλτουδάκι στην παραλία, γιατί πρώτον θα πρέπει να υποστείς τον δημόσιο εξευτελισμό που συνοδεύει το να πας σε μια παραλία με το παλτό σου, και δεύτερον –αψόγως ελληνιστί- «θα βγάλεις τη μπέμπελη» -επιτέλους, επιτέλους, επιτέλους χρησιμοποίησα αυτήν την υπέροχη έκφραση. (Mε συγχωρείτε πολύ για την ετυμολογική προσέγγιση που ακολουθεί, πιθανά ανφόλο-ανφρεντ-καντήλια είναι αποδεκτά. Η «μπέμπελη» σημαίνει «ιλαρά» και προέρχεται από την σλαβικής προέλευσης λέξη “pepelъ” που σημαίνει «στάχτη». Για να σου περάσει η «μπέμπελη», έπρεπε να ντυθείς πολύ ζεστά, να ιδρώσεις και να «βγάλεις» από πάνω σου την αρρώστια. Τώρα με κοροϊδεύετε, αλλά κάτι τέτοια κερδίζουν το εκατομμύριο στον Εκατομμυριούχο. Επίσης, girls love grammar.)

Στο Πήλιο εγώ βρέθηκα από «σπόντα», όπως λέμε, σε ένα μαγευτικό σπίτι, αρχοντικό με τα όλα του. Είναι από αυτά τα σπίτια που μυρίζουν κλεισούρα όταν μπαίνεις μέσα, αλλά αυτήν την ωραία κλεισούρα, που προμηνύει κάτι μαγευτικό όταν πια βρεις τον γενικό διακόπτη –πού είναι όμως γαμώτο; Και όντως, όταν ανοίγουν τα φώτα νομίζεις ότι ταξίδεψες στο 1850. Αυτό δεν είναι απαραιτήτως καλό, δεδομένου ότι όταν ήμουν γυμνάσιο, η αγαπημένη μου ασχολία ήταν να βλέπω πάσης φύσεως θρίλερ. Ένα τέτοιο σπίτι ήταν πρόσφορο έδαφος για κάθε χιτσκοκικό σενάριο. Αν θυμάστε, στα θρίλερ πεθαίνει πρώτος ο εξυπνάκιας, αυτός που δεν φοβάται τα πνεύματα γιατί δεν υπάρχουν, αυτός που θα ανέβει στη σοφίτα για να δει τι ήταν αυτός ο ήχος. Δηλαδή, εγώ.

Περιέργως, ούτε αυτό το τριήμερο είχα επαφή με το μεταφυσικό κομμάτι αυτού του κόσμου. Είχα, ωστόσο -αν μου επιτραπεί-, με το «φυσικό», και με το παραπάνω. Το Πήλιο, λοιπόν, το οποίο προφανώς δεν προλαβαίνεις να το δεις σε μία μόνο επίσκεψη, έχει παραλίες μαγευτικές. Μία από αυτές είναι τα Ποτιστικά. Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν θέλεις να πας στα Ποτιστικά, τα οποία δεν έχεις την παραμικρή ιδέα πού βρίσκονται; Πατάς στο google «ποτιστικά» και σου βγάζει μπεκ. Πατάς «ποτιστικά Πήλιο» και σου βγάζει μπεκ στο Πήλιο. Τελικά ρωτάς τον κλασικό γραφικό γέρο που έχει ζήσει όλη του τη ζωή στις Μηλιές Πηλίου και με λίγη τύχη θα καταλήξεις στα Ποτιστικά, αλλιώς θα αρκεστείς στο πιτσίλισμα των μπεκ του Πηλίου.

Εδώ να αναφέρω πως στο ταξίδι είχα πάλι την μπάλα του μπάσκετ που πρωταγωνίστησε και σε ένα από τα κείμενα της Λευκάδας (βλέπε “Welcome to Greece”) και στον πηγαιμό για το Πήλιο είπαμε με τον -άκρως «μπασκετικό»- φίλο μου πως, εάν βρούμε μπασκέτα, θα σταματήσουμε εκεί και τότε –άψογη μεταφορά του «εδώ και τώρα»-, άμ’ έπος, άμ’ έργον, και θα βαρέσουμε ένα-δυο σουτάκια, για την τιμή των όπλων και μόνο. Έτσι λοιπόν, στο δρόμο για τα Ποτιστικά είδαμε ένα ωραιότατο γήπεδο μπάσκετ, κοιταχτήκαμε, χαμογελάσαμε και σταματήσαμε. Δεν μπορώ να περιγράψω το συναίσθημα ικανοποίησης που μας προκάλεσε αυτή η σειρά γεγονότων. Ίσως να είναι εντελώς χαζό που σταματάνε δύο μαντράχαλοι στη μέση του πουθενά για να βαρέσουν σουτάκια, και μάλιστα να τους προκαλεί τέτοια χαρά αυτό. Ο νοών, ωστόσο, νοείτω. This is why we play.

Εκτός από τα Ποτιστικά επισκεφτήκαμε κι άλλες δυο παραλίες, που βρίσκονται δίπλα-δίπλα. Η μία είναι ο πασίγνωστος Μυλοπόταμος, τον οποίο είχα επισκεφτεί όταν ήμουν μικρός με τους γονείς μου. Τον θυμήθηκα τον Μυλοπόταμο. Κατευθείαν με το που κατέβηκα θυμήθηκα πως έχω ξαναβρεθεί κάποτε εκεί, με μνήμες ελλιπείς και μερικώς αναπλασμένες μέσα στο παιδικό μου κεφάλι. Πήρα τον πατέρα μου τηλέφωνο να του το πω, αλλά σήμα –και δε με νοιάζει τι λένε οι παλιές διαφημίσεις της Cosmote- καθόλου «καμπάνα». Δεν είναι απίστευτο που όταν ήμασταν μικροί δεν είχαμε ιδέα πώς να πάμε κάπου; Κι ούτε που μας ένοιαζε, ήξερε ο μπαμπάς και η μαμά. Θυμόμουν μονάχα τα δοκιμαστήρια στον Μυλοπόταμο, που κάναμε χαζά μεταξύ μας τα ξαδέρφια, και θυμάμαι και την γνωστή τρύπα στον βράχο. Εκεί, φυσικά, για να βγάλεις φωτογραφία περιμένεις στην ουρά, και επειδή είναι φυσικό πέρασμα για την άλλη μεριά της παραλίας, και επειδή θέλουν άλλοι 20 να βγάλουν φωτογραφία πριν από εσένα. Στις δύο κοπέλες που ήθελαν να αλλάξουν προφίλ στο Facebook, αν τύχει να με διαβάσετε, τώρα ξέρετε γιατί περίμενα σαν τον ηλίθιο ένα τέταρτο για να βγάλω φωτογραφία την τρύπα.

Η άλλη παραλία λέγεται Λαμπινού και είναι εξαιρετικά δυσπρόσιτη, και ως προς το να κάτσεις, και ως προς το να μπεις και να βγεις από το νερό, γιατί έχει παντού πέτρες. Καθίσαμε λοιπόν πάνω σε έναν τεράστιο επίπεδο βράχο, άπλωσα κι εγώ την πετσέτα μου στο πιο παραθαλάσσιο σημείο, να με πιτσιλάει το κύμα, κι άρχισα να αναρωτιέμαι πόσο υπέροχο είναι αυτό που βλέπω. Πόσο σπάνιο και πόσο μαγευτικό. Και πόσο απίστευτο που είμαι ολομόναχος εδώ πέρα, παρέα μονάχα με δυο γιαγιάδες αμφιβόλου κατάστασης στην άλλη άκρη της παραλίας. Ούτε τη φωτογραφία δε μπόρεσαν να χαλάσουν οι γλυκές μου. Τόσο μακριά ήταν.

Έβαλα κι εγώ με το κεφάλι μου, πόσο δεδομένη την έχουμε αυτή τη θάλασσα. Είναι δίπλα μας ανά πάσα στιγμή, αλλά όλο αυτό το υπέροχο πακέτο της ζέστης, του ήλιου και του μπάνιου το έχουμε για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα, για τρεις-τέσσερις μήνες το χρόνο. Είναι χρέος μας να την εκμεταλλευτούμε τη θάλασσα στο έπακρο, να κάτσουμε στο κύμα όσο μπορούμε, όσο προλαβαίνουμε, πριν να γίνει πάλι φωτογραφίες που κοιτάμε τον χειμώνα.

Τι όμορφα που είναι εδώ. Και με το «εδώ», θέλω να βάλει ο καθένας σας το δικό του κομμάτι θάλασσας. Το μέρος που θυμάται στα δύσκολα και αντλεί κουράγιο για τις σκοτεινότερες των ημερών. Θα ήταν ωραίο να μην τελείωνε το καλοκαίρι. Να ‘ταν ο κόσμος 12 μήνες θάλασσα, κι έπειτα άλλοι τόσοι. Βάλε τη θάλασσά σου βαθιά στο μυαλό σου, και κράτησέ την μέχρι να ξαναβγεί ο ήλιος. Το καλοκαίρι έχει τον δικό του τρόπο να μην τελειώνει ποτέ.

Το πιο γλυκό καλοκαίρι είναι αυτό που κλέψαμε. Αυτό το λίγο, του Σεπτέμβρη, που λίγο τον χρόνο ξεγελάσαμε.

Advertisements
Tagged with: