ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ ΤΗΣ ΙΚΤΙΝΟΥ

Η οδός Ικτίνου στο κέντρο της Θεσσαλονίκης είναι ένας από τους γνωστότερους πεζόδρομους του κέντρου. Φιλοξενεί το 2ο Γυμνάσιο-Λύκειο Θεσσαλονίκης, πολλά καφέ, πολλά μπαράκια, πολλούς ενοχλητικούς «κράχτες» που θέλουν να κάτσεις στο μαγαζί τους –τόσα χρόνια ρε φίλε δε με έμαθες ακόμη, αν θέλω θα κάτσω, άσε με ήσυχο- και τα τελευταία 3 –περίπου- χρόνια ξεκίνησε να μαζεύει πολλά άτομα τα βράδια, τα οποία συγκεντρώνονται στη συμβολή των οδών Ικτίνου-Ζεύξιδος και πίνουν τις μπύρες τους υπαίθρια. Επεκτείνονται, μάλιστα, και στο τοιχάκι της Αγίας Σοφίας, ειδικά τώρα που η αστυνομία μετακίνησε –λόγω ΔΕΘ- την «εκφοβιστική» κλούβα που είχε στην Αγία Σοφία.

Ας πάμε λίγο παλαιότερα, πριν το καλοκαίρι του 2013. Στην Ικτίνου τα βράδια μαζευόντουσαν 2-3 παρέες βαριά-βαριά. Πιο πολλά ήταν τα αδέσποτα, τα περιστέρια και οι «κράχτες». Κανένας δεν έπινε τη μπύρα του στα πεζουλάκια της Ικτίνου. Όλοι προτιμούσαν τα μπαράκια –στα οποία, δια του λόγου το αληθές, ακόμη πάει αρκετός κόσμος. Ώσπου, το καλοκαίρι του 2013, κάποιοι δειλά-δειλά πήραν μπύρες στο χέρι και «άραξαν» πρώτη φορά στην Ικτίνου. Στην πορεία, έστριψαν και κάνα τσιγάρο «από τ’ άλλα», έφεραν και μουσικά όργανα και έστησαν αυτό που ο κάθε ενημερωμένος Θεσσαλονικιός ονομάζει σύγχρονη Ικτίνου. The rest is history.

Στην Ικτίνου πλέον γίνεται –αψόγως ελληνιστί- «ο κακός χαμούλης» τα καλοκαιρινά βράδια. Είναι μια αυξημένη καλοκαιρινή σεζόν η «Ικτίνεια» σεζόν, ξεκινά με τις πρώτες ζέστες και τελειώνει με τις πρώτες πνευμονίες, καθώς κάθε λογής φοιτητής-νέος που θέλει να περάσει με οικονομικότατο τρόπο το βράδυ του και να κάνει «κεφάλι» -με όποιον τρόπο αυτός επιθυμεί-, έχει την Ικτίνου πολύ ψηλά στις προτιμήσεις του.

Δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν πως έχει παραγίνει το κακό στην Ικτίνου, από πολλές απόψεις. Αλκοόλ, ναρκωτικά, φασαρία και σκουπίδια, όλα μαζί και όλα σε υπερβολικό βαθμό. Εγώ, σαν νεαρός Θεσσαλονικιός που σέβεται τον εαυτό του, έχω περάσει βραδιές στην Ικτίνου. Είναι μια μικρή κοινωνία αυτή η Ικτίνου. Στο μυαλό πολλών, εκεί μαζεύεται κάθε λογής «λέσι» το οποίο σουρώνει, μαστουρώνει, πετάει τις μπύρες του όπου να ‘ναι και σηκώνεται και φεύγει. Εγώ έχω να πω πως δεν είναι ακριβώς έτσι. Είναι και έτσι.

Στην Ικτίνου μαζεύεται πλέον κάθε καρυδιάς καρύδι. Υπάρχουν όντως τα παιδιά τα οποία όταν ήμασταν μικροί οι γονείς μας έλεγαν να μην τα κάνουμε παρέα. Αλλά δίπλα τους κάθεται ο άκρως ανυποψίαστος και νορμάλ φοιτητής, ο οποίος απλώς θέλει να πιεί μια χαλαρή μπύρα, να πει δυο χαζομάρες –ίσως να πιεί και άλλες δύο- και μετά να πάει ήσυχος σπιτάκι του, ή κάπου αλλού να συνεχίσει το βράδυ του.

Δεν υπάρχει καταλληλότερος άνθρωπος να μας μιλήσει για την Ικτίνου από τον άνθρωπο που έχει το μαγαζί του σε απόσταση αναπνοής από το «σημείο 0», τον Γιάννη –κατά κόσμον «Μπένι»-, ιδιοκτήτη του Psilikology, του ψιλικατζίδικου της Ζεύξιδος. Πήγα στο μαγαζί του Μπένι και ανεβήκαμε στη σοφίτα, στα «ιδιαίτερα» για να πούμε δυο κουβέντες, γιατί κάτω μπαίνουν άτομα κάθε 5 δευτερόλεπτα, για να πάρουν μπύρα ή να επιστρέψουν το μπουκάλι της.



Για πες Μπένι, πόσα χρόνια έχεις το μαγαζί;

Το έχω από το 2010. Βέβαια, ο «χαμός» άρχισε να γίνεται το καλοκαίρι του 2013.

Έχεις δει μεγάλη βελτίωση στη δουλειά σου;

Το συζητάς; Πριν αρχίσει η κοσμοσυρροή με το ζόρι τα βγάζαμε πέρα. Πλέον τα πράγματα είναι πολύ, πολύ καλύτερα.

Πώς ξεκίνησε αυτή η κοσμοσυρροή και πού την αποδίδεις;

Το Pastaflora Darling έχει το κοκτέιλ 4 ευρώ στο χέρι κι εγώ έχω τις μπύρες μου. Σιγά-σιγά ο κόσμος το έμαθε και λόγω της οικονομικής κρίσης μαζεύτηκε εδώ πέρα. Και ο διπλανός –πλέον- πουλάει μπύρες, ασχέτως που πριν ήταν χοντρέμπορας και πουλούσε τυρί.

Υπήρχε ποτέ βράδυ που δεν προσπάθησαν να σε κλέψουν;

Λίγα. Συνέχεια γίνονται τέτοια χαζά. Έρχονται συχνά κάποιοι «σπόροι», αγοράζουν 2 μπύρες και κλέβουν άλλες δύο –τις μεγάλες τις δίλιτρες. Τις προάλλες τους έπιασα, άλλες φορές όχι. Αλλά συνέχεια γίνονται απόπειρες να με «ψειρίσουν».

Προσπαθούν λοιπόν να σου «τσουρνέψουν» τις μπύρες. Πες μου μια πολύ κακή εμπειρία σου στο μαγαζί.

Καταρχάς, με έχουν κλέψει ενώ έλειπα από το μαγαζί. Εκτός αυτού, ένας τύπος έφερνε άδεια μπουκάλια μπύρας κι εγώ του έδινα σε αντάλλαγμα την αξία σε μπύρες. Μια νύχτα είχα νεύρα και του λέω «σήμερα δεν τα παίρνω», είχα και δουλειά. Γυρνάει αυτός και με βρίζει, ανταλλάζουμε λίγες κουβέντες. Κατά τις 4 που έκλεινα, πήγε και στήθηκε απέναντι από το μαγαζί και άρχισε να πετάει άδεια μπουκάλια στη τζαμαρία. Έσπασε λίγο η τζαμαρία και με χτύπησε κι εμένα ένα μπουκάλι.

Γενικότερα, τα δύο τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να μαζεύεται «κακός κόσμος» στην Ικτίνου, από Ροτόντα, Ναυαρίνου κλπ. Παλαιότερα, ας πούμε πως είχε κάπως καλύτερο κόσμο.

Αν αφήσεις στην άκρη τον Γιάννη ως επαγγελματία και μου μιλήσεις ως πολίτης και μόνο –χωρίς κανένα επαγγελματικό ενδιαφέρον-, καταλαβαίνεις τους κατοίκους της Ικτίνου που διαμαρτύρονται για τον «χαμό» που γίνεται εδώ πέρα;

Φυσικά. Έχει παραγίνει το κακό, και με το αλκοόλ, και με τα ναρκωτικά. Άλλοι «την πίνουν» μέρα-μεσημέρι έξω από το σχολείο, με μικρά παιδιά από δίπλα. Απαράδεκτη κατάσταση.


Μίλησέ μου για τη σχέση σου με τον κυρ-Γιώργη, από τις παλιές φιγούρες του κέντρου της Θεσσαλονίκης, τον οποίο θυμάμαι κι εγώ πάλαι ποτέ στη Ναυαρίνου, να πίνει μπύρες στα παγκάκια.

Με τον κυρ-Γιώργη έχουμε μια συμφωνία… Μου φέρνει μπουκάλια μπύρας και του δίνω λεφτά στο χέρι. Τον βοηθάω γιατί είναι καλός άνθρωπος και ξεπέρασε ένα βαρύ πρόβλημα αλκοολισμού, παρά τη φτώχια του. Οι καιροί είναι δύσκολοι, αλλά κάνω ό,τι μπορώ, και κάνει κι αυτός με τη σειρά του ό,τι μπορεί.

«Ξεμαστουρώνεις» ποτέ από το νέφος που δημιουργείται πάνω από την Ικτίνου;

Πολύ σπάνια φίλε. Στο Google Maps έχει ένα μόνιμο σύννεφο από πάνω.

Λαμβάνεις επίδομα ακούσιας μαστούρας από το ελληνικό κράτος;

Όχι φίλε.

Σοβαρά; Να ψαχτείς. Το δικαιούσαι.

Θα το έχω υπόψη μου.

Δε μου λες ρε Μπένι… Παίζει κάνα γλυκό;

Στο σημείο αυτό, ο Μπένι δεν άντεξε άλλο τις χαζομάρες μου και με έδιωξε από το πατάρι πριν χάσει εντελώς την υπομονή του. Βγαίνοντας στην Ικτίνου, αν και διωγμένος, σκεφτόμουν αυτή τη μικρή βοήθεια που δίνει στον κυρ-Γιώργη. Δεν είναι κάτι φοβερό, αλλά θα μπορούσε να μην το κάνει. Κι όμως, ο Μπένι επιλέγει να το κάνει. Πόσο απλό και όμορφο.

Περπατώντας στην Ικτίνου βλέπεις πολλά. Μυρίζεις ακόμη περισσότερα και ίσως, κάποιες φορές, νιώθεις ιδιαιτέρως ανοίκεια, μέσα στην ίδια σου την πόλη, μέσα στην ίδια γειτονιά στην οποία πας κι έρχεσαι τόσα χρόνια. Δεν έχει να κάνει ούτε με το αλκοόλ, ούτε με τα ναρκωτικά –αν και, στην περίπτωση που μένεις στην Ικτίνου, από κάποιο σημείο και μετά φτάνει ο κόμπος στο χτένι, κάθε βράδυ τα ίδια και τα ίδια.

Το βασικό μας πρόβλημα, η αρχή μας και το τέλος μας, είναι ότι δεν έχουμε όρια. Μπορείς να ουρλιάζεις σαν υστερικός επειδή έχεις πάρει ένα κοκτέιλ από «ντρόγκια» και βαρύ αλκοόλ. Μπορείς να παίζεις ξύλο δημοσίως επειδή ο τόσος κόσμος στην Ικτίνου θυμίζει Ρωμαϊκή αρένα. Μπορείς, αν είσαι τόσο πια «ευρωπαίος» στο θέμα των ναρκωτικών και τόσο πια ξεκολλημένος, να «την πίνεις» μπροστά σε μικρά παιδιά, μέρα-μεσημέρι, γιατί «δεν είναι και τίποτα ρε αδερφέ, απλώς στην Ελλάδα δεν υπάρχει η αντίστοιχη παιδεία». Μπορείς πολλά να κάνεις, αν πια τόσο το θέλεις. Κι άμα είναι να έρθουμε σε θέματα παιδείας, μακάρι να μας έλειπε μόνο η «αντίστοιχη». Μια βόλτα στην Ικτίνου «το επόμενο πρωί» θα σας πείσει.

Πόση δουλειά θέλει αυτός ο ήλιος για να γυρίσει, πόση.

 

 

Advertisements
Tagged with: