ΚΑΤΣΑΡΙΔΑΚΙ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

Από μικρός, δεν ήμουν ιδιαίτερα «κολλημένος» με την αυτοκίνηση. Δεν ενθουσιαζόμουν με αυτοκίνητα/μηχανάκια πάσης φύσεως, δεν με τρέλαινε η ταχύτητα, δεν κοιτούσα καν ωραία αμάξια όταν περνούσαν –εκτός πια κι αν ήταν τίποτα πραγματικά εντυπωσιακό και το κοιτούσε όλος ο δρόμος, τότε ναι, κοιτούσα κι εγώ. Επειδή βέβαια δε μεγάλωσα στο Λονδίνο ή στο Ντουμπάι, τα πραγματικά πανάκριβα supercars είναι ελάχιστα –έως ανύπαρκτα- και 100% δακτυλοδεικτούμενα στην υπέροχη περίπτωση που περάσουν από μπροστά μας.

Άρχισα να ασχολούμαι πιο σοβαρά όταν προσέγγιζα επικίνδυνα τα 18 και το δίπλωμα οδήγησης ήταν προ των πυλών, ενώ οι γνώσεις μου περί μηχανοκίνητων οχημάτων ήταν σε επίπεδο κοντά στο μηδέν, μη σας πω και αγκαζέ με το μηδέν. Ξεκίνησα να ασχολούμαι δειλά-δειλά, να μαθαίνω τις μάρκες των αυτοκινήτων –«α τα χιουντάι τελικά αμάξια είναι; Νόμιζα ψυγεία έφτιαχναν»-, να βλέπω βιντεάκια στο YouTube, να κοιτάω περισσότερο τα αμάξια στο δρόμο και, φυσικά, να παρακολουθώ Top Gear –το Βρετανικό, εξυπακούεται αυτό.

Σιγά-σιγά μπήκα κι εγώ σ’ αυτόν τον κόσμο, μη φανταστείτε πολύ βαθιά. Ίσα-ίσα στην αυλή με αφήνουν να κάθομαι, παραμέσα δε μπορώ να μπω, για πολλούς λόγους, με τον κυριότερο να είναι πως είμαι ακόμη αρκετά άσχετος. Ξέρω παιδιά που από τον ήχο μιας εξάτμισης σου λένε τι αμάξι είναι, ποιας χρονολογίας και τι χρώμα μπλουζάκι φορούσε ο συνεργειατζής που του πέρασε την εξάτμιση. Ποτέ –ποτέ όμως- δεν κατάλαβα πώς το κάνουν. Είναι άνθρωποι πολύ χρήσιμοι να τους έχεις φίλους, στην περίπτωση που σου κλέψουν το αμάξι. Θα το ακούσουν να απομακρύνεται και θα σε ειδοποιήσουν. Είναι επίσης χρήσιμοι στην περίπτωση που καπνίζεις κρυφά από τους γονείς σου. Θα ακούσουν το αμάξι του πατέρα σου από μακριά (συγγνώμη πατέρα, ευχαριστώ Μιχάλη).

Τα αμάξια ξεκίνησα να τα βλέπω ως εκθέματα. Ένα αμάξι μου είναι ελκυστικό όταν είναι όμορφο εμφανισιακά, τόσο από μέσα όσο και από έξω. Στην πορεία, έβαλα στην εξίσωση τον παράγοντα «οδηγική συγκίνηση». Ένα αμάξι με δύναμη είναι ελκυστικό –ίσως κάποιες φορές περισσότερο ελκυστικό απ’ όσο θα έπρεπε. Ίσως όμως το κριτήριο που ταιριάζει καλύτερα στην ιδιοσυγκρασία μου είναι αυτό των αναμνήσεων. Το αμάξι σου δε σημαίνει τίποτα για τον γείτονά σου, αλλά σημαίνει τα πάντα για σένα.

Φαντάζεστε λοιπόν τον ενθουσιασμό μου όταν ένας φίλος μου τηλεφώνησε και μου είπε πως μια φίλη της μητέρας του τους δάνεισε για μερικές ημέρες το αμάξι της –το οποίο δεν είναι οποιοδήποτε αμάξι. Είναι ένας σκαραβαίος του 1971 –νομίζω, μην πέσετε να με φάτε αν έχω πέσει λίγο έξω. Αυτό το αμάξι κυκλοφορεί στον δρόμο από το 1971, ενώ εγώ από το 1996. Αυτό το αμάξι έχει υπηρετήσει μια οικογένεια για 45 χρόνια, με τα προβλήματά του, τις «λόξες» του και τις ιδιαιτερότητές του. Μπορεί για τους περισσότερους να είναι ένας σωρός λαμαρίνες, αλλά είναι ένας πολύ παλιός και σεβάσμιος σωρός από λαμαρίνες.

Το πήραμε λοιπόν και πήγαμε μια βόλτα, όταν πια καταφέραμε να βάλουμε την όπισθεν. Ας πούμε απλώς πως το κιβώτιο ταχυτήτων δεν έχει σχέση με τα σημερινά. Λειτουργεί μαντευτικά: «νομίζω πως μπήκε η όπισθεν και όχι η πρώτη… Ας αφήσω διστακτικά το φρένο…» Α, και τώρα που είπα φρένο: δεν υπάρχει φρένο. Υπάρχει δηλαδή, αλλά όχι όπως το έχουμε συνηθίσει, με αυτήν τη «σφουγγαροειδή» υφή. Μέχρι και –ελάχιστα- πριν το τέλος της διαδρομής του πεντάλ, δε συμβαίνει απολύτως τίποτε όταν πατάς το φρένο. Όταν όμως τερματίσει, τότε το αμάξι φρενάρει πιο απότομα και από την κόρνα του από πίσω σου σε πράσινο. Και επειδή το 1971 το ABS ήταν απλώς γράμματα της αγγλικής γλώσσας και τίποτα περισσότερο, είναι καλό να φρενάρεις προκαταβολικά κάνα-δυο χιλιόμετρα πιο πριν. Ποτέ δε ξέρεις ποιος ανώμαλος έχει τοποθετήσει φανάρι σε 500 μέτρα.

Το αμάξι επίσης δεν έχει δεξί καθρέφτη. Δεν ξέρω αν έτσι έβγαινε από το εργοστάσιο ή αν κάπου έπεσε το 198-κάτι, αλλά για να στρίψεις δεξιά κάνεις το σταυρό σου, κλείνεις τα μάτια, τρίζεις τα δόντια, λες 5 καλά λόγια στον Άγιο Φανούριο και στρίβεις με μένος το τιμόνι όσο πιο δυνατά μπορείς· δηλαδή, ό,τι ακριβώς κάνει το 80% των οδηγών στη Θεσσαλονίκη, στα αμάξια των οποίων ο δεξιός καθρέφτης είναι ξεκάθαρα διακοσμητικός. Σε αυτό το αμάξι τουλάχιστον οι από πίσω έχουν ψυχανεμιστεί πως κάτι –λογικά- δε θα δουλεύει καλά και τηρούν τις αποστάσεις ασφαλείας με το παραπάνω. Αφήστε που λατρεύουν το μικρό κατσαριδάκι και χαμογελάνε, χαιρετάνε και βγάζουν φωτογραφίες ακόμη κι αν πάτησες τον σκύλο τους.

Είχα μια παρόμοια εμπειρία στη Ρώμη –ΘΕΕ ΜΟΥ ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΩ ΑΓΟΡΑΣΕΙ ΤΗ GOPRO ΟΤΑΝ ΠΗΓΑ ΣΤΗ ΡΩΜΗ;-, όπου οδήγησα ένα Fiat 500 του 1965. Όλοι κοιτάνε, γελάνε, αγαπάνε. Τι πιο όμορφο από ένα έκθεμα εν κινήσει; Κάτι τέτοιο είναι κι αυτός ο σκαραβαίος. Ένα κομμάτι της αυτοκινητιστικής ιστορίας, ένα σπουδαίο κομμάτι θα έλεγα εγώ. Και κάθε φορά που ζοριζόμουν να στρίψω το τιμόνι δεξιά, κάθε φορά που πατούσα γκάζι και δεν συνέβαινε κάτι, κάθε φορά που έμπαινα από την πόρτα του συνοδηγού γιατί του οδηγού είχε μπλοκάρει κι εγώ δε ξέρω πόσα χρόνια πριν, χαμογελούσα από σεβασμό στην γαλάζιο αυτόν «παππού».

Σκεφτείτε μονάχα πόσα πράγματα έχουν ζήσει αυτοί οι άνθρωποι σε ένα αμάξι που είναι 45 ετών -εδώ εγώ έχω το MiTo μου 2 χρόνια και το αγαπώ όσο τίποτα. Παραπάνω από μία ολόκληρη ζωή είναι τα 45 χρόνια –σίγουρα παραπάνω απ’ τη δική μου, τουλάχιστον. Τα καθίσματά του έχουν μεταφέρει ανθρώπους και ανθρώπους, τα «τοιχώματά» του έχουν ακούσει χιλιάδες νέα, χαρμόσυνα ή μη. Ένα πραγματικό, με τα όλα του, μέλος της οικογένειας. Και μετά από τόσα χρόνια, ακόμη κάνει τη δουλειά του, κάθε μέρα και καλύτερα.

Μην είστε τόσο άκαρδοι με τον παππού. Δείξτε του τον σεβασμό που αξίζει. Αν τον δείτε στον δρόμο, χαμογελάστε του κι εσείς.

Advertisements
Tagged with: