Ο ΠΙΟ ΣΩΣΤΟΣ ΚΑΦΕΣ ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΟ ΕΛΛΑΔΑ

Το σήμα κατατεθέν της πόλης μου είναι ο Λευκός Πύργος. Δεν πλησιάζει σε ομορφιά τον Παρθενώνα, τον πύργο του Άιφελ, το Μπιγκ Μπεν ή την Σαγράδα Φαμίλια, αλλά αν κλείσεις τα μάτια σαν Κινέζος και έχεις πιει 3-4 μπύρες, με τη σημαία στην κορυφή μοιάζει πάρα πολύ με ποτήρι φραπέ και καλαμάκι.

Αυτό στα μυαλά διαφόρων αντικατοπτρίζει τον τρόπο ζωής μας στη Θεσσαλονίκη. Έχω αρχίζει να κουράζομαι με αυτούς τους κλισέ χαρακτηρισμούς. Ας ξεκινήσω από το πιο απλό: κανένας –ΚΑΝΕΝΑΣ- δεν πίνει φραπέ στη Θεσσαλονίκη –εκτός αν έχει κάποια επιθετική μορφή δυσκοιλιότητας και πρέπει όπως και δήποτε να πάει στην τουαλέτα. Όλοι πίνουμε «φρέντο εσπρέσο», κι όσοι δεν τον πίνουν σκέτο τον πίνουν –φυσικά- με μαύρη ζάχαρη. Αν δεν με πιστεύετε, κάντε μια βόλτα στα «κλαρινογαμπρίστικα» καφέ της πόλης κατά μήκος της παραλιακής και της οδού Μητροπόλεως και παρατηρήστε πως το 90% των καφέδων –τουλάχιστον- είναι «φρέντο εσπρέσο».

Δεύτερος σπαστικός κλισέ χαρακτηρισμός: «σε» λέω και «με» λες. Θεωρώ τον εαυτό μου σπαστικά τυπικό σε γραμματικοσυντακτικά θέματα, και όχι, δεν κάνω ένα τόσο σοβαρό λάθος σε καθημερινή βάση. Πιστέψτε με, η συντριπτική πλειοψηφία των Θεσσαλονικιών γνωρίζουμε πως το σωστό είναι «σου» λέω. Επίσης, οι περισσότεροι που -παρόλα αυτά- το λένε, το κάνουν επειδή αναπαράγουν αυτό το κοινωνικό «φαινόμενο», γιατί, ως κάποιο βαθμό, είναι διασκεδαστικό, είναι κατά μία έννοια «ενωτικό» (κοινωνικό ζώον ο άνθρωπος, το έχουμε πει πολλές φορές) και μας αρέσει να βλέπουμε κι άλλους συντοπίτες και να τους αναγνωρίζουμε χωρίς να ξέρουμε καν το όνομά τους. Σπίτι είναι εκεί που ακούω πολλά «με» και «σε». Πριν, λοιπόν, μας πεις αγράμματους, αναλογίσου πως όλο αυτό στην πραγματικότητα είναι ένας τρόπος να διασφαλίσουμε πως δε θα μας πει κανένας «Αθηναίους» κατά λάθος –μπρρρρ. Αυτός ο τρόπος αναγνώρισης έχει δικλείδα ασφαλείας το παχύ «λ». Το «με» και το «σε» μπορείς να το μιμηθείς, το «λ» ποτέ, ρε φιόγκο.

Μια που μίλησα για το «λ», ο Λλευκός ο Πύργος είναι μέσα στα πόδια μας. Τον προσπερνάμε συνεχώς, τον βλέπουμε σε μαγνητάκια, μας ρωτάνε τουρίστες αμφιβόλου προελεύσεως πώς να πάνε στον Λευκό Πύργο. Δεν θέλει πολύ να σιχτηρίσεις, άντε πια με αυτόν τον Λευκό τον Πύργο, μας έχετε σπάσει τα νεύρα. Τόσα όμορφα πράγματα έχει η Θεσσαλονίκη, σ’ αυτό το λευκό κουτί θέλεις να πας; Άμα θες πια τόσο πολύ, ρε κιτρινιάρη, you go left κι όλο ευθεία.

Είναι μια μεγάλη αλήθεια πως στη Θεσσαλονίκη ό,τι κι αν έχεις να κάνεις, όσο γεμάτο κι αν είναι το πρόγραμμά σου, πάντα θα έχεις χρόνο για έναν καφέ. Έτσι κι εγώ με έναν φίλο μου –πριν έναν χρόνο σχεδόν- ξεκινήσαμε ένα είδος ημερολογίου, το οποίο ονομάσαμε «το χρονικό του σωστού καφέ» και σημειώναμε τον κάθε ενδιαφέροντα –με οποιονδήποτε τρόπο- καφέ που πίναμε –μαζί με μία σέλφι-, εντός και εκτός Θεσσαλονίκης. Είχαμε πιει αρκετούς εντυπωσιακούς καφέδες (μεταξύ άλλων και στο Βατικανό), αλλά για εμένα ο πιο «σωστός» ήταν αυτός που ήπιαμε στην ταράτσα του δημαρχείου της Ρώμης. Δεν μας άφηναν να πάρουμε μαζί μας καφέ στην ταράτσα, αν και πληρώσαμε 7 ευρώ ο καθένας για να ανέβουμε. Επειδή όμως τα καλά τα παλικάρια ξέρουν κι άλλα μονοπάτια, αγοράσαμε δύο μικρά εσπρεσάκια σε πλαστικό ποτηράκι και τα κρύψαμε μέσα στη θήκη της κάμερας του φίλου μου. Ανεβήκαμε λοιπόν με άκρως ενοχικό βλέμμα στην ταράτσα, φοβούμενοι πως θα γίνουμε οι πιο ηλίθιοι «εγκληματίες» της Ρώμης για τον 21ο αιώνα, θα μας συλλάβουν οι τρομακτικότατοι –αψόγως ιταλιστί με ελληνική κατάληξη- καραμπινιέροι και θα μας βαράνε χαστούκια στο τμήμα φωνάζοντας –τραγουδιστά, με ιταλική προφορά- «βλάκα, τι κάνεις, καφέ σε ταράτσα πώς πήρες;»

Τελικά, δεν έγινε τίποτα από αυτά. Οι σεκιουριτάδες σίγουρα μας πήραν χαμπάρι γιατί ανοίξαμε τη θήκη της κάμερας σαν να κρύψαμε μέσα καμια βόμβα, αλλά αποφάσισαν να μην ασχοληθούν με τους ηλίθιους Έλληνες που μπήκαν σε τόσο κόπο για να πιούν έναν ρημαδοκαφέ. Επίσης, αναθεώρησαν σε ό,τι έχει να κάνει με το «ούνα φάτσα ούνα ράτσα». Εμείς ήμασταν πολύ περήφανοι για το κατόρθωμά μας και ακόμη είμαστε. Ήμασταν σίγουρα στους πιο ανόητους επισκέπτες για το 2015.

Στον Λευκό Πύργο επίσης απαγορεύεται ο καφές. Εγώ δεν πτοήθηκα ούτε στο ελάχιστο. Πήρα έναν καφέ σε πλαστικό –νες αυτή τη φορά-, τον καπάκωσα με 2 καπάκια και τον στρίμωξα στην τσάντα μου, ώστε να μην πολυκουνιέται. Μπήκα μέσα στον Λευκό Πύργο σαν να είμαι ζωσμένος με εκρηκτικά και γουρλωμένα μάτια. Η υπάλληλος με ρώτησε αν αισθάνομαι καλά κι αν θέλω να μου πάρει την πίεση, της είπα πως είμαι μια χαρά και άρχισα να ανεβαίνω αυτήν την ατελείωτη σκάλα σαν να είχα καταπιεί μαγκούρα. Φοβόμουν μη χυθεί ο καφές, μου αρέσει πολύ ο σάκος μου.

Αφού ανέβηκα όλη τη σκάλα σαν να έχω πάθει λόρδωση και χαμογέλασα σε όλους τους υπαλλήλους που έβλεπα μπροστά μου για να μην κινήσω τις υποψίες –ένας από αυτούς μάλιστα νομίζω τρόμαξε γιατί του χαμογελούσα πολύ έντονα, «κάτσε» λέει, «τι θέλει τώρα ετούτος ο μυστήριος;» και έφυγε με γρήγορα πλάγια βήματα- έφτασα επιτέλους στην ταράτσα του Λευκού Πύργου. Εντάξει, όχι εντελώς στην ταράτσα, αλλά έφτασα στην αμέσως από κάτω ταράτσα, το πάνω-πάνω δεν είναι ανοιχτό στο κοινό.

Εκεί πλέον ηρέμησα, έβγαλα και τον σάκο από την πλάτη μου, είδα πως χύθηκε λίγος καφές, έβρισα δυνατά και ήρθαν κάτι ξανθοί αγνώστου προελεύσεως να τους βγάλω φωτογραφία. «Ουστοδιάλο ρε ξανθοτέτοιε απογευματιάτικα» του είπα, «δε βλέπεις ότι μπαλάντζαρε ο καφές και μου έκανε την τσάντα Θερμαϊκό;» “What?” μου λέει. Πώς να το μεταφράσω αυτό ρε παιδιά; Τον έβγαλα φωτογραφία να με αφήσει ήσυχο. Μη ντροπιαστούμε και διεθνώς.

Πήγα λοιπόν σε μια μεριά του πύργου, έβγαλα τον καφέ δειλά-δειλά και κοιτούσα τη θέα. Τι πόλη όμορφη είναι αυτή, το λέω συνέχεια σε γνωστούς και φίλους και γίνομαι κουραστικός. Με μαγεύει που μπορείς να κάνεις τα πάντα σε αυτήν. Έχει δυο πύργους: στον έναν ανεβαίνεις με ασανσέρ και πληρώνεις 10 ευρώ τον καφέ (βλέπε «Ο ακριβότερος καφές στη Βόρειο Ελλάδα»), στον άλλον ανεβαίνεις με τα πόδια και τον περνάς λαθραίο. Διαλέγετε και παίρνετε.

Μην προσπερνάτε τον Λευκό Πύργο. Μη του θυμώνετε που δεν είναι Πύργος του Άιφελ. Ίσως το μέρος δεν είναι τόσο αναγνωρίσιμο, ίσως η θέα δεν είναι τόσο εντυπωσιακή, αλλά ο ενθουσιασμός μου ακράτητος και το χαμόγελο μου απείρως πλατύτερο από τότε στο δημαρχείο της Ρώμης.

Καλή η πιάτσα Βενέτσια, αλλά δε φαίνεται από το παράθυρο του μπάνιου της γιαγιάς μου. Εδώ, είμαι σπίτι μου.

Advertisements
Tagged with: