Olympus part I – Η ΔΥΝΑΜΗ ΠΟΥ ΚΡΥΒΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΟΥ

Πριν από μερικούς μήνες, η απάντησή μου σε κάθε πρόταση του στυλ “ψήνεσαι το επόμενο -αψόγως ελληνιστί- “σουκού” να ανέβουμε Όλυμπο;” θα ήταν απλώς ένα υποτιμητικό κοίταγμα το οποίο δεν αξίζει σε κανένα πλάσμα αυτού του κόσμου. Τέτοια ήταν η απαξίωσή μου απέναντι σε κάθε αθλητική δραστηριότητα, ειδικά αυτές για τις οποίες καταναλώνεις ολόκληρο το Σαββατοκύριακό σου μέσα στο παίδεμα, την κούραση και την απόγνωση.

Πλέον ωστόσο διάκειμαι ευνοϊκώς απέναντι σε τέτοιου είδους προτάσεις. Όχι γιατί έγινα κανένας υπεραθλητής, μη φανταστείτε. Απλώς ξεκίνησα το blog και πλέον κάνω σχεδόν τα πάντα για θέμα κειμένου. Αυτή η ασθένεια είναι μια εξαιρετικά σπάνια μορφή γαστρεντερίτιδας, η οποία στους ιατρικούς κύκλους είναι γνωστή ως “GoingPrrrrrrr”.

Αυτήν την ασθένεια θα την αρπάξεις σίγουρα αν πας στον Όλυμπο με GoPro. Η GoPro θα αναλάβει το “Go” και ο Όλυμπος θα αναλάβει το “Prrrrrrr” –και με το παραπάνω. Έχει ψοφόκρυο εκεί πάνω. Έτσι λοιπόν και στη δική μου περίπτωση, όλα ξεκίνησαν με το να πω “ναι” σε μια Ολυμπία ανάβαση, έχοντας στο μυαλό μου πως όλα είναι εύκολα και απλά. “Λίγο περπάτημα είναι, μωρέ. Ούτε που θα ιδρώσουμε.”

Με αυτήν την ψυχολογία άρχισα λοιπόν να ετοιμάζομαι για την ανάβαση στον Όλυμπο, έχοντας κλείσει διανυκτέρευση στον Κάκαλο, στα 2648 μέτρα. Αφού κανόνισα τα βασικά (δηλαδή τι πρέπει να πάρω μαζί μου για να μην πεθάνω σαν σκυλί στον Όλυμπο), κοιμήθηκα με πλατύ χαμόγελο το Σάββατο το βράδυ έχοντας βάλει 6μιση το πρωί ξυπνητήρι.

Το πρωί με βρήκε κάπως έτσι, ένα θέαμα καθόλου ευχάριστο ούτε για εμένα, ούτε για τους γείτονες, ούτε για εσάς. Για κανέναν, βασικά. Πώς είμαι έτσι ρε παιδιά; Ευτυχώς δεν έχει πορτιέρη στον Όλυμπο, γιατί με τέτοια εμφάνιση ούτε Σμόλικα δεν ανεβαίνεις.

Το χαμόγελο του Σαββάτου με συντρόφευσε μέχρι και τους πρόποδες του Ολύμπου. Εκεί έγιναν δύο απαίσια πράγματα –ακόμη δεν έχω αποφασίσει ποιο είναι το χειρότερο. Το πρώτο είναι ότι στα πρώτα 15 λεπτά της ανάβασης κατάλαβα πως ο Όλυμπος δεν είναι βουνό, αλλά λόφος, εν ονόματι “Γολγοθάς”. Ειδικά στην περίπτωση που ανεβαίνεις με 3 φίλους σου που είναι και οι 3 “φιτ”. Το δεύτερο είναι ότι φόρεσα εσωθερμικό κολάν. Τώρα που το σκέφτομαι, καθώς ο συνδυασμός εμού και κολάν είναι άτοπος, σίγουρα αυτό είναι χειρότερο. Ναι, σίγουρα το δεύτερο είναι χειρότερο.

Στην ανάβαση κάναμε κάποιες ολιγόλεπτες στάσεις, στις οποίες δεν έπρεπε να κάτσουμε πολύ, για να “μην χάσουμε τον ρυθμό μας” και να “μην κρυώσουμε”. Περιττό να αναφέρω πως για να χάσεις τον ρυθμό σου πρέπει να τον βρεις πρώτα, κι εγώ το μόνο που είχα χάσει ήταν τα αυγά και τα πασχάλια και το μόνο που είχα βρει ήταν τα πράγματα σκούρα. Στις στάσεις λοιπόν τρώγαμε μια μπουκιά ξηρούς καρπούς, πίναμε λίγο νερό και συνεχίζαμε.

Καθώς ωστόσο περνούσε η ώρα άρχισα να νιώθω καλύτερα. Χαμηλώσαμε και λίγο τον ρυθμό, εγώ φαινόμουν ολοένα και πιο δυνατός –κάπου εκεί έκανα εμετό-, συνεχίσαμε ακάθεκτοι την ανάβαση και περάσαμε τα μισά της διαδρομής –εκεί δηλαδή που με έπιασε επιθετική κράμπα στη δεξιά γάμπα- και τελικά περάσαμε από έναν εντυπωσιακό βράχο στον οποίο αποφασίσαμε να κάνουμε στάση –μάλλον αναγκαστική, γιατί με έπιασε κράμπα και στον τετρακέφαλο.

Η άνοδος μέχρι το πρώτο καταφύγιο του Αγαπητού, αν και εφιαλτική, ήταν εντυπωσιακή. Περνάς από υπέροχα μέρη, τα οποία δεν βλέπεις, γιατί έχεις το κεφάλι κάτω και ανεβαίνεις, μετρώντας υπομονετικά αντίστροφα τα δευτερόλεπτα μέχρι την επόμενη στάση. Ωστόσο, πέραν πλάκας, εάν επιχειρήσετε την ανάβαση Πριόνια-Αγαπητός με έναν άνετο για εσάς ρυθμό (όχι το 2 ώρες και 45 λεπτά το οποίο με ζόρισε πολύ), μπορείτε πολύ εύκολα να την φέρετε εις πέρας. Τα τοπία είναι μαγευτικά, τα μονοπάτια πατημένα ως εκεί που δεν πάει και ο Όλυμπος έχει να σας προσφέρει πολλά περισσότερα απ’ όσα νομίζατε –ο Δίας μια φορά χαζός δεν ήταν.

Στον Αγαπητό φάγαμε από μισή μακαρονάδα με κιμά, ήπιαμε από ένα αναψυκτικό –για τη γλυκόζη- και συνεχίσαμε την ανάβαση για το καταφύγιο του Κάκαλου. Τότε βρεθήκαμε στο δίλημμα “Ζωνάρια ή Κοφτό”, δηλαδή ποιο μονοπάτι θα ακολουθούσαμε μέχρι το επόμενο καταφύγιο. Τα Ζωνάρια είναι η πιο γνωστή διαδρομή, όμως κάνεις τον κύκλο του βουνού και αργείς πολύ να φτάσεις. Το Κοφτό, όπως προμηνύει και τ’ όνομα, σου “κόβει” δρόμο, με τίμημα ένα τσίμπημα στην επικινδυνότητα του μονοπατιού.

Εμείς, ίσως επειδή είμαστε θερμοκέφαλοι, ίσως επειδή ήμασταν κουρασμένοι, ίσως επειδή βαριόμασταν να περπατήσουμε παραπάνω και χίλια άλλα ίσως, επιλέξαμε να πάρουμε το Κοφτό και να φτάσουμε μια ώρα αρχύτερα στον Κάκαλο, άντε πια με τον Όλυμπο, ούτε 4 ώρες δεν ήμασταν εκεί και τα νεύρα μας είχαν γίνει τσατάλια, παντού πέτρες, δέντρα και χαλίκια. Ζωή είναι αυτή; Ο κωδικός του wi-fi ποιος είναι;

Το Κοφτό τελικά τίμησε το όνομά του. Δρόμο κόβεις και με το παραπάνω· απλώς ο δρόμος έχει μια απίστευτα απότομη κλίση σε κάποια σημεία και θέλει μεγάλη προσοχή. Φυσικά, πάντα θα συναντήσεις τους ενοχλητικότατους 70άρηδες με τον ορειβατικό τους εξοπλισμό, οι οποίοι κατεβαίνουν μια θανάσιμα επικίνδυνη και απότομη πλαγιά σε δευτερόλεπτα, ντροπιάζοντάς σε ανεπανόρθωτα και αφήνοντάς σε να κλαις και να οδύρεσαι σε μια πλαγιά του Ολύμπου σαν την Ήρα, όταν έμαθε ότι ο άντρας της μεταμορφώθηκε σε ταύρο για να –αψόγως ελληνιστί- “καυλαντίσει” την Ευρώπη –μεταξύ μας, τι γαμάτος τύπος πρέπει να ήταν ο Δίας;

Αφού ξεπεράσαμε –περίπου- το σοκ και την ντροπή που συνοδεύει την μίζερη συνειδητοποίηση πως αυτός ο καχεκτικός γέρος μας ξεφτιλίζει στην ορειβασία, αρχίσαμε ξανά να ανεβαίνουμε προσεκτικά την απότομη πλαγιά. Ο Όλυμπος είναι δημοφιλές βουνό: μια στο τόσο θα συναντήσεις ορειβάτες και θα επιβεβαιώσεις πως βρίσκεσαι ακόμη στο μονοπάτι και δε θα σε κλαίνε οι ρέγκες. Ίσως είναι ο άγραφος κώδικας των ορειβατών –τον οποίο δε γνωρίζω γιατί ορειβάτης δεν είμαι-, ίσως φταίει το γεγονός πως η διάθεση όλων είναι πολύ καλή και βρίσκονται όλοι στο ίδιο κλίμα, ίσως πάλι φταίει το ότι είμαστε τόσο πια συμπαθητική σαν παρέα –αυτό το αποκλείω. Πάντως, με όποιον κι αν συναντηθήκαμε, ηλικιωμένο, νέο, Έλληνα ή ξένο, χαιρετηθήκαμε εγκάρδια, σε διάφορες γλώσσες και πάντα με χαμόγελο. “Γεια χαρά, καλή κατάβαση”, “Χαίρετε, καλό κουράγιο”. Οι ορειβάτες είναι με διαφορά η πιο ευγενική κοινωνία που έχω συναντήσει, και εν μέρει ο λόγος που το λέω αυτό είναι πως με έκαναν σε διάφορες στιγμές να αισθανθώ μέλος της.

Κάπου εκεί που ένιωθα τα πόδια μου πολύ βαριά και την ανάσα μου γρήγορη και καυτή άρχισε να αχνοφαίνεται μακριά το καταφύγιο. Η χαρά μου, απερίγραπτη. Καθώς πλησιάζαμε μπορούσαμε να νιώσουμε ολοένα και περισσότερο τη ζεστή σόμπα του καταφυγίου να ανακουφίζει τα κρυωμένα κορμιά μας, ώσπου ένας φίλος μου γύρισε το κεφάλι του και είδε ένα άλλο καταφύγιο, στο μέγεθος κουκίδας, στην άλλη μεριά του οροπεδίου. Προφανώς και είχαμε περπατήσει προς το λάθος καταφύγιο. Προφανώς και θα μου συνέβαινε αυτό –ΔΙΑ, ΤΩΡΑ ΕΡΧΟΜΑΙ, ΤΩΡΑ.

Περπατώντας –επιτέλους- προς το σωστό καταφύγιο, του Κάκαλου, σκέφτηκα πως αυτό που έκανα ήταν μεγάλη υπόθεση. Όχι γιατί δεν το έχουν κάνει άλλοι πριν από εμένα, χιλιάδες άτομα έχουν ανέβει εκεί, μπορεί και κατακόρυφο. Το θέμα είναι να θέτεις σιγά-σιγά ψηλότερα τον πήχη, όπως μπορείς εσύ, για τον εαυτό σου μόνο εσύ ξέρεις και κανένας άλλος. Σε αυτήν την –για πολλούς άλλους- πολύ εύκολη ανάβαση στον Κάκαλο κατάλαβα πως κρύβω μια περίεργη δύναμη μέσα μου, η οποία ενδεχομένως ενεργοποιείται μετά τα 2000 μέτρα.

Με τα πολλά έφτασα στον Κάκαλο, συνάντησα τους υπεύθυνους και λίγο έλειψε να τους φιλήσω στο στόμα. Τόσο χάρηκα που δε θα περπατούσα άλλο. Είχα άλλωστε μεγάλη μέρα, ανέβηκα στα 2648, μόχθησα, ίδρωσα, έπεσα και σηκώθηκα –πολλές φορές. Αφήστε με λίγο να ξεκουραστώ. Στο επόμενο GoingPro (βλέπε Olympus part II – Δία, δεν είσαι πουθενά) θα προσπαθήσω να ανέβω και στην κορυφή. Έχω κάτι ανοιχτούς λογαριασμούς με τον Δία.

 

Advertisements
Tagged with: