Olympus part II – ΔΙΑ, ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΠΟΥΘΕΝΑ

Όπως ανέλυσα ενδελεχώς στο προηγούμενο GoingPro (βλέπε “Olympus part I – Η δύναμη που κρύβεις μέσα σου”) η ανάβασή μου στον Όλυμπο ήταν επεισοδιακή, απείρως κουραστική και κάποιες στιγμές εφιαλτική. Ωστόσο, κατάφερα με την παρέα μου να φτάσω στον Κάκαλο, το καταφύγιο στο οποίο θα περνούσαμε τη νύχτα, το οποίο είναι χτισμένο στα 2648 μέτρα.

Το πρώτο πράγμα που αναρωτήθηκα είναι πώς στον κόρακα χτίζεις το οτιδήποτε δυόμιση χιλιάδες μέτρα πάνω από το έδαφος. Δεν πρέπει να είναι καθόλου ευχάριστο να ξημεροβραδιάζεσαι σε ένα βουνό, πόσο μάλλον να χτίζεις ένα σπίτι πάνω σε ένα βουνό.

Η άλλη μου απορία ήταν ποιος κουβάλησε τις γεννήτριες, τα φωτοβολταϊκά, τη σοκολάτα, τις φακές, τα πιάτα, τα κρεβάτια και τα τραπέζια στα 2648 μέτρα. Οι –αψόγως ελληνιστί- “σβουνιές” ήταν δηλωτικές της παρουσίας γαϊδουριών στο βουνό. Λογικά, τα γαϊδούρια κουβαλάνε τα περισσότερα. Τα παιδιά που δουλεύουν στο καταφύγιο σίγουρα παίρνουν κι αυτοί τίποτα ανεβαίνοντας, επί τη ευκαιρία.

Στο καταφύγιο λοιπόν ήταν μαζεμένα αρκετά άτομα. Τα κρεβάτια θύμιζαν τα κρεβάτια των νάνων, πολύχρωμα και στοιβαγμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Το κοντινότερο βέβαια πράγμα σε Χιονάτη εκεί πάνω ήταν ο μουσάτος τύπος που δούλευε στο καταφύγιο, και δε φαινόταν να μασάει από χαλασμένα μήλα. Θα το έτρωγε, θα το ρευόταν και μετά θα ανέβαινε Μύτικα με κοντομάνικο. Έτσι, γιατί μπορεί.

Η σόμπα του καταφυγίου ήταν το πιο ωραίο πράγμα που έχω δει στη ζωή μου. Ήταν παλιά και σκουριασμένη, όμως ήταν ζεστή, και εκείνη τη στιγμή δε μας ενδιέφερε τίποτα άλλο. Στο κάτω-κάτω, τι με νοιάζει εμένα πώς είναι η σόμπα; Ποιος είμαι, ο Σπύρος Σούλης; Μεταξύ μας, κι ο Σπύρος Σούλης θα την αγκάλιαζε τη σόμπα μανιωδώς με τέτοιο κρύο και θα την χαρακτήριζε “βέρι έλεγκαντ”.

Οι καθημερινές σου ασχολίες παίρνουν άλλη διάσταση στον Κάκαλο. Δεν κατουράς, όχι φίλε, δεν κατουράς απλώς. Κατουράς στα 2648 μέτρα πάνω από το έδαφος. Κατουράς το 99% των γνωστών σου, “δεν βρέχει, κατουράει ο Σερβετάς”. Δεν κοιμάσαι απλώς, κοιμάσαι 2648 μέτρα πάνω από το έδαφος –ίσως αυτό δικαιολογεί εν μέρει το ότι κοιμήθηκα σαν τούβλο και μετά ξύπνησα Λάζαρος, σαν να αναστήθηκα από τους νεκρούς (αφήστε που ήταν ένας τύπος εκεί πάνω με μούσια και κοτσίδα που έμοιαζε με τον Χριστούλη). Και φυσικά, δεν πίνεις απλώς ζεστή σοκολάτα, πίνεις ζεστή σοκολάτα στο βουνό των Θεών, αγκαζέ με τον Δία, την Αφροδίτη και τους λοιπούς, με θέα απερίγραπτη και πλατύ χαμόγελο. Κι όλα αυτά με 2μιση ευρώ. Δεν ξέρω για εσάς, εγώ θα έδινα και τα τριπλάσια. Εκτός κι αν θέλετε να κουβαλήσετε εσείς τη σοκολάτα, το μπρίκι και τη γεννήτρια.

Η αλήθεια είναι πως, όσο χειμωνιάζει, καλό είναι να μην πολυβγαίνεις έξω στον Όλυμπο. Ωραία η ζεστή σοκολάτα, ωραία η θέα, αλλά μπορεί να σου πέσουν τα δάχτυλα, κι όχι τίποτα άλλο, πώς θα βγάλω μετά σέλφι με τη GoPro; Μέσα στο καταφύγιο όμως τα πράγματα είναι όλα πολύ ζεστά και πολύ στεγνά –τι άλλο να ζητήσει κανείς εκεί ψηλά;

Καθώς βράδιαζε και η θερμοκρασία έπεφτε, συνειδητοποίησα πως τα παιδιά που μένουν στο καταφύγιο θα κοιμηθούν έξω στις σκηνές. “Γιατί ρε παιδιά;” λέω “Να, εδώ στρωματσάδα χωράμε να κοιμηθούμε, μη βγείτε εκεί έξω νυχτιάτικα, θα σας φάνε οι λύκοι.” Η απάντηση που πήρα ήταν “είναι πιο ωραία έξω”. Άι στο διάολο βραδιάτικα με τους περίεργους. Άκου εκεί είναι πιο ωραία έξω.

Είχα ακούσει πως η ανατολή στο βουνό είναι η πιο όμορφη ανατολή που μπορείς να δεις, εκτός από έναν φίλο μου που λέει πως η πιο όμορφη ανατολή είναι στο χωριό του έξω από τα Καμμένα Βούρλα, το οποίο δεν νομίζω πως είναι αλήθεια, αλλά αν δεν παινέψεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει. Έτσι λοιπόν μετά από έναν –περιέργως- ζεστό ύπνο ενώ έξω φυσούσε μανιωδώς, χτύπησε το ξυπνητήρι μου στις εξίμιση για να δω την ανατολή. Μετά από τα 17 “κλείσ’ το ρε ηλίθιε”, “ά γαμήσου ρε ρομαντικέ πρωί πρωί”, “πάλι ο μαλάκας με τη GoPro είναι;” σηκώθηκα σε αυτό το –κατά άλλα- υπέροχο και ειρηνικό πρωινό στις κορυφές του Ολύμπου.

Το μόνο που δήλωνε πως είναι πρωί ήταν το κινητό μου. Ο Όλυμπος είχε άλλη γνώμη, καθώς είχε μαύρο σκοτάδι και εγώ κουτούλησα τα πάντα στη σκοτεινή σοφίτα του καταφυγίου, καθώς και κοπάνησα το μικρό μου δαχτυλάκι σε κάθε έπιπλο, προς μεγάλη ευχαρίστηση των συνορειβατών μου. Με τα πολλά, ντύθηκα σαν το κρεμμύδι, βγήκα έξω και πρωταγωνίστησα στον “Εφιάλτη στον δρόμο με τις λεύκες”. Μόνο που αντί για λεύκες υπήρχαν πέτρες, αντί για δρόμο είχε σύννεφα, και αντί για εφιάλτη είχε κι άλλα σύννεφα. Βρισκόμουν μέσα σε ένα σύννεφο, στις 7 παρά τέταρτο στα 2648 μέτρα. Καθόμουν λοιπόν υπομονετικά τουρτουρίζοντας μπας και φύγει το σύννεφο και δω τίποτα, και εκείνη την ώρα ξύπνησε ένας από τους υπεύθυνους του καταφυγίου, βγήκε από τη σκηνή και με είδε να χοροπηδάω μπροστά από το καταφύγιο. Αναρωτήθηκε, όπως ήταν λογικό “τι κάνει εκεί αυτός ο μαλάκας;” και μπήκε μέσα.

Αφού μου έκανε καφέ, μου είπε πως εκείνο το όμορφο πρωινό τα χνώτα του είχαν παγώσει πάνω στη σκηνή. Εγώ γούρλωσα λίγο τα μάτια και αποφάσισα να το προσπεράσω. Τον ρώτησα αν γίνεται με τέτοια σύννεφα να ανέβουμε στην κορυφή, και μου συνέστησε να μην το επιχειρήσω, αφού μου ξεκαθάρισε πως αποκλείεται να έρθει και να με μαζέψει από όποια χαράδρα πέσω. Μετά, άρχισε να μου λέει φρικαλέες ιστορίες για το πώς μάζεψε ανά τα χρόνια ανθρώπους που γνώρισαν την κακιά πλευρά του βουνού, αυτή που δε συγχωρεί και δε σηκώνει πλάκες. Αφού μου έκοψε λοιπόν την όρεξη για κορυφές και για “κοκοριλίκια”, μου είπε -πιο σοβαρά αυτή τη φορά- να μην το επιχειρήσουμε αν δεν φύγουν τα σύννεφα.

Είναι δύσκολο να παρακούσεις έναν άνθρωπο ο οποίος λίγα λεπτά πριν σου περιέγραφε πώς μάζευε νεκρούς από χαράδρες. Στο μεταξύ, ξύπνησαν και οι φίλοι μου και βγήκαμε έξω για να κάνουν ένα τσιγάρο –εγώ είμαι 11 μήνες άκαπνος και συνεχίζω. Εκεί, ένας συνταξιούχος πλέον αεροπόρος της πολεμικής αεροπορίας που έμεινε τη νύχτα στο καταφύγιο μου είπε “εντάξει μωρέ, σιγά και τα σύννεφα, πέτρες είναι, προσοχή θέλει απλώς”. Βαρέθηκα να είμαι ο πιο φλώρος σε αυτό το καταφύγιο. Αμάν πια, όλοι οι περίεργοι εκεί μαζεύτηκαν. Σηκωθήκαμε και φύγαμε, ανηφορίζοντας προς τον Προφήτη Ηλία.

Ο Προφήτης Ηλίας στέκεται στα 2803 μέτρα και είναι η έκτη ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου. Το πιο εντυπωσιακό είναι πως είναι το ψηλότερο εκκλησάκι της Ελλάδος. Υπάρχει ένας Παπάς ο οποίος έχει ιδιαίτερη αγάπη για την ορθόδοξη εκκλησία και την ορειβασία και αποφάσισε να τα συνδυάσει. Ανεβαίνει λοιπόν όσο συχνότερα μπορεί, με ράσο και Salomon ορειβατικό παπούτσι για να κρατήσει το εκκλησάκι σε λειτουργία.

Αυτό το εκκλησάκι είναι με διαφορά η καλύτερη προσπάθεια της εκκλησίας να πλησιάσει τον Θεό· τα κατάφερε, από άποψη απόστασης τουλάχιστον, για τα άλλα δεν μπορώ να κρίνω. Το μόνο σίγουρο είναι πως εκεί που ανέβηκα εγώ, δεν είδα κανέναν Δία. Με άκουσε μάλλον που νευρίασα όταν πήγαμε στο λάθος καταφύγιο και κρύφτηκε, δεν εξηγείται αλλιώς. Κατέκτησα λοιπόν αυτήν την κορυφή με μπλούζα “Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ” και είπα στον Δία να κατέβει περίπου 100 μέτρα γιατί εγώ με τέτοιο καιρό αποκλείεται να ανέβω.

Έτσι όπως κατεβαίναμε από τα Ζωνάρια, σε κάποια φάση χάσαμε το μονοπάτι και βρεθήκαμε να ανεβαίνουμε μια αρκετά απότομη πλαγιά. Ευτυχώς βρέθηκαν εκεί πέρα κάτι άνθρωποι και μας είπαν πως έχουμε πάρει το δρόμο για τον Μύτικα –η κορυφή φαινόταν μέσα από τα πυκνά σύννεφα, δεν απείχε πάνω από 50 μέτρα. Πήρα το βραβείο του πιο ηλίθιου ορειβάτη, στην προσπάθειά μου να κατέβω από τον Όλυμπο κόντεψα να ανέβω στον Μύτικα –ο γνωστός “ορειβλάκας”. Το κοντέρ έγραψε περίπου 2850 μέτρα, τόσα είχα να δώσω. Θα τα πούμε την επόμενη φορά, Δία.

Στην μακρά κατάβασή μου από τον Όλυμπο σκέφτηκα πως ο άνθρωπος βρίσκει την πίστη του όταν νιώθει πολύ, πολύ μικρός. Πολύ μικρός νιώθεις δίπλα σε αυτό το βάραθρο, πολύ μικρός νιώθεις δίπλα στις κολοσσιαίες πέτρες. Δε μπορεί, λες από μέσα σου, να είμαι εγώ ό,τι μεγαλύτερο έχει να δώσει αυτός ο κόσμος. Ο φόβος είναι ανθρώπινος, ανθρώπινη η ελπίδα και η εναπόθεσή της σε κάτι μεγαλύτερο. Πάντως ρε Δία, στεναχωρήθηκα πολύ που δε τα είπαμε με εσένα και τους άλλους 11 εκεί ψηλά. Πόσο αστείο φαίνεται αυτό τώρα, τόσες χιλιάδες χρόνια μετά. Πώς γίνεται οι άνθρωποι να πίστευαν πως ο Θεός έστειλε τον γιο του στη γη για να τους δείξει τον σωστό δρόμο προς την βασιλεία Του;

Συγγνώμη, γράψτε λάθος. Αυτό το πιστεύουμε τώρα.

Advertisements
Tagged with: