Η ΠΟΛΗ ΠΟΥ ΗΤΑΝ – …ΚΑΙ ΝΑ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ

Σήμερα, όπως υποσχέθηκα στο προηγούμενο κείμενο (βλέπε Η πόλη που ήταν – Για να θυμούνται οι νέοι…) θα συνεχίσω να αναζητώ μέρη που ήταν αλλά δεν είναι πλέον. Αυτή τη φορά, θα μιλήσω για μαγαζιά τα οποία δεν πρόλαβα, ούτε κατά διάνοια.

Η Θεσσαλονίκη είναι άλλωστε από μόνη της μια τεράστια ιστορία –τι να πρωτοπώ και τι να πρωτοαφήσω. Να με –αψόγως ελληνιστί- “σχωρνάτε” που θα αφήσω πολλά απ’ έξω. Είμαι σίγουρος πως οι παλιοί έχετε χίλια να μου πείτε, όμως συμπαθάτε με. Η Θεσσαλονίκη εδώ θα είναι, έχουμε χρόνο.

Όπως και στο προηγούμενο κείμενο, προσθέτω σε αυτό το σημείο έναν χάρτη με τα 5 μέρη που ήταν, για να θυμούνται κι οι παλιοί –τι, αυτοί στο πηγάδι κατούρησαν;

  1. Forum

Το πρώτο μαγαζί της λίστας είναι εδώ για συναισθηματικούς κυρίως λόγους. Βρισκόταν στην καρδιά της πλατείας Ναυαρίνου για πολλά χρόνια –τουλάχιστον τα χρόνια που ήμουν εγώ ενεργός “Ναυαρινόβιος”, αν και πολύ-πολύ μικρός. Ήταν το μαγαζί στο οποίο μαζευόταν όλη η παρέα των γονιών μου, η οποία ήταν πολυάριθμη με όλη τη σημασία της λέξης.

Οι γονείς μου με έπαιρναν μαζί τους σχεδόν παντού. Μεγάλωσα στην πλατεία, στο Forum, πάντα δίπλα στους γονείς μου, πάντα “σπίτι” –γιατί σπίτι δεν είναι τα 4 ντουβάρια αλλά οι άνθρωποί σου. Μπορούσα λοιπόν κι εγώ να λέω περήφανα –όντας τότε πολύ μικρός- πως ήμουν κι εγώ μέρος αυτής της παρέας και ψιλοκοκορευόμουν, κάποιες φορές περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. Ποτέ δεν κατάλαβα αν με ήθελαν όλοι εκεί ή αν απλώς τους έσπαγα λίγο τα νεύρα –δε θα μάθουμε ποτέ. Το σημαντικό είναι πως το Forum -το μεταγενέστερο “Ελίτ” που πλέον και αυτό έβαλε λουκέτο- ήταν το μαγαζί όπου οι γονείς μου “στέγασαν τα παιδικά τους όνειρα” και με το κλείσιμό του, κλείσανε στο μυαλό μου –και στο δικό τους, είμαι σίγουρος- πολλά κεφάλαια, με το σημαντικότερο να είναι αυτό της πλατείας Ναυαρίνου.

  1. Τόττης

Ο Τόττης ήταν πασίγνωστη καφετέρια στην παραλιακή της Θεσσαλονίκης, εκεί που βρίσκεται το σημερινό Garçon Brasserie. Στον Τόττη δούλευε ο πατέρας μου για κάποιο χρονικό διάστημα κι είχε πολλά να πει. Πολλά έχουν να πουν κι όσοι έχουν φάει τον “ντουντουρμά” του.

Μια φίλη των γονιών μου είχε πάρει ταξί για να κατέβει στο κέντρο, και μπήκε στο ταξί ως δεύτερη διαδρομή –το κλασικό “δεν σας πειράζει να πάρουμε την κυρία, ε…;” Στο ταξί ήταν ένας κύριος που ήταν μισός Έλληνας, είχε χρόνια να έρθει στη Θεσσαλονίκη, είχε ζητήσει τουριστική βόλτα από τον ταξιτζή και ο τελευταίος τον γυρνούσε σε σημεία ενδιαφέροντος σε όλη την πόλη. Έβλεπε λοιπόν αυτός το λιμάνι, την παραλία, τα μαγαζάκια να έχουν όλα αλλάξει… Ξαφνικά ρωτάει “και ο Τόττης…; Πού είναι ο Τόττης;” και ο ταξιτζής απαντά αφοπλιστικά “ο Τόττης έγινε γκαρσόν”. Λέει λοιπόν και ο τύπος “ο Τόττης γκαρσόν; Μα πώς ξέπεσε έτσι ο καημένος…” Κουβέντα χιλίων καρδιναλίων.

Μια άλλη φορά, ένας σερβιτόρος του Τόττη είδε την τύχη να του χαμογελά. Ήταν απ’ αυτούς που αγόραζαν συνέχεια τα ίδια νούμερα στο λαϊκό λαχείο. Μια μέρα στη δουλειά, άκουσε τα νούμερα και ήταν τα νούμερά του! Πήρε λοιπόν μια τεράστια “παραμάνα” και τη γέμισε με παραγγελίες. 30 καφέδες, 5 τοστ, 10 παγωτά, 20 χυμοί κλπ κλπ… Πήγε λοιπόν στη μάρκα να τα γράψει. “Τα ‘γραψες ρε; Τα ‘γραψες;” “Ναι, τα ‘γραψα” “ΚΡΑΤΣ”. Έτσι λοιπόν, ο σερβιτόρος αυτός παρέφρασε λίγο τον Ελύτη σε μια στιγμή ενθουσιασμού -Κρατς, λάμψη, θρύψαλά- κι έφυγε χαμογελώντας.

  1. Κινηματογράφος Ηλύσια

Ο κινηματογράφος αυτός βρισκόταν στην Παύλου Μελά 8, γωνία με Μητροπόλεως, όπου ακόμη και σήμερα μπορούμε να διακρίνουμε τη μεγάλη επιγραφή ΗΛΥΣΙΑ. Σήμερα το κτίριο αυτό είναι εμπορικό κέντρο, ενώ η περιοχή ακόμη ονομάζεται Ηλύσια, τιμής ένεκεν.

Ο κινηματογράφος αυτός ήταν μεγάλος για την εποχή του και ψηλοτάβανος με 3 εξώστες. Όταν ξεκίνησε τη λειτουργία του το Νοέμβριο του 1930, ο κινηματογράφος Ηλύσια είχε ήδη προκαλέσει σάλο γιατί, αν και “στολίδι” για την πόλη λόγω του εντυπωσιακού του σχεδιασμού, θεωρήθηκε πως θα βεβηλώσει την εκκλησία που βρισκόταν δίπλα –τη Νέα Παναγία.

Από το περίπτερο που βρίσκεται μπροστά από τα Ηλύσια είχαμε αγοράσει με 3 φίλους μου ένα πούρο, την περίοδο που ξεκίνησα το κάπνισμα. Νομίζω πως είχε γεύση σοκολάτας, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Όπως ήταν φυσικό, το πούρο ήταν απαίσιο και μας έφερε –σε όσους από εμάς δοκιμάσαμε- σκοτοδίνη. Γύρω από αυτό το περίπτερο επίσης ο πατέρας μου κυνήγησε, όταν ήταν μικρός, το τότε “αγόρι” της αδερφής του, για πλάκα. Το “αγόρι” δεν ήξερε βέβαια ότι ήταν πλάκα. Πλέον το ξέρει, γιατί εξελίχθηκε σε θείος μου.

  1. Χαμζά Μπέη Τζαμί – Αλκαζάρ

Το Χαμζά Μπέη Τζαμί –γνωστό στους Θεσσαλονικείς ως “Αλκαζάρ” γιατί έτσι ονομαζόταν ο κινηματογράφος που για χρόνια στέγαζε-  είναι ένα από τα πρώτα τζαμιά που χτίστηκαν στη Θεσσαλονίκη μετά την Άλωση.

Η ιστορία του είναι μεγάλη και τραγική. Συνέχισε να λειτουργεί ως τζαμί και μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912, συγκεκριμένα μέχρι το 1925, όταν έφυγαν από τη Θεσσαλονίκη και οι τελευταίοι Μουσουλμάνοι με την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1923. Κηρύχθηκε διατηρητέο και το 1927 περιήλθε στην ιδιοκτησία της Εθνικής Τράπεζας η οποία το πούλησε σε ιδιώτη μέσω δημοπρασίας.

Για πολλά χρόνια –έως και τις αρχές της δεκαετίας του ’80- λειτουργούσε ως κινηματογράφος εν ονόματι Αλκαζάρ, ενώ υπήρξε και –κατά μία έννοια- εμπορικό κέντρο, με μαγαζιά που πουλούσαν κυρίως υποδήματα. Εάν ρωτήσεις Θεσσαλονικιό τι είναι το Χαμζά Μπέη Τζαμί θα σε πιάσει απ’ τον γιακά και θα σου πει “για ξαναπές το αυτό, ρε φιόγκο!” Όμως, το “Αλκαζάρ” σαν ονομασία είναι πολύ-πολύ δημοφιλέστερο.

Το Χαμζά Μπέη Τζαμί το έχουν βρει χίλια κακά από τότε που χτίστηκε το 1468. Το “βρήκε” η μεγάλη πυρκαγιά του 1917, ο μεγάλος σεισμός του 1978, υπέστη διαμελισμό των εσωτερικών του χώρων για τη δημιουργία μικρότερων καταστημάτων, έγινε υπερύψωση του δαπέδου για τις ανάγκες του κινηματογράφου ενώ γκρεμίστηκε τμήμα του εξωτερικού τείχους. Το χειρότερο και πιο ντροπιαστικό όμως κακό ήταν το γεγονός ότι ο κινηματογράφος Αλκαζάρ έδειχνε, εκτός από καράτε και λοιπές ταινίες, και πορνό.

Μέσα λοιπόν στον πάλαι ποτέ Μουσουλμανικό ναό έχουν βογκήξει μεγάλες προσωπικότητες του ελληνικού ρεαλιστικού κινηματογράφου. Έχει ποτίσει η πέτρα από “αμαρτία”. Πόσο ειρωνική η βλέψη πως τα Ηλύσια που ανέφερα παραπάνω ως κινηματογράφος θα βεβήλωναν την ιερότητα της Νέας Παναγίας που βρισκόταν παραδίπλα. Στην περίπτωση του Αλκαζάρ κανείς δε λογάριασε ιερότητες και τέτοιες αηδίες: βάλε την τσόντα να παίζει. Και χάρη τους κάναμε που δεν το ανατινάξαμε με δυναμίτη, όπως έχει γίνει στο παρελθόν με λοιπά τζαμιά.

Να σημειώσω εδώ πως η λογική “ναι, αλλά και οι Τούρκοι γκρέμισαν εκκλησίες και τις έκαναν στάβλους και καλά τους κάνουμε τους βρωμότουρκους και να ξεφτιλίσουμε και τον πολιτισμό τους και τον Θεό τους” είναι από μόνη της προβληματική. Δεν υπάρχει αμιγής λαός. Είναι τραγικό να μην σεβόμαστε, να αδιαφορούμε και ακόμη χειρότερα να αφαιρούμε από οποιονδήποτε τόπο στοιχεία που τον έκαναν αυτό που είναι σήμερα. Κανείς δεν ενοχλήθηκε που στο Χαμζά Μπέη Τζαμί έπαιζε τσόντα. Εσύ τι θα έλεγες όμως εάν αντί για ημισέληνο ο ναός είχε σταυρό;

Τελικά, το 1977 το Χαμζά Μπέη Τζαμί δωρίστηκε στον Ερυθρό Σταυρό –να σημειωθεί πως οι τσόντες συνέχισαν και για μερικά ακόμη χρόνια. Παραχωρήθηκε τελικά το 2006 στο Υπουργείο Πολιτισμού και ξεκίνησε σιγά-σιγά η αποκατάσταση του βιασμένου –κυριολεκτικά- μνημείου.

  1. Κινηματογράφος Κεντρικόν

Το πόσα ονόματα άλλαξε αυτό το κτίριο είναι απίστευτο. Έγινε κέντρο διασκέδασης ως SAVOY, μπουζουκλερί ως ΑΡΩΜΑ και τώρα είναι πάλι κέντρο διασκέδασης –live stage- εν ονόματι Room 63. Παλαιότερα, υπήρξε καφετέρια. Όμως, ακόμη παλαιότερα ήταν κινηματογράφος, και προς το τέλος του ερωτικός κινηματογράφος.

Δε θα ξεχάσω ποτέ μία φορά που πήγα στο εν λόγω μαγαζί. Ήταν τον καιρό που ονομαζόταν ΑΡΩΜΑ, ήταν Σάββατο της Ανάστασης κι εγώ, όπως το απαιτεί το έθιμο, αφού τσουγκρίσεις το αυγό και φας τη μαγειρίτσα βγαίνεις και ξεφτιλίζεσαι σε μπουζουκλερί πάσης φύσεως. Έτσι λοιπόν έγινε κι εκείνη τη νύχτα στο ΑΡΩΜΑ, όπου εγώ από κάποιο σημείο και μετά μεράκλωσα και περνούσα τέλεια με όλους τους τραγουδιστές –οι οποίοι ήταν σίγουρα πάνω από 15. Έλεγα λοιπόν σε έναν φίλο μου “ αυτή η τραγουδίστρια είναι κούκλα! Εδώ και 3 τραγούδια το σκέφτομαι!” “Τώρα βγήκε αυτή, βρε ηλίθιε, μην πιείς άλλο.”

Η πιο αστεία όμως ιστορία για αυτό το μαγαζί είναι αυτή με πρωταγωνιστή έναν συμμαθητή της μαμάς μου. Ο εν λόγω τύπος έχει πάει στο τσοντάδικο εποχής, στο οποίο προφανώς δεν πας για τη διακόσμηση ή για το σενάριο. Πας για να αυνανιστείς, να “τραβήξεις μια παχιά”, να –το αγαπημένο μου- “ψωλοβροντήξεις”. Έτσι λοιπόν κι αυτός πήγε να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του ορμές. Μπαίνει μέσα, κάθεται, ανάβει και τσιγάρο, κοιτάει δεξιά, κοιτάει αριστερά και σου λέει “εδώ είμαστε”. Έτσι λοιπόν μέσα στο σκοτάδι με το ένα χέρι τον έπαιζε και με το άλλο κρατούσε το τσιγάρο. Το φέρνει στο στόμα να πάρει τζούρα, κι εκείνη τη στιγμή ΤΣΑΦ! Ανάβουν τα φώτα. Τον βλέπει ο ταξιθέτης, τον πλησιάζει ύπουλα, του δίνει μια σφαλιάρα στον σβέρκο και το τσιγάρο τινάζεται με σπειροειδή κίνηση και καταλήγει στον σβέρκο του δυο σειρές πιο μπροστά, ο οποίος επίσης τον έπαιζε. Στιγμιότυπο γραμμένο με χρυσά γράμματα στην ιστορία της ελληνικής σεξ σκηνής.

Αυτή είναι λοιπόν μια Θεσσαλονίκη που γνώρισα μόνο μέσα από τα μάτια των γονιών μου. Ο Τόττης έγινε γκαρσόν, το τζαμί τσοντάδικο. Ποιος ξέρει; Σε 100 χρόνια, ο Λευκός Πύργος μπορεί να γίνει ξεφτιλάδικο πρώτης τάξεως -αν, φυσικά, επιβιώσει και δε γίνει Coffee Island ή Todaylicious. Το μόνο σίγουρο είναι πως οι ιστορίες θα αυξάνονται γι’ αυτό καλό θα ήταν να τις λέμε μεταξύ μας, μη τις ξεχάσουμε.

Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα για έναν χώρο από το να ξεχαστεί. Εκεί έπαιξαν παιδιά, φιλήθηκαν ζευγάρια, ακούστηκαν γέλια, χαρές και κλάματα. Σε κάθε χώρο αξίζει μια θέση στο σεντούκι του μυαλού μας.

Advertisements
Tagged with: