ΤΟ ΝΕΡΟ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ

Τις τελευταίες εβδομάδες με έχει πιάσει μια φρενίτιδα ενθουσιασμού και γυρνοκοπάω στη Θεσσαλονίκη, βλέποντας μέρη γνωστά και άγνωστα που ξυπνούν μέσα μου αναμνήσεις και ιστορίες σε λανθάνουσα κατάσταση. Στα τελευταία δύο κείμενα ασχολήθηκα με μέρη που “ήταν” και δεν είναι πια. Όμως δεν είπα τίποτα για τον ακρογωνιαίο λίθο της εφηβικής μου ηλικίας, το μαγαζί στο οποίο στέγασα εγώ τα παιδικά μου όνειρα, βαρώντας “κάρτες” και κλείνοντας οχτάωρα εκεί μέσα: το Νερό που Καίει.

Στη συμβολή των οδών Προξένου Κορομηλά και Χρυσοστόμου Σμύρνης βρίσκεται αυτό το καφέ που υπάρχει από τον αιώνα τον άπαντα, το ιστορικό Νερό που Καίει. Το “από τον αιώνα τον άπαντα” το λέω χαριτολογώντας. Ο πατέρας μου θυμήθηκε πως κάποτε, στο μέρος αυτό υπήρξε μια κάβα. Από εκεί θυμάται να έχει αγοράσει ένα μπουκάλι Jack Daniels, συγκεκριμένα –μετά από έρευνα- ένα Inaugural Decanter του 1984, 1.5 λίτρου.

Αυτό το μπουκάλι έκλεισε τα 32 με μεγάλη επιτυχία. Για τις ανάγκες της φωτογράφησης το μετακίνησα λίγο από το ντουλάπι που κρύβεται τόσα χρόνια, και όλοι στο σπίτι κρατούσαν την ανάσα τους “μη του πέσει του ανόητου και τζάμπα το περίμενε τόσα χρόνια”. Ο πατέρας μου λέει πως θα το ανοίξει όταν παντρευτώ, αλλά εγώ υποστηρίζω να περιμένουμε καμιά 30αριά ακόμη χρόνια και να το μοσχοπουλήσουμε σε κανέναν περίεργο συλλέκτη –τζάμπα σκονίζεται τόσα χρόνια; Άντε μην το πιώ. Πόσο ποιητικό, πάντως, που ο πατέρας μου αγόρασε ένα μπουκάλι με νερό που καίει από το μετέπειτα Νερό που Καίει;

Αυτή είναι η πραγματική διάσταση του “νερού που καίει”: το αλκοόλ. Έτσι λοιπόν ονομάστηκε το Νερό που Καίει, από την ινδιάνικής προέλευσης ονομασία του αλκοόλ. Έτσι και το λογότυπο του μαγαζιού απεικονίζει έναν ινδιάνο κι έτσι κι εμείς, στις πρώτες μας εμπειρίες από αλκοολούχα ποτά, τρώγαμε συνεχώς άκυρα από τους εργαζόμενους του Νερού Που Καίει, καθώς αρνούνταν κατηγορηματικά να μας σερβίρουν αλκοόλ. Τι θα πει δηλαδή ότι ήμασταν ανήλικοι και θα τους έκλειναν φυλακή; Ήμασταν σίγουρα οι καλύτεροι πελάτες, συνάμα οι μικρότεροι και εκνευριστικότεροι.

Στο Νερό που Καίει δεν πίναμε λοιπόν αλκοόλ, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια. Στο Νερό πίναμε φραπέ στον “κουβά”: καθώς ήμασταν θαμώνες, μας σέρβιραν φραπέ σε μεγαλύτερο ποτήρι απ’ ό,τι σε λοιπούς θνητούς. Μπαίναμε λοιπόν μέσα, χαιρετούσαμε τον Κώστα τον μπάρμαν-ντιτζέι-καθαρίστρια-χορεύτρια-λίγο απ’ όλα, χαιρετούσαμε την Ηλέκτρα τη σερβιτόρα –η οποία έχει πλέον παιδί και υπήρξε κάποτε κρυφός πόθος όλης της παρέας- και ανεβαίναμε στον πάνω όροφο, στο βασίλειό μας. Και όπως κάθε βασίλειο έχει το παλάτι και τον θρόνο του, ο δικός μας θρόνος ήταν το αριστερά γωνιακό τραπέζι.

Μπορείτε λοιπόν να φανταστείτε τον –δικαιολογημένο- εκνευρισμό μας όταν ανεβαίναμε στον επάνω όροφο και βλέπαμε ΑΛΛΟΥΣ θνητούς να κάθονται στο τραπέζι ΜΑΣ. Και ποιος είσαι εσύ του λόγου σου κύριος…; Έρχεσαι στο μαγαζί ΜΟΥ, που το έχω χτίσει με τον ιδρώτα ΜΟΥ –κυρίως από τη στάμπα του παντελονιού στις καρέκλες- και κάθεσαι αρχοντικά στο τραπέζι ΜΟΥ; Θα σε κάνω τη ζωή μαρτύριο ρε τσαπερδονοκωλοσφυρίχτρα της κακιάς ώρας, ρε μπαμπέση, ρε λιγόψυχε κερατά, ρε θλιβερή της φύσης πινελιά. Ξαφνικά το κείμενο πήρε έναν αέρα ελληνικής ταινίας εποχής, θυμίζει λίγο καυγά σε μπουζουκτσίδικο. Σχωρνάτε με.

Η πραγματική διάσταση των γεγονότων ήταν λίγο διαφορετική. Η φυγή των άτυχων που έκατσαν στο τραπέζι μας ήταν πάντα θέμα χρόνου. Όχι τίποτε άλλο, απλώς τους κάναμε τον βίο αβίωτο. Τι φωνάζαμε, τι παίζαμε κανένα χαρτί, τι βρίζαμε –όντας μικροί και άμυαλοι- και φέρναμε ακόμη και τις καρέκλες σε δύσκολη θέση, τι ξεσπλαγχνίζαμε ο ένας στον άλλον τους πιο απόκρυφους ερωτικούς μας πόθους με κάθε λεπτομέρεια. Δεν ήθελε πολύ η άλλη παρέα να σηκωθεί να φύγει κουτρουβαλώντας της σκάλες, “άντε στο διάολο με τα πιτσιρίκια απογευματιάτικα”. Ειδικά άμα ήταν και κανένα ζευγαράκι στο πρώτο ραντεβού… Κακομοίρη μου, τι ύψιστο στρατηγικό σφάλμα διέπραξες; Πάει το κορίτσι, πέταξε. Κι εμείς κοιτούσαμε μοχθηρά τους κιοτήδες που τόλμησαν να μας πάρουν τόσο άνανδρα τις θέσεις να κατεβαίνουν τις σκάλες με ένα Ναπολεόντειο βλέμμα νίκης –και λόγω αλαζονείας αλλά και λόγω ύψους, μην ξεχνάτε πως ήμασταν πιτσιρίκια.

Χυνόμασταν λοιπόν στις καρέκλες μας, παραγγέλναμε τον φραπέ στον κουβά και σιγά-σιγά ξεκινούσε η επέλαση: ο πάνω όροφος του Νερού ήταν δικός μας και φροντίζαμε να το πιστοποιούμε αυτό κάθε Παρασκευή και Σάββατο. Δεν υπήρχε περίπτωση να πας στο Νερό που Καίει και να μην βρεις 20 γνωστά πρόσωπα. Ήταν ένα τεράστιο Σαββατοκυριακάτικο πάρτι. Το κακό βέβαια για τους σερβιτόρους ήταν πως, αν και μαζευόμασταν το λιγότερο 15 άτομα στον πάνω όροφο και έπεφταν σοβάδες στον κάτω όροφο από την αναμπουμπούλα, αγοράζαμε μάξιμουμ 3 καφέδες, σε ένα διάστημα 6 ωρών –γιατί η πρώτη βάρδια έφευγε σε κάποια φάση, αλλά στο μεταξύ είχε έρθει η δεύτερη και ανακοίνωνε στον σερβιτόρο “θα σου πω σε λίγο”, ερχόταν η τρίτη βάρδια κι έλεγε το ίδιο, και ούτω καθεξής.

Το Νερό που Καίει ήταν ένα στέκι με τα όλα του, ήταν ορμητήριο, καταφύγιο και όλα τα λοιπά. Εκεί πειραματιζόμασταν με το νέο μας σπορ, το κάπνισμα, περισσότερο μόδα παρά ανάγκη. Καθώς περνούσε ο καιρός, ξεκινήσαμε και το σπορ “κοκτέιλ σε πλαστικό”, το οποίο ήταν η αγορά κοκτέιλ σε πλαστικό ποτήρι και η κατανάλωσή του απέναντι από το Νερό που Καίει, γιατί έτσι παρανομούσαμε εκτός του μαγαζιού.

Η πιο χαρακτηριστική ιστορία στο νερό που καίει αφορά έναν φίλο μου ο οποίος διηγούνταν την πρώτη του προσπάθεια ερωτικής συνεύρεσης με μία κοπέλα στην κατασκήνωση. Πάνω λοιπόν που πήγε το πράγμα στο “καλό”, θυμήθηκε ότι έχει ξεχάσει τα προφυλακτικά στη σκηνή. “Ω να σου γαμήσω” λέει και τρέχει να τα πάρει, πηδώντας ένα τοιχάκι για να κόψει δρόμο. Τα πήρε και τρέχοντας ξαναγύρισε στην αγκαλιά της κοπέλας, η οποία προς μεγάλη του θλίψη είχε αλλάξει γνώμη. Έτσι, μέσα στην σιγαλιά που ακολούθησε το δυστυχές τέλος της ιστορίας, ακούστηκε ένας φίλος μου να λέει “τελικά, μόνο το τοιχάκι πήδηξες” και έτσι χαράχτηκε το όνομά του για πάντα στο Hall of Fame της καλύτερης ατάκας.

Στο Νερό που Καίει έχουν χαραχτεί και τα ονόματά μας πάνω στα τραπέζια, στις πολυθρόνες και σε διάφορα χαρακτηριστικά σημεία. Δεν είναι άλλωστε μυστικό ότι ξημεροβραδιαζόμασταν εκεί. Ήταν ωστόσο η εποχή Π.Τ.Ι. (Προ Τσεκ Ιν) και δεν το μάθαινε όλος ο ντουνιάς. Το Νερό που Καίει είναι ακόμη και σήμερα στο ίδιο σημείο, με άλλο διευθυντικό προσωπικό. Εμείς δεν είμαστε στο ίδιο σημείο, αλλάξαμε παραστάσεις και μυαλά, αλλά κάθε φορά που περνάμε απ’ έξω κάτι μέσα μας φουντώνει και μας θυμίζει μια εποχή αλλιώτικη, που πίναμε αλκοόλ “παράνομα” και καπνίζαμε κρυφά.

Τι λέτε, ξαναπάμε καμιά Παρασκευή να θυμηθούμε τα παλιά;

Advertisements