ΤΣΟΝΤΑΔΙΚΟ “ΛΑΪΚΟΝ”

Ημέρα Τετάρτη, η ώρα 7μιση το απόγευμα. Ξυπνώ από έναν απογευματινό ύπνο, από αυτούς που σε αποσυνδέουν πλήρως από την πραγματικότητα και κάνεις ώρες να ξυπνήσεις. Με το ζόρι σηκώνομαι από το κρεβάτι, ρίχνω λίγο νερό στο πρόσωπό μου, βάζω ένα φούτερ με κουκούλα, από πάνω το δερμάτινο και φεύγω από το σπίτι. Έχω πάνω μου κλειδιά, GoPro και 5 ευρώ. Δε χρειάζεται τίποτε άλλο.

Μπαίνω στο MiTo και το ραδιόφωνο παίζει Shine από Kwan. Λόγω της υπνηλίας η οποία δε λέει να με ξεκαβαλικέψει, κρυώνω, τουρτουρίζω. Βάζω τη ζέστη στο φουλ, όμως η μηχανή δεν είναι ακόμη ζεστή και ο αέρας που βγαίνει με παγώνει ακόμη περισσότερο. Αποφασίζω να κάνω υπομονή και να ψάξω για άλλη μια φορά τη διεύθυνση στο κινητό μου, αν και την ήξερα πολύ καλά: Μοναστηρίου 4, εντός στοάς. Η μεγαλύτερη ψυχρολουσία της ημέρας δεν είχε λάβει ακόμη χώρα.

Ο κινηματογράφος εν ονόματι “Λαϊκόν” είναι ένας από τους παλαιότερους στη Θεσσαλονίκη. Ίσως και να είναι ο τελευταίος του είδους του, αλλά δεν το νομίζω, η Θεσσαλονίκη είναι πολύ μεγάλη και άγνωστα τα τερτίπια της. “Λαϊκόν” ονομάστηκε γιατί απευθυνόταν εξαρχής στους καθημερινούς, λαϊκούς ανθρώπους τους οποίους μάζευε ανέκαθεν ο Βαρδάρης. Τσοντάδικο δεν ήταν πάντα, από τότε που πρωτολειτούργησε γύρω στο ’60. Σχεδιάστηκε για να γίνει κανονικό σινεμά, το οποίο για πολλά χρόνια έπαιζε κωμωδίες, περιπέτειες και ελληνικές ταινίες .

Η “τσόντα” ετυμολογικά δεν έχει καμία σχέση με το πορνό. Είναι ένα συμπλήρωμα, μια προσθήκη σε κάτι, όπως το εξτρά ύφασμα στο μπάλωμα και τα ψιλά που “τσοντάρουμε” γιατί αλλιώς δε “βγαίνουν”. Έτσι, τα πρώτα χρόνια που το πορνό ήταν άκρως παράνομο, κανένα σινεμά δεν έπαιζε ολόκληρες πορνογραφικές ταινίες: δεν υπήρχαν καν στην Ελλάδα. Ερχόντουσαν από το εξωτερικό τμήματα ταινιών πορνογραφικού περιεχομένου, τα οποία και “τσόνταραν” στις ταινίες του προγράμματος. Συνεκδοχικά, λοιπόν, “τσόντα” ονομάστηκε ολόκληρη η ταινία πορνό. Κάπως λοιπόν έβγαινε φιρμάνι πως η τάδε ταινία θα έχει “τσόντα”, έτσι και μαζεύονταν οι ενδιαφερόμενοι. Η ταινία αυτή μπορεί να ήταν μια σεξοκωμωδία, ή μπορεί να ήταν και εντελώς άσχετη, ίσως ένα ντοκιμαντέρ για ακρίδες. Έτσι, εκεί που έβλεπες το ζευγάρωμα των ακρίδων, ΤΣΑΚ! Πλέον, έβλεπες των ανθρώπων, για ένα σκληρό 7λεπτο.

Τον πρώτο μάλιστα καιρό που ήρθαν οι “τσόντες” στην Ελλάδα, οι αρχές μπορεί να τις κυνηγούσαν μανιωδώς, όμως ο κόσμος έδειξε φοβερό ενδιαφέρον. Ερχόταν κάθε λογής άνθρωπος στα επονομαζόμενα “τσοντάδικα”, ακόμη και οικογενειάρχες με τις γυναίκες τους, για λόγους καθαρά ερευνητικούς, με ενδιαφέρον “καλλιτεχνικό” –εντός πολλών, πολλών εισαγωγικών. Οργανωνόταν ολόκληρο σύστημα για να μπει και να βγει η τσόντα: ειδικός τσιλιαδόρος εκτός του σινεμά ο οποίος φυλούσε τσίλιες και προειδοποιούσε στη θέαση κάθε πιθανού μπάτσου για να αλλάξει η μπομπίνα και να μπει η κανονική ταινία. Αυτή με τις ακρίδες, ναι.

Στην πορεία βέβαια, με την πρόοδο της τεχνολογίας, οι παλιές μηχανές προβολής έφυγαν και αντικαταστάθηκαν από προτζέκτορες. Η άνοδος της τηλεόρασης και του βίντεο σηματοδότησαν τη μαύρη εποχή του κινηματογράφου, και φυσικά και του κινηματογράφου αυτού του είδους. Ο κόσμος δεν ερχόταν πλέον σε γκρουπ, και η επισκεψιμότητα μειώθηκε πάρα πολύ. Τα “τσοντάδικα” έχασαν σιγά-σιγά τον λόγο ύπαρξής τους, καθώς πλέον οι άνθρωποι μπορούσαν να ικανοποιήσουν τους εν λόγω πόθους τους διαφορετικά, μέσα στην άνεση του ίδιου του σπιτιού τους. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 το πορνό νομιμοποιήθηκε και σίγουρα αυτό αφαίρεσε το “ενδιαφέρον” από την εξίσωση, καθώς και τα χίλια ευτράπελα που συνέβαιναν μέσα στα τσοντάδικα όταν ερχόταν η αστυνομία.

Πλέον, οι κινηματογράφοι σαν το “Λαϊκόν” είναι λίγο ξεχασμένοι από τη μοίρα. Μαζεύει πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους, νοσταλγούς του παρελθόντος, μη έχοντες πρόσβαση σε τηλεόραση-ίντερνετ για να “κάνουν τη δουλειά τους” ή απλώς αυτούς που περιμένουν να βρουν μια πιο απτή ερωτική εμπειρία στους χώρους του. Το Λαϊκόν φαίνεται να είναι το μέρος που κρύβει αρκετά βρώμικες και νοσηρές ιστορίες, και οι χώροι του σε ταξιδεύουν σε μια εποχή που ενδεχομένως δεν έζησες καν. Μια εμπειρία εντελώς διαφορετική από ένα τυπικό απόγευμα Τετάρτης.

Δίπλα από τη στοά βρίσκονται παλιά και γνωστά μαγαζιά ρούχων, τα οποία αντανακλούν το πρόσωπο του Βαρδάρη. Δίπλα από τα έργα του μετρό, το σκηνικό άξαφνα αγριεύει όσο απομακρύνεσαι από το επονομαζόμενο κέντρο και παίρνεις ρότα προς δυτικά. Μια άλλη Θεσσαλονίκη, διαφορετική, πολύ πιο άγρια, που χωρίς αυτήν η πόλη δε θα ήταν αυτό που είναι. Τραβώντας φωτογραφία την ταμπέλα του Αμερικάνου, μια γυναίκα με ρωτά με αμφίβολο ύφος γιατί τους βγάζω φωτογραφίες. Στην πορεία βέβαια σαν να καταλαβαίνει πως δεν με ενδιαφέρει τόσο το μαγαζί της, όσο το μαγαζί δίπλα, στη στοά. Το χαμόγελό της τα λέει όλα. Εγώ τώρα τι να κάνω, να εξηγήσω τα ανεξήγητα;

Το εισιτήριο είναι 5 ευρώ στο Λαϊκόν, ασχέτως ποια ταινία θα δεις και πόση ώρα θα κάτσεις. Η μία αίθουσα δείχνει περιπέτεια και η άλλη πορνό. Η γιαγιά που μου έκοψε το εισιτήριο δεν είχε καθόλου επικριτικό βλέμμα. Δεν νοιαζόταν καν μετά από τόσα χρόνια, και η έννοια “ταμπού” μάλλον δεν υπάρχει στο κεφάλι της. Το σινεμά είναι σαν να βγήκε από άλλη εποχή, οι πόρτες, τα σκαλιά, ο διάδρομος, τα φώτα. Ένα περιβάλλον καθόλου φιλικό, ειδικά αν έχεις έρθει μόνος.

Μπαίνοντας στην επίμαχη αίθουσα, μυρίζεις πραγματικά ιδρώτα και αμαρτία. Η αίθουσα ήταν άδεια, ή τουλάχιστον έτσι νόμισα στην αρχή. Προσπάθησα να καθίσω όσο λιγότερο γινόταν στην καρέκλα, μόνο για να πω ότι το έκανα κι αυτό, αφού πρώτα “επιθεώρησα” τον χώρο, μη συναντήσω καμιά δυσάρεστη έκπληξη.

Η ταινία δεν μου άρεσε. Οι διάλογοι τετριμμένοι, οι ηθοποιοί δευτεροκλασάτοι και μπήκαν κατευθείαν στο ψητό. Άκου εκεί τώρα, “συγγνώμη, δεν είδα πως ήσασταν στο μπάνιο, αλλά όλως τυχαίως φοράω ένα λεοπαρδαλέ νεγκλιζέ νυχτικό κι εσείς είστε γυμνός”. Δεν φάνηκαν να πιστεύουν ούτε οι ίδιοι στο σενάριο, δηλαδή δεν υπάρχει εκεί πέρα ένας σκηνοθέτης να πει “ΚΑΤ”; Τι κάνει πια, τον παίζει; Τώρα που το σκέφτομαι, μπορεί και ναι. Ούτως ή άλλως, ο μόνος θα είναι εκεί μέσα;

Πάνω που άρχισα να σκέφτομαι τι ακριβώς κάνω με τη ζωή μου και πως ο πατέρας μου είχε δίκιο που με παρότρυνε να μπω στη νομική, είδα μια μυστήρια φιγούρα να κινείται προς το μέρος μου και να μου δίνει το χέρι. Από την προφορά του κατάλαβα πως με ελληνικά δε θα συνεννοηθούμε εύκολα. Με ρώτησε αν θέλω να κάτσει δίπλα μου, του είπα “όχι” σε όλες τις γλώσσες που ξέρω, αλλά παρόλα αυτά αποφάσισε να κάτσει, κι εγώ όλως τυχαίως αποφάσισα να φύγω. Δύσκολο να είσαι μπλόγκερ, ειδικά αν συναντήσεις τον Γκεόργκι.

Φεύγοντας λοιπόν, η γιαγιά με σταμάτησε και με ρώτησε γιατί έφυγα τόσο γρήγορα. “Με συγχωρείτε πολύ μανδάμ,” της λέω “αλλά βλέπετε το ενδιαφέρον μου δεν ήταν το τυπικό, για άλλον λόγο ήρθα”. Πόσες φορές μπορεί να έχει ακούσει η γυναίκα αυτή τέτοιες δικαιολογίες; “Εδώ είναι το ΙΚΑ; Όχι; Δε γαμείς που δε γαμείς, δώσε ένα εισιτήριο.” Ή: “Συγγνώμη, εδώ παίζει τη γέφυρα των στεναγμών;” “Όχι κύριε, μόνο των αναστεναγμών” “Καλό ακούγεται… Βραβεύτηκε;” “Ναι η πουτάνα!”

Η κυρία αυτή δε φάνηκε να πολυπιστεύει τους λόγους για τους οποίους ήρθα. Ένιωσα άσχημα. Μα να νομίσει ότι ήρθα να τον παίξω; Μπορούμε και σπίτι μας κυρά μου! Και μάλιστα πολύ καλύτερα!

Κι έφυγα καμαρωτός-καμαρωτός και χάθηκα από τα μάτια της. Η Θεσσαλονίκη αυτή αργοπεθαίνει, όμως την πρόλαβα στο νεκροκρέβατο.

Advertisements
Tagged with: