ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΟΙ

Στη Θεσσαλονίκη, απ’ όλα έχει ο μπαξές. Κυριολεκτικά, υπάρχει ένα εστιατόριο που λέγεται Μπαξές –ή Μπαχτσές, δε θα μάθω ποτέ ποιο είναι το σωστό- και έχει πολλά πιάτα. Αυτό βέβαια καμία σχέση δεν έχει με το θέμα μας. Προσπεράστε το.

Στη Θεσσαλονίκη λοιπόν καλύπτονται και τα πιο απαιτητικά γούστα όσον αφορά την “εστίαση”: συνοικιακά μαγαζιά στις επιμέρους γειτονιές, blockbuster καφέ που ξεφυτρώνουν παντού (Mikel, Todaylicious, Coffee Island), γνωστά καφέ που βρίσκονται στην τωρινή τους τοποθεσία πολλά χρόνια (Αχίλλειον, Αστόρια), καγκουροκαφέ πάσης φύσεως (όλη η παραλιακή εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων), κλαρινοκαφέ (Nooon, apallou, Cheval), φοιτητοκαφέ (Harry’s spot, καφεμέρα), καφέ “διαφυγής”, αυτά δηλαδή στα οποία καταφεύγεις για να απομακρυνθείς από το αστικό κέντρο, τα οποία δεν είναι παρά συγκεκαλυμμένα κλαρινοκαφέ εκτός κέντρου (Shark, Les Zazous, Azzurro).

Ως φοιτητής θα πιείς πολλούς καφέδες. Περισσότερους απ’ όσους θα ήθελες να παραδεχτείς στους γονείς σου, στον εαυτό σου και στο αφεντικό σου. Στη Θεσσαλονίκη θα πιείς τους διπλάσιους από αυτούς που σκέφτηκες στην προηγούμενη πρόταση, γιατί όλα είναι σε απόσταση βολής –και ό,τι δεν είναι, είναι και πάλι ελκυστικά κοντά για να σε προσελκύσει να το προσεγγίσεις με λεωφορείο, ταξί, και αν όλα πάνε καλά, σε 14 χρόνια με μετρό. Όλοι μας έχουμε ξοδέψει τα νιάτα μας σε καφέ πάσης φύσεως, εγώ όμως πάντα εκτιμούσα λίγο περισσότερο τα καφέ τα οποία ήταν πιο ιδιαίτερα, καθώς και τα μικρά εστιατόρια τα οποία ήταν πολύ –αψόγως ελληνιστί- “καβατζωμένα”, και μου έδιναν την εντύπωση πως τα ξέρω μονάχα εγώ σ’ ετούτον τον πλανήτη.

Σιχαίνομαι τις λέξεις “Hipster”, “εναλλακτικός”, είναι σαν να προσπαθείς να περιγράψεις μια ολόκληρη γενιά με μία μόνο λέξη, πράγμα πολύ αλαζονικό. Εγώ αρκούμαι στην εξής διαπίστωση, σαν γενιά μας αρέσουν πράγματα που είναι πολύ απλά στη χρήση και πολύ ξεκάθαρα, με ωραίο design, ωραία παρουσίαση και συνοδεία ενός αισθήματος υπεροχής, δηλαδή “αυτό που κάνω τώρα δεν το κάνουν πολλοί” -είτε γιατί δεν μπορούν να το αγοράσουν, είτε γιατί δεν γνωρίζουν την ύπαρξή του. Θα φροντίσουμε μετά βεβαίως να διατυμπανίσουμε την αγορά/τον καφέ/το φαγητό μας στα social media, γιατί αν δεν το ανεβάσεις, δεν έγινε ποτέ.

Αυτήν την πλευρά του Hipster χρησιμοποιώ, την πλευρά που σε φωνάζει να κάνεις κάτι πριν γίνει mainstream. Όλα είναι φυσικά κύκλος, οτιδήποτε αξίζει θα κάνει επιτυχία και θα χάσει το Hipster στοιχείο του, επειδή θα πάει το κάθε καρυδιάς καρύδι. Υπάρχουν ωστόσο γωνιές στη Θεσσαλονίκη οι οποίες, είτε λόγω τοποθεσίας είτε λόγω χαρακτήρα δεν συγκεντρώνουν τα πλήθη –προς το παρόν τουλάχιστον. Αυτές τις γωνιές τις αγαπώ λίγο περισσότερο και σας τις παρουσιάζω σήμερα.

  1. ΠΙΚΑΠ

Αυτό το μαγαζί είναι ο ορισμός της καβατζωμένης όασης στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Βρίσκεται στον αριθμό 57 της Ολύμπου, σχεδόν γωνία με Βενιζέλου, και εκτός από καφέ-μπαρ τα πρωινά λειτουργεί και ως μαγαζί που πουλά –τι άλλο- πικάπ και ρούχα, αλλά και cd.

Μαγαζιά σαν το ΠΙΚΑΠ μου αρέσουν πολύ γιατί είναι σαν να ανταμείβουν τον κόπο σου που επέλεξες να μην πιείς τον καφέ σου στο κλασικό καγκουροκαφέ της παραλιακής. Εδώ νιώθεις πιο ιδιαίτερος, πιο σπουδαίος, σαν να ξέρεις μόνο εσύ τι αξίζει και κανένας άλλος. Όλα αυτά είναι φυσικά μία πλάνη και τίποτε άλλο. Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων δεν πάμε κάπου μόνο για τον καφέ: πάμε για τη φωτογραφία –το τσεκ-ιν πέθανε. Έτσι, όπου πας, θα φροντίσεις να βγάλεις μια φωτογραφία σε οποιοδήποτε μέσο κοινωνικής δικτύωσης –snapchat, Instagram, snapgram, facebook- ίσως και χωρίς ενεργοποιημένη την τοποθεσία για να προβληματίσεις τους followers σου και να αναζητήσουν μόνοι τους την τοποθεσία του ιδιαίτερου μαγαζιού που επισκέφτηκες.

Τόσο κενή είναι λοιπόν η ζωή μας, δεν πίνουμε καφέδες, κάνουμε μικρά “τικ” σε προκλήσεις –ήπια και εκεί καφέ, ήμουν κι εγώ εκεί. Όσο πιο ενδιαφέρον δείξει το μέρος στη φωτογραφία που θα το βγάλουμε, τόσο περισσότερο θα μας αρέσει και ο καφές. Έτσι και το ΠΙΚΑΠ, με τις πολυθρόνες του, το γραμμόφωνό του, το μακρύ self-service μπαρ του και τα ωραία του χρώματα πρωί και βράδυ ικανοποιεί σε βάθος τη ματαιοδοξία μας αυτή, και συνεχίζει να σερβίρει τα ποτά του σε πολύ απλά ποτήρια για να δώσει μια original νότα στις –συνήθως αποτυχημένες- φωτογραφίες μας.

  1. Ακυβέρνητες Πολιτείες

Αγαπώ τις Ακυβέρνητες Πολιτείες. Είναι μία όαση μέσα στη μεγάλη πόλη, ένα συνεργατικό βιβλιοπωλείο στην Αλεξάνδρου Σβώλου –την οποία υπάρχουν άνθρωποι ακόμη που τη λένε Πρίγκηπος Νικολάου, σίριουσλι, γκρόου απ, γκετ γιορ σιτ τουγκέδερ. Λειτουργεί παράλληλα ως καφέ, έτσι μπορείς να πιείς τον καφέ σου και να διαβάσεις το βιβλίο σου –υπάρχουν ελάχιστα μέρη στη Θεσσαλονίκη να το κάνεις αυτό χωρίς να σε κοιτάξουν περίεργα ακόμη και τα περιστέρια.

Προτιμώ να κάθομαι μέσα στις ακυβέρνητες πολιτείες, αλλά και έξω δεν έχω κανένα απολύτως πρόβλημα. Όταν κάθομαι έξω νιώθω σαν βιτρίνα μαγαζιού που χρεωκοπεί, δε με κοιτά κανείς αλλά εγώ τους κοιτάω όλους. Πού πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι τόσο φουριόζοι, δήθεν δεν έχουν χρόνο για τίποτε, βιάζονται πολύ. Κατά πάσα πιθανότητα δεν έχουν πού να πάνε, απλώς βιάζονται να πάνε εκεί, ακόμη κι αν φτάσουν νωρίτερα και περιμένουν. Έχουμε σοβαρές δουλειές, κάντε στην άκρη, δεν υπάρχει χρόνος!

Υπάρχει χρόνος να διαβάσουμε ένα βιβλίο στην εποχή μας; Θα χάσουμε πολύτιμα λεπτά scrolling από τα social media, θα χάσουμε τη ροή των εξελίξεων και θα υποστούμε τον κοινωνικό εξευτελισμό που συνοδεύει αυτή μας την απόφαση. Γι’ αυτό αγαπώ τις ακυβέρνητες πολιτείες, στο μυαλό μου είναι μια όαση όχι διανοούμενων, αλλά καθυστερημένων που επιλέγουν να κατέβουν από ένα τρένο που κινείται με πολλά χιλιόμετρα και δεν υπάρχει περίπτωση να το ξαναπιάσουν. Ένα τρένο από το οποίο δεν έχω το κουράγιο να κατέβω.

  1. Στέρεο

Το Στέρεο είναι ένα επίσης καβατζωμένο καφέ-μπαρ πίσω από το αλκαζάρ, στην οδό Βαμβακά, δίπλα από το Καραβάν Σαράι. Το σκηνικό μου θυμίζει –για κάποιο λόγο- ταινία του Στάθη Ψάλτη. Είναι σαν να ξεπετάχτηκε από τα 80’s, όχι πως έζησα ποτέ τα 80’s αλλά τόσο άσχημα πρέπει να ήταν.

Σεζλόνγκ, τζαζ μουσική, αραδιασμένα ξύλινα τραπεζοκαθίσματα, κισσός που αγκαλιάζει την απλοϊκή τουαλέτα, σκάλα με φυτά που δεν οδηγεί πουθενά. Άψογος ο συμβολισμός αυτός και συμβολίζει ακριβώς το μαγαζί αυτό. Ανεβαίνεις, ανεβαίνεις και τίποτα. Κάτω πάλι.

Εμφανής ο πίνακας ηλεκτρικού, εμφανή και τα μηχανήματα του Dj. Εμφανές επίσης το πόσο προσπαθεί το μαγαζί να πείσει για τον vintage χαρακτήρα του –σαν αυτόν τον ενοχλητικό φίλο που σας χτυπάει συνεχώς στον ώμο με το δάχτυλό του “δες με, δες με, δες με, θέλω να σου πω κάτι”. Μόνο που επί της παρούσης, αυτός ο φίλος σας φοράει γυαλιά με κοκάλινο σκελετό και καρό πουκάμισο κουμπωμένο όσο δεν πάει.

  1. Φρειδερίκο αγάπη μου

Μαγαζί ψηλά-ψηλά στη ρωμαϊκή αγορά, βρίσκεται εκεί εδώ και 5 περίπου χρόνια και άνοιξε από την ομάδα του Pastaflora darling. Εμπνευσμένο design από τα 60’s, γεμάτο αντικείμενα από την εν λόγω περίοδο, το μαγαζί είναι ένα μεγάλο throwback στην τότε εποχή: ούτε τότε έχω ζήσει βέβαια, αλλά για να το λένε, κάτι θα ξέρουν.

Το μαγαζί πήρε το όνομά του από έναν σκύλο, τον Φρειδερίκο. Αυτό πρέπει να είναι το πιο αποτυχημένο όνομα για σκύλο στην ιστορία του πλανήτη. Εγώ το μόνο που έχω να κάνω είναι να αγοράσω έναν σκύλο, να τον βγάλω Επαμεινώνδα, να ανοίξω ένα μαγαζί απέναντι από το “Φρειδερίκο αγάπη μου” εν ονόματι “Επαμεινώνδα αγάπη μου” και να τρίβω τα χέρια μου χαιρέκακα παρακολουθώντας τη ροή των πελατών στο δικό μου μαγαζί και στη συνέχεια το λουκέτο στον Φρειδερίκο.

  1. Η Μικρή Μαρμίτα

Δε μπορείτε να φανταστείτε πόσο χάρηκα όταν ανακάλυψα αυτό το εστιατόριο στα Άνω Λαδάδικα. Είναι κρυμμένο στην Ερνέστου Εμπράρ, έναν δρόμο ξεχασμένο από αμάξια και ανθρώπους καθώς δεν υπάρχει κυκλοφορία. Οι πολυκατοικίες γύρω είναι πολύ παλιές, ένα παράθυρο τρίζει, μια μπάντα ακούγεται να κάνει πρόβα σε ένα όχι πολύ καλά ηχομονωμένο δωμάτιο.

Κάθομαι να φάω έξω, ο σερβιτόρος μου φέρνει το μενού με ένα σφηνάκι ρακή. Τρως κυριολεκτικά στο δρόμο, κάτω από μία σειρά από χάρτινες λάμπες. Πιο δίπλα, στα γραφιστικά Αϊβάζη κάποιος καθαρίζει τη τζαμαρία, Από εδώ που κάθομαι, φαίνονται οι δαχτυλιές που του ξέφυγαν. Δε φαίνεται να τον νοιάζει, κλειδώνει και φεύγει με το μηχανάκι του. Το παλιό γκρι φορτηγάκι από δίπλα συμπληρώνει το αίσθημα του “παρατημένου”. Τα καινούρια τραπεζοκαθίσματα της Μαρμίτας φωνάζουν “δεν ανήκω εδώ, αλλά προσπαθώ πολύ”, ενώ παραδίπλα στέκεται περήφανο ένα μαγαζί με ζαχαρώδη, ψιλικά και “νεωτερισμούς”.

Μα τι εννοεί νεωτερισμούς; Μήπως πουλά iPhone αυτός ο παππούς; Μήπως πουλά pancakes με κόκκινα φρούτα και φρέντο εσπρέσσο μέτριο με μαύρη ζάχαρη; Οι νεωτερισμοί που εννοεί αυτή η ταμπέλα έχουν ξεπεραστεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Πού να το φανταζόταν αυτός που την έγραφε πως ο κόσμος θα προχωρήσει τόσο, πού να φανταστούμε κι εμείς πόσα ακόμη έχουν να δουν τα μάτια μας. Αυτή η γη γυρίζει τόσο γρήγορα που μια μόνο στροφή να χάσεις, νιώθεις τόσο σύγχρονος όσο και μια ταμπέλα που γράφει “νεωτερισμοί”.

Ο σερβιτόρος φέρνει ψωμί και ένα κουπάκι με τζατζίκι. Αφήνει τα μαχαιροπίρουνα και μέσα από το μαγαζί παίζει ροζ πάνθηρα. Πόσο πιο αλλόκοτη να γίνει αυτή η σαββατιάτικη βόλτα;

 

Advertisements