ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΕΙΑ – ΜΠΙΤ ΠΑΖΑΡ

Δευτέρα, η ώρα τρεις και μισή. Κατεβαίνω με το αμάξι στο κέντρο, κίνηση παράξενη, αψυχολόγητη, άκρως λανθασμένη. Παρόλα αυτά, στρίβοντας στην Παλαιών Πατρών καταφέρνω να βρω παρκάρισμα σε μια θέση δίπλα από κάδο. Βγαίνω από το αμάξι και σκέφτομαι πως η Δημοτική Αστυνομία μπορεί να κάνει πάλι το θαύμα της. Το ξανασκέφτομαι, ζυγίζω τις πιθανότητες, βάζω ακουστικά, απομακρύνομαι.


Τις τελευταίες ημέρες με έχει πιάσει κάτι με διασκευές παλιών ακουσμάτων. Κατευθύνομαι προς τη ρωμαϊκή αγορά, την περιοχή γύρω από το ξακουστό Μπιτ Παζάρ και στ’ αυτιά μου ηχεί το “Εσύ είσαι η αιτία που υποφέρω” από ΕΚΜΕΚ και “Άλλα μου λέν’ τα μάτια σου” από Gadjo Dilo, μία το ένα, μία το άλλο. Πώς θα αισθανόταν άραγε ο Μανώλης Χιώτης και η Πόλυ Πάνου μ’ αυτές τις εκτελέσεις; Σπουδαίοι άνθρωποι, προοδευτικά μυαλά, σίγουρα δε θα είχαν κανένα πρόβλημα. Στο αριστερό χέρι άφησα πίσω μου την Αγία Σοφία, περνώ τον Τερκενλή, μια γιαγιά κατεβαίνει αργά από ένα ταξί και έχει διακόψει την κυκλοφορία. Ένας νεαρός μασουλάει τα νύχια του ανυπόμονα, πασχίζοντας να φανεί ευρωπαίος και να μην την κορνάρει.

Στην Ερμού υπάρχουν δεκάδες στοές και δεκάδες καινούρια μαγαζιά. Μ’ αρέσεις ρε Θεσσαλονίκη, μ’ αρέσεις πολύ γι’ αυτά σου τα παντρέματα. Αριστοτέλους, στρίβουμε δεξιά, φαίνεται το άγαλμα του Βενιζέλου. Τα λεωφορεία περιμένουν υπομονετικά στο φανάρι, ένας τύπος με ένα ΙΧ έχει εγκλωβιστεί ανάμεσα και φωνάζει στο κινητό του. Ένα περιστέρι περνάει ξυστά δίπλα από το κεφάλι μου, “άλλα μου λέν’ τα χάδια σου και άλλα τα φιλιά σου”.

Ο εθνάρχης χαιρετά τον κόσμο που δεν του δίνει την παραμικρή σημασία. Ένα πουλί κάθεται στον ώμο του, ξύνεται, κουνά τα φτερά του, πετά, φεύγει. Ένας καστανάς σπρώχνει βιαστικά το καρότσι, φωνάζει “ΣΑΛΕΠΑΚΙ ΠΑΙΔΙΑ”. Μάλλον είναι “σαλεπάς”, γράψτε λάθος. Μα πώς είναι τέλος πάντων αυτό το σαλέπι στη γεύση; Μια μέρα πρέπει κι εγώ να δοκιμάσω, όχι αγόρι μου δεν έχω ψιλά, με συγχωρείς, “η μόνη μου λαχτάρα κι ευτυχία και τ’ όνειρό μου φως μου είσ’ εσύ”.

Στην ευρύτερη περιοχή πάνω από τη ρωμαϊκή αγορά η Θεσσαλονίκη αλλάζει τα ρούχα της, είναι λίγο διαφορετική. Τι λένε άλλωστε οι Θεσσαλονικείς, η Θεσσαλονίκη ξεκινά πάνω από την Εγνατία. Αυτή είναι η Θεσσαλονίκη, η προσαρμοστική μου συμπρωτεύουσα. Τη μέρα παλιατζίδικο και το βράδυ στέκι. Γύρω από το τετράγωνο του Μπιτ Παζάρ υπάρχουν σκόρπια παλαιοπωλεία – αντικερί “Σε Χρόνους Άλλους”, “Η Γλυκιά Ανάμνηση” και ούτω καθεξής. Γιατί δεν έχω ξανακάνει βόλτα σ’ αυτά τα μαγαζιά; Είναι δυνατόν; Πώς σπαταλούσα έτσι τον χρόνο μου τόσα χρόνια; Όχι, απλώς κοιτάω, σας ευχαριστώ πολύ. Αν ψάχνω κάτι συγκεκριμένο; Δε ξέρω, έχετε κάτι σοβιετικό; Όχι, δε θέλω στολή, ούτε πηλήκιο θέλω. Αυτή η πινέζα με τον Λένιν πόσο κοστίζει; 10 καλά είναι; Κλείσαμε. Θα την κάνω δώρο στο φροντιστήριό μου. Ελπίζω να μη με εκτελέσουν.

Κοιτώντας με ευλαβική προσοχή, παρατηρείς μια εικόνα του Χριστούλη με πρόβατα. “Με συγχωρείτε, μήπως θα μπορούσατε να κάνετε ένα κροπ τον Χριστούλη γιατί θέλω να κάνω δώρο τον πίνακα σε έναν φίλο μου τσοπάνο;” “Με Χριστούλη 50 ευρώ, χωρίς Χριστούλη 45” “Μόνο 5 ευρώ πάει ο Χριστούλης; Ε χαλάλι, αφήστε τον μέσα” “Να σας τον τυλίξω ή θα τον πάρετε στο χέρι;” “Τυλίξτε τον παρακαλώ, σας είπα είναι για δώρο.”

Πράγματα αραδιασμένα στο δρόμο, κανένας απολύτως “έλεγχος” ή αντικλεπτικός μηχανισμός. Οι καταστηματάρχες μάλλον έχουν εμπιστοσύνη στις αγαθές προθέσεις του κοινού, ή απλώς γνωρίζουν πως το εμπόρευμά τους μάλλον δεν παρουσιάζει “κλεπτικό”  ενδιαφέρον. Είμαι ωστόσο πεπεισμένος πως μέσα σ’ αυτούς τους σωρούς από μυριάδες αντικείμενα υπάρχει ένας θησαυρός, την ύπαρξη του οποίου ενδέχεται να μη γνωρίζουν ούτε οι ίδιοι οι καταστηματάρχες, και καμιά μέρα θα τον ξεθάψει κανένας, από τύχη, άγνοια ή διαπίστωση, και θα τον αγοράσει για ένα κομμάτι ψωμί. Και ο κακομοίρης ο καταστηματάρχης, ναι, αυτός ο αγαπητός παππούλης που δεν ακούει καλά και ένας Θεός ξέρει πόσα χρόνια έχει αυτό το μαγαζί, θα συνεχίσει τη ζωή του χωρίς να γνωρίζει πως πούλησε έναν θησαυρό για ένα κομμάτι ψωμί. Φαίνεται σαν αυτούς τους κυρίους όμως, τους σοφούς παππούδες που και μόνο μια τους λέξη κρύβει σοφία πολλών χρόνων, που αν τους έλεγα πως έχασαν πολλά και θα μπορούσαν να κερδίσουν άλλα τόσα, θα μου απαντούσαν πως όλη τους η ζωή είναι αυτοί οι σωροί από αντικείμενα και όχι τι κρύβουν από κάτω. Ποσώς με ενδιαφέρει αγόρι μου, να είναι καλά όποιος τα’ αγόρασε. Να είναι καλά το παλικάρι.

Κοιτώντας προσεκτικά μέσα στα χιλιάδες τζίτζιρα-μίτζιρα ανακαλύπτεις αστεία και παράταιρα αντικείμενα. Τι μπορεί να κάνει αυτό εδώ; Θέλω να παίξουμε ένα παιχνίδι. Θα σας ονομάζω ένα αντικείμενο που κρύβεται στην εικόνα και θέλω να το βρίσκετε.

1. Μια προτομή του Σωκράτη (εύκολο)

2. Ένα χλωμό πρόσωπο (επίσης εύκολο)

3. Έναν τζαμαϊκανό κιθαρίστα (ίσως είναι ο Μπομπ Μάρλεϊ) και μία εκνευρισμένη γιαγιά που του λέει να βγάλει επιτέλους τον σκασμό (ακόμη πιο εύκολο)

4. Τον “Μπαμπά” Ιωσήφ και τον “Παππού” Βλαντιμίρ (μα ποιος είναι τέλος πάντων ο ιδιοκτήτης αυτού του μαγαζιού;;;!!!)

5. Τον Έλβις Πρίσλεϊ (εδώ σας θέλω)

6. Έναν δίσκο του Μανώλη Χιώτη (εντάξει, πλάκα κάνω)

Μετά από πολλή ώρα στα διάφορα παλαιοπωλεία αποφάσισα να κάνω και μια βόλτα στο πρωινό Μπιτ Παζάρ. Οι στοές θυμίζουν μια παλιά Θεσσαλονίκη με το φως του ήλιου. Από μέσα ακούς γέλια και φωνές, υπάρχουν παρέες παππούδων που τρώνε, πίνουν και ευφραίνονται, υπάρχουν άνθρωποι που τρώνε μόνοι τους, υπάρχουν ακόμη και κάποιοι “κράχτες” για τους λιγοστούς υποψήφιους πελάτες. Το κλασικό δέντρο στο κέντρο του Μπιτ Παζάρ είναι τόσο διαφορετικό χωρίς τους δεκάδες φοιτητές που παίρνουν τηλέφωνο τους φίλους τους για να ρωτήσουν πού κάθονται, όχι φίλε δε θέλω να καθίσω, ευχαριστώ, φωτογραφίες βγάζω. Όχι, δεν είμαι τουρίστας. Ναι, όντως κάνω σαν τουρίστας, κουβέντα θα πιάσουμε τώρα; Ναι, GoPro είναι, η 4 η silver.

Σε στραβοκοιτάνε οι διάφοροι πρωινοί του Μπιτ Παζάρ. Νιώθεις πως τους χαλάς την ατμόσφαιρα με την είσοδό σου εκεί. Είναι σαν να σου λένε τα γερασμένα βλέμματά τους πως, χρόνια πριν γεννηθείς, εκεί που τολμάς και πατάς τώρα ήταν αλλιώς τα πράγματα. Αλλιώς αγόρι μου, και τώρα αλλάξανε, και μας αφήνουν πλέον να τρώμε και να πίνουμε μόνο τα πρωί στο Μπιτ Παζάρ γιατί το βράδυ μαζεύεται όλο το φοιτητολόι σαν και του λόγου σου. Εμείς θέση στον ήλιο πια δεν έχουμε, γεράσαμε, ξεφτίσαμε, μια ρετσίνα και ένα μεζέ μόνο να πιούμε και μετά σπίτι. Και το βράδυ; Γέλια και χαρές, νεανικές φωνές, περίεργα ντυσίματα, με βλέπεις που σε βλέπω; Νομίζεις ότι δεν περνάει πια η μπογιά μου, νομίζεις γέρασα και δεν καταλαβαίνω. Νομίζεις πως δε μ’ αρέσει η φωτιά στο βλέμμα σας, αλλά δεν είναι έτσι. Να είχα τα χρόνια σου, αυτό θέλω, αλλά δε θα τα έχω ξανά ποτέ, πάει, περάσανε, φύγανε, να ‘ταν κι άλλα. Μη τα σπαταλάς στις ταβέρνες, στα ποτά και στις ρετσίνες, θα ‘ρθει και ‘σένα η ώρα σου μικρέ. Εγώ πλέον τι έχω; Μια γλυκιά ανάμνηση, χιλιάδες ιστορίες απ’ τα παλιά. Από το σπίτι μου, από τη γειτονιά μου, από την ταβερνούλα μου. Τη νύχτα εγώ κοιμάμαι, τη μέρα τα θυμάμαι.

Δε με σηκώνει το κλίμα στο Μπιτ Παζάρ. Είμαι πολύ μικρός ακόμη, έχω πολλά χρόνια μπροστά μου. Όλοι αυτοί οι αιωνόβιοι πάντα με συγκινούσαν. Έχουν τόσα να μου πουν. Έχουν τόσες ιστορίες, όσα και τα αντικείμενα στα παλαιοπωλεία τους. Το καταλαβαίνεις, πλανάται στον αέρα. Την ημέρα αυτή η γειτονιά έχει έναν άλλο αέρα, τον αέρα του παρελθόντος. Τι κάνεις εσύ εδώ αγόρι μου; Είσαι πολύ νέος ακόμη. Τράβα στα στέκια σου, στα δικά σου τα μέρη να χτίσεις τη ζωή σου και να γράψεις το σενάριο της ζωής σου. Εδώ να έρθεις όταν γεράσεις, όταν ξεφτίσεις και θες να θυμηθείς και να μελαγχολήσεις. Δε θα σε απογοητεύσουν τα παλαιοπωλεία. Εδώ θα είναι όταν τα χρειαστείς, μη φοβάσαι. Όμως τώρα δεν έχεις δουλειά εδώ. Σήκω φύγε, εξαφανίσου, είσαι πολύ μικρός ακόμη. Όλα αυτά που βλέπεις εγώ τα έχω χτίσει. Τράβα να χτίσεις κι εσύ άλλα τόσα. Και φρόντισε κακομοίρη μου να είναι περισσότερα, τ’ ακούς;

Φρόντισε, λεβέντη μου, να είναι περισσότερα.

 

Advertisements