ΕΡΗΜΩΜΕΝΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ “ΠΑΝΑΓΙΑ”

Η ώρα 4 παρά τέταρτο το μεσημέρι, ημέρα Πέμπτη, ημέρα εθνικής εορτής, 17 Νοέμβρη. Αντιθέτως με πολλούς που ζουν τη ζωή τους στα άκρα, δεν κατευθύνομαι προς το κέντρο. Πάω προς Καλαμαριά, προς Κρήνη μεριά, στην παραλία της οποίας υψώνεται χρόνια τώρα το νοσοκομείο Παναγία. Στο ραδιόφωνο παίζει το “Δε θέλω πια να ξαναρθείς” από Ιμάμ Μπαϊλντί.

Παρκάρω το αυτοκίνητο ακριβώς μπροστά από το νοσοκομείο –δίπλα είναι ακόμη ένας τύπος παρκαρισμένος. Είναι μέσα στο αμάξι, διαβάζει ένα βιβλίο με ξαπλωμένη τη θέση. Με κοιτά στραβά, λογικά επειδή του χάλασα τον οίστρο και την ανάγνωση. Δεν περίμενε να δει πολλούς ανθρώπους μέρα-μεσημέρι εκεί που πάρκαρε. Ποιος είστε παρακαλώ κύριε που θα μου χαλάσετε την ανάγνωση, σας παρακαλώ κλειδώστε το αμάξι σας και φύγετε από μπροστά μου.

Έχω περάσει πολλές φορές από μπροστά, όμως είναι η πρώτη φορά που το παρατηρώ πραγματικά. Δεν το λες τεράστιο νοσοκομείο, φαίνεται να αποτελείται από δύο επιμέρους κτίρια, το ένα με περισσότερους ορόφους από το άλλο. Τα στόρια είναι όλα κλειστά, η κύρια είσοδος κλειδωμένη. Κοσμείται μάλιστα από μία πινακίδα που ορίζει το επισκεπτήριο 5-7 –το απόγευμα λογικά. Ω, συμφορά. Ήρθα πολύ νωρίς για το επισκεπτήριο. Δεν πρόκειται ωστόσο να περιμένω μία ώρα και ένα τέταρτο για το επισκεπτήριο ενός εγκαταλελειμμένου νοσοκομείου, αν είναι να μου πέσει κάτι στο κεφάλι μπορούμε κάλλιστα να ξεμπερδεύουμε μια ώρα αρχύτερα.

Κάνω κύκλους το νοσοκομείο, μήπως βρεθεί κάποια ανοιχτή πόρτα. Όλες είναι κλειδωμένες, μια γάτα τρώει αμέριμνη, κάποιος της έβαλε τροφή σε ένα μπολ. Μήπως τελικά το νοσοκομείο λειτουργεί μυστικά με VIP ασθενείς; Ποιος τάισε αυτή τη γάτα; Δεν νομίζω πως είναι της παρούσης. Η γάτα με κοιτά στα μάτια. Ακόμη κι αυτή ενοχλήθηκε από την παρουσία μου. Τρέχει όπως όλα τα αδέσποτα γατιά, κακομοίρα μου ποιος ξέρει πώς σε έχουν μεταχειριστεί στο παρελθόν. Δοκιμάζω και αυτή την πόρτα, τζίφος, κλειστή. Υπάρχει ένα κιβώτιο με αντικείμενα, στο μυαλό μου είναι νοσοκομειακά απόβλητα εγκαταλελειμμένου νοσοκομείου, το οποίο τα κάνει μολυσματικά εις το τετράγωνο. Αυτό βέβαια μας οδηγεί στο αιώνιο ερώτημα, όταν ένα δηλητήριο λήγει γίνεται πιο δηλητηριώδες ή πλέον απλώς ένα πόσιμο υγρό που έχασε τις δηλητηριώδεις του ιδιότητες; Γελάω μόνος μου. Η γάτα είναι πίσω από έναν θάμνο και περιμένει να φύγω για να συνεχίσει το φαγητό της. Σκέφτομαι πως, ακόμη κι αν τα ληγμένα απόβλητα δεν κάνουν κακό στη υγεία, δεν ενθουσιάζομαι στην ιδέα να τα ακουμπήσω. Απομακρύνομαι, η γάτα πηδά αμέσως και συνεχίζει το φαγητό της.

Στην πίσω πλευρά, υπάρχει άλλη μια κλειδωμένη πόρτα, και μια σειρά από παράθυρα. Κλειστό, κλειστό, κλειστό, τζίφος, σπασμένο. Νομίζω πως χωράω, ίσως αν πατήσω εκεί θα μπω πιο εύκολα. Προσεκτικά, το γυαλί κόβει, πού θα πατήσω, σαν πολύ να τρίζει, έχει παντού σπασμένα γυαλιά. Το δωμάτιο είναι σκοτεινό, έχει μόνο ντουλάπια. Στο διπλανό, μια κουρτίνα είναι πεσμένη στο πάτωμα, η οποία κάποτε χώριζε δυο ασθενείς μπλεγμένους σε μια μοίρα περιέργως κοινή. Σπρώχνω την πόρτα, βγαίνω σε ένα σκοτεινό μέρος. Δεν βλέπω την μαύρη μου την τύφλα, βλέπω μια κλειδωμένη πόρτα και ιατρικά μηχανήματα. Ο χώρος είναι μεγάλος, αλλά του λείπει πολύ ο γενεσιουργός ήλιος. Μπορεί από τη δεξιά πλευρά να σταθώ πιο τυχερός.

Στη δεξιά πλευρά του νοσοκομείου υπάρχει ένα είδος φωταγωγού, ένα κενό τέλος πάντων ανάμεσα στα κτίρια. Τα παράθυρα αυτών των τοίχων ήταν σίγουρα παράθυρα ασθενών. Πηδώντας δυο-τρία παλούκια –νομίζω ξέρετε τι συμβαίνει σε αυτούς οι οποίοι πηδάν’ πολλά παλούκια– και ανεβαίνοντας στο μπαλκονάκι του πρώτου ορόφου, περπάτησα προς το μόνο ανοιχτό –ορθάνοιχτο μάλιστα- παράθυρο του “συγκροτήματος”. Έφτασα σε ένα δωμάτιο το οποίο κάποτε υποδεχόταν ασθενείς, είναι προφανές από τις ξηλωμένες υποδοχές στον τοίχο.

Τι να ήταν άραγε, ορθοπεδικό, πνευμονολογικό, καρδιοχειρουργικό; Πόσοι άνθρωποι πέρασαν από αυτό το δωμάτιο; Θα φανταζόσασταν, κύριοι, ποτέ, πως μετά από πολλά-πολλά χρόνια από την παραμονή σας στο νοσοκομείο Παναγία, για λόγους αγνώστους όμως όχι ιδιαίτερα σοβαρούς, ένας τύπος θα καθόταν μπροστά από το παράθυρό σας, αναρωτώμενος τι σόι άνθρωποι έχουν νοσηλευτεί εδώ; Τι δουλειά κάνουν, είναι ακόμη ζωντανοί, τι τους οδήγησε στο νοσοκομείο; Πόσες ημέρες έμειναν, ήταν άραγε η νοσοκόμα τους “νοστιμούλα”, το φαγητό τρωγόταν ή αναπολούσαν το σπιτικό τους φαγάκι, την πολυθρόνα τους και τις παντόφλες τους; Κανείς δε θα μάθει ποτέ, δε μπορούμε παρά να φανταστούμε.

Στο δεξί κρεβάτι, ο Σπύρος. Ατύχημα με μηχανή, τίποτα σοβαρό, ένας σπασμένος καρπός. Αγύριστο κεφάλι, μουντρούχος, δεν φοβάται τους γιατρούς και τα νοσοκομεία. Περιμένει μονάχα την ώρα και τη στιγμή που θα εξαφανιστεί από ‘κει μέσα, έχει σιχαθεί την απαίσια θέα του απέναντι τοίχου και τη σπαστική μουσικούλα του νοσοκομείου, κάθε μέρα 9-2 το μεσημέρι και 4-9 το βράδυ. Έχει σιχαθεί που τον θυμήθηκαν όλοι τώρα που μπήκε στο νοσοκομείο, η πάπια τον κάνει να αηδιάζει και θέλει να κάνει επιτέλους μπάνιο. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έχει και τον κωλόγερο, τον κυρ-Στέλιο στο αριστερό κρεβάτι, ο οποίος είναι ο πιο φλύαρος τύπος που έχει συναντήσει στη ζωή του.

Ο κυρ-Στέλιος είναι πολύ παππούς, τα έχει όλα, κάνει συλλογή. Τώρα μπήκε στο νοσοκομείο για ψύλλου πήδημα, μη σας πω πως ήθελε απλώς να αλλάξει λίγο παραστάσεις. Η γυναίκα του παλιά καραβάνα, η κυρία Χριστίνα, 25 χρόνια τώρα μπαινοβγαίνει στα νοσοκομεία, ξέρει να κινείται στις σκιές και να μη τραβά τα βλέμματα. Ευτυχισμένος, καλόκαρδος παππούλης ο κυρ-Στέλιος. Θέλει να φτιάξει το κέφι του λεβέντη που κοιμάται στο διπλανό κρεβάτι και συνέχεια κάτι μουρμουράει, πρόσεχε ρε αγόρι μου με τις μηχανές! Πολύ θέλει νομίζεις, μια κακιά στιγμή είναι όλα αγόρι μου. Κάτι του απαντάει, δεν ακούει, έχει και η ακοή του τα χάλια της. Το γέρικο, ζαρωμένο του χέρι είναι γεμάτο σωληνάκια. Το μουστάκι του έχει πολλές αποχρώσεις του γκρι και τα μαλλιά του έχουν πέσει ακολουθώντας ημικυκλικό μοτίβο. Παλεύει να ανασηκωθεί λιγάκι για να κάτσει με την πλάτη στο μαξιλάρι, θέλει να χαζέψει λίγο την τηλεόραση, να περάσει λίγο η ώρα για να πάει 5, ο εγγονός του είπε ότι θα έρθει να τον δει. Και χθες και προχθές το ίδιο είπε, δεν ήρθε βέβαια, ελπίζει ακόμη ο κυρ-Στέλιος. Σαν τον Σπύρο είναι σε ηλικία ο εγγονός του, λίγο πιο μεγάλος. Του φέρνει λίγο, αν τον κοιτάξεις από το πλάι.

Μα δεν με βλέπουν στο παράθυρο; Άντε, ο κυρ-Στέλιος είναι παππούς και ο Σπύρος κοιμάται, η νοσοκόμα όμως; Ήρθε να δει τη θερμοκρασία του παππού, φυσιολογική, τον πήρε ο ύπνος. Κοιμάται με ανοιχτό το στόμα, το χέρι του κρέμεται στο άσπρο σεντόνι. Ούτε σήμερα θα έρθει ο εγγονός του. Είναι στο κέντρο, έχει βγει με μια γκόμενα που κυνηγά καιρό. Πού χρόνος για τον γέρο, άστον μωρέ, εκεί θα είναι κι αύριο. Κι από κει που τους έβλεπα μπροστά μου καθαρά, ξαφνικά άρχισε να ξεθωριάζει ο Σπύρος κι ο Στέλιος. Ο παππούς κι ο νεαρός, κι οι δύο σε ύπνο βαθύ εξαφανίστηκαν στη χώρα των ονείρων. Το δωμάτιο μοιάζει πιο άδειο από ποτέ, η πόρτα είναι φραγμένη, δε μπορώ να μπω πιο μέσα.

Πόσοι άνθρωποι πέρασαν από εδώ; Τη γλύτωσαν, είχαν κάτι σοβαρό, επέζησαν; Κάπου υπάρχουν τα αρχεία του νοσοκομείου, δεν πρόκειται να τα δω όμως ποτέ. Λέτε μωρέ να πέρασε όντως ένας Στέλιος κι ένας Σπύρος απ’ αυτό το δωμάτιο; Λέτε να σταμάτησε ο Σπύρος να οδηγεί μηχανή, ή λέτε να τράκαρε κι επειδή το “Παναγία” έκλεισε να μην τον πρόλαβαν; Ας τους αφήσω, έχουν πληγές κι οι δύο να επουλώσουν. Φεύγω σιγά-σιγά, δε θέλω να κάνω θόρυβο, κοιμούνται και οι δύο, κοιμάται όλο το νοσοκομείο.

Πηδάω το μπαλκόνι, βγαίνω από την περίφραξη, πάω προς το αμάξι. Ο τύπος που διάβαζε το βιβλίο δεν είναι στο αμάξι του. Ξεθώριασε φαίνεται κι αυτός, εξαφανίστηκε με τον Σπύρο και τον Στέλιο. Ο ήλιος πλέον πέφτει με διαφορετική γωνία και σκοτεινιάζει την μεγάλη κάθετη πινακίδα που γράφει “ΠΑΝΑΓΙΑ”. Ποτέ ξανά δεν φάνταζε τόσο εντυπωσιακή. Το ρολόι του αμαξιού μου γράφει 17:04 λεπτά. Το επισκεπτήριο ξεκίνησε. Χαμογελάω, λέτε να έρθει κανείς να δει τον Σπύρο και τον Στέλιο; Πού χρόνος για τους ασθενείς, αυτός ο κόσμος τρέχει, και ποιος τον κυνηγά κανείς δεν ξέρει.

Advertisements