ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟΥ

Το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης είναι το Μακεδονία. Αεροδρόμιο μικρό, “τοσοδούλικο” μπροστά στα παγκόσμια μεγαθήρια. Ωστόσο στα δικά μου παιδικά μάτια κολοσσιαίο, τρομακτικό, εντελώς ανεξερεύνητο. Είναι οργανωμένο με τρόπο σχετικά απλό, πάνω οι αναχωρήσεις, κάτω οι αφίξεις, Μπροστά από τις αναχωρήσεις και τις αφίξεις υπάρχουν παντού σταματημένα αυτοκίνητα, από τα οποία γονείς/φίλοι/συγγενείς/αχθοφόροι κατεβάζουν βαλίτσες ή τις φορτώνουν. Όλοι διακατέχονται από ένα αίσθημα ανασφάλειας, βαθιά μέσα τους γνωρίζουν πως απαγορεύεται να σταματήσουν εκεί, ή τουλάχιστον απαγορεύεται να παρατήσουν εκεί το αμάξι τους για κάνα μισάωρο και να πιούν καφέ στα Flocafe. Μετά την εκατοστή ωστόσο φορά που έχουν κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα, έχοντας παραλάβει και αφήσει τον κανακάρη τους αμέτρητες φορές, πλέον το αεροδρόμιο είναι το τσιφλίκι τους, έλα μωρέ, ποιος θα μας γράψει, δικό μας είναι, εμείς το χτίσαμε.

Εγώ πάρκαρα το αμάξι στο 4ο parking. Πρώτη ώρα 4 ευρώ, 2η 6 ευρώ, κάθε επόμενη +0,50 του ευρώ. Πήγα πρώτα στις αφίξεις, όπου δεκάδες άνθρωποι περιμένουν εναγωνίως τους αγαπημένους τους ή τους πελάτες τους. Μία οικογένεια περιμένει γεμάτη ανυπομονησία. Η μαμά κοιτά κουνώντας τον λαιμό, αυτός είναι, όχι δεν είναι, αυτός κουβαλά μεγάλη βαλίτσα, ο γιος μας είναι πιο κοντός, αχ πού είναι, έχασε λες τη βαλίτσα, του συνέβη τίποτα, αχ να το το παλικάρι μου, καλώς ήρθες, έλα να σε φιλήσω, όχι μπροστά στον κόσμο ρε μαμά, αμάν πια. Ο μπαμπάς βλοσυρός, χαίρεται που ήρθε το παιδί του, του χαμογελά όπως αρμόζει στον άντρα, όχι πολλά-πολλά, ένα μειδίαμα και ένα χάδι στο κεφάλι. Η μικρή αδερφή, ντυμένη με ρούχα που φοράνε στα μικρά κορίτσια πριν αρχίσουν να ενδιαφέρονται τα ίδια για το ντύσιμό τους, ενδιαφερόμενα μονάχα για το χρώμα, θέλω να είναι ροζ μαμά, το αγαπώ πολύ το ροζ, και να έχει λουλούδια επάνω, τα αγαπώ κι αυτά. Η μικρή αδερφή λοιπόν τρέχει και αρπάζει τον αδερφό της από τα πόδια, τα σφιχταγκαλιάζει με όλη της τη δύναμη και κλείνει τα μάτια της. Ο αδερφός της μπορεί εύκολα να ελευθερωθεί από τον κλοιό αλλά την αγαπά πολύ για να τη νικήσει σ’ αυτήν την πάλη αγάπης. Παρά τα λίγα σου χρόνια, είσαι πιο δυνατή από εμένα όταν σου λείπω. Μου λείπεις κι εσύ, έλα να σε φιλήσω.

Μια παρέα Ασιατών περνά την πύλη. Είναι όλοι τους χαμογελαστοί, όμως καμία ταμπελίτσα των ταμπελοφόρων δε γράφει το όνομά τους. Κάθονται λοιπόν στη μέση της αίθουσας των αφίξεων, με 6 βαλίτσες, 7 σάκους και μία θήκη τσέλου. Ένας δεν είναι Ασιάτης, είναι ξανθός με φακίδες. Αυτός κρατά το τσέλο. Η φίλη του, Ασιάτισσα, είναι χαμογελαστή, κοιτά γύρω της ενθουσιασμένη. Αναρωτιέται πού θα βρουν ένα ταξί να τους πάει σπίτι. Οι ταμπελοφόροι περιμένουν όλοι στη σειρά, δεν είναι η πρώτη φορά που βρίσκονται εκεί. Συζητάνε, γελάνε, βάζουν στοιχήματα τι σόι άνθρωπος θα είναι αυτός του οποίου το επίθετο έχουν καθαρογράψει στην πινακίδα τους. Να είναι ψηλός, αδύνατος, ή χοντρούλης με καράφλα; Να κουβαλά πολλά μπαγκάζια ή τα άκρως απαραίτητα; Να ταλαιπωρήθηκε στο ταξίδι, ή να κοιμήθηκε στη διαδρομή, να ροχάλισε και να ενόχλησε τον πελάτη που περιμένει ο διπλανός τους ταμπελοφόρος, ο οποίος λόγω του ροχαλητού του προηγούμενου είναι εξαιρετικά κακόκεφος και δυστυχής;

Μια μαμά φωνάζει στα 3 μικρά της να βιαστούν πριν γράψουν τον μπαμπά που περιμένει έξω, την επόμενη φορά λέτε να πληρώσει 4 ευρώ στο parking και να κάνει 10 παραπάνω βήματα, ή θα πληγώσει άραγε αυτό την αυτοεκτίμησή του ανεπανόρθωτα; Εγώ βγαίνω προς τα έξω, ανεβαίνω τη σκάλα για το επίπεδο των αναχωρήσεων, θέλω να πιώ κι εγώ έναν καφέ στα Flocafe. Για την καλύτερη εξυπηρέτησή σας, τηρείται σειρά προτεραιότητας από τα δεξιά. Ευχαριστούμε πολύ. Ή, καλύτερα, τηρείται σειρά προτεραιότητας από τα δεξιά, έως ότου εμφανιστεί κάποιος με περίσσιο θράσος και παρακάμψει την ουρά επειδή οι υποχρεώσεις του είναι απείρως σημαντικότερες των δικών μας.

Σκέφτομαι τι να πιώ… Βλέπω τις τιμές, στραβοκαταπίνω. Γεια σας, θέλω έναν καπουτσίνο, διπλό (τρομάρα μου). Θα θέλατε, κύριε, να δοκιμάσετε το Honduras Premium, ένα εξαιρετικό χαρμάνι, κατασκευασμένο ειδικά για τα Flocafe, με ιδιαίτερη γεύση και μαγευτικό άρωμα; Γιατί όχι, ναι, θα ήθελα να το δοκιμάσω. 4,90 € το Honduras Premium, 4,40 € το κανονικό. Με 4,90 € μου σιδερώνετε και τα ρούχα και μου καλύπτετε την ταξιδιωτική ασφάλεια; Όχι κύριε, αφήστε τις εξυπνάδες. Εσείς κύριε -στον διπλανό μου- θα θέλατε να δοκιμάσετε το Honduras Premium; Όχι, σας ευχαριστώ πολύ, παρά τον συναισθηματικό σας εκβιασμό προτιμώ να μην πληρώσω 40 παραπάνω λεπτά του ευρώ χωρίς κανέναν απολύτως λόγο. Τον θαυμάζω αυτόν τον κύριο, τον θαυμάζω πραγματικά, μπράβο σας, είπατε ακριβώς αυτά που έπρεπε να πω κι εγώ. Πού να πηγαίνει αυτός ο κύριος με το μουστάκι και την απλή βαλίτσα, κανείς δε ξέρει, εκτός από αυτόν.

Κάθομαι σε ένα ψηλό σκαμπό, δίπλα μου κάθεται ένα ζευγάρι με κάποιον φίλο. “Έλα μαμά, θα μπω κατά τις 5 παρά τέταρτο, θα φύγω κατά τις 5 και τέταρτο, θα φτάσω στις 6μιση, όχι ταξί, θα μας πάρει η μαμά της Αντίνας, θα μας πάει σπίτι, θα φάμε κάτι και θα πάμε για καφέ… Το βράδυ; Το βράδυ δε ξέρω, παιδιά τι θα κάνουμε το βράδυ; Ούτε τα παιδιά ξέρουν, ίσως για κανένα χαλαρό ποτό, δεν είμαστε για πολλά-πολλά. Τα παιδιά εκεί τα έχεις δει μια φορά, αποκλείεται να τα θυμάσαι, είσαι καλή με τα πρόσωπα το ξέρω, αλλά τόσο πολύ αποκλείεται.” Τόσες κουβέντες δεν έχω πει με τη μάνα μου όλη την εβδομάδα. Ο τύπος αυτός είναι τόσο ενοχλητικά υπομονετικός με τις ενδελεχείς ερωτήσεις της μητέρας του που μου προκάλεσε οξύ πονοκέφαλο. Άντε πια βρε αγόρι μου, 5 ευρώ τον πληρώσαμε τον καφέ και μας τον έβγαλες από τη μύτη. Κλείσε το ρημάδι.

Μπαίνω μέσα στις αναχωρήσεις. Έλεγχος αποσκευών, πίνακας αναχωρήσεων. Μια μαμά φιλάει τον γιο της σταυρωτά, να πας στο καλό, να μου στείλεις όταν φτάσεις. Ένα ζευγάρι αγκαλιάζεται σφιχτά. Οι άνθρωποι δεν είναι φτιαγμένοι να ζούνε χωριστά, κι όμως κάποιοι το επιχειρούν με σθένος. Είναι περιπλεγμένοι ποιητικά, ένα μανίκι κρέμεται αλλά θα ενδιαφερθεί κανείς; Αυτός σκέφτεται πως είναι ηλίθιος που μιλάει με εκείνη που του κουνιέται απ’ τη σχολή, αυτή είναι η αγάπη του, η κοπέλα του, αυτή τον χαιρετά στο αεροδρόμιο και του φτιάχνει το κέφι στα χειρότερά του. Τη φιλά στο κεφάλι, συγγνώμη αγάπη μου, δεν έκανα τίποτα αλλά και πάλι συγγνώμη, αχ, να ‘ξερες τι σημαίνει για μένα αυτή η σιωπή. Αυτή σκέφτεται πως θα της λείψει. Θα μου λείψεις αγάπη μου, μακάρι να μη σε γνώριζα ποτέ για να μην πονούσα τόσο κάθε που σε χάνω. Είναι άδικο, πολύ άδικο που φεύγεις. Ίσως είναι πιο άδικο που δε μπορώ να έρθω μαζί σου. Ίσως θα ήταν καλύτερο να μη με αγαπούσες πίσω, να έλεγα πως φταις εσύ που φεύγεις, να σε κατηγορήσω, να σε μισήσω κι ας μη σε βαρεθώ ποτέ, τουλάχιστον να μπορούσα να σε κατηγορήσω. Αχ, να ‘ξερες τι σημαίνει για μένα αυτή η σιωπή. “Έχει ξεκινήσει η επιβίβαση για την πτήση LH6441 για Βιέννη, παρακαλείστε να προσέλθετε στη θύρα 9, ευχαριστώ”. Δεν αντιδράει κανείς, δεν κουνιέται κανείς. Αυτή τη σιωπή δεν την αγγίζει ούτε η σκληρή ανακοίνωση της αναχώρησης. Αχ, να ‘ξερες τι σημαίνει για μένα αυτή η σιωπή.

Στον έλεγχο αποσκευών, οι κορδέλες που σχηματίζουν τη σειρά είναι βαλμένες με τρόπο που αναγκάζει τους ανθρώπους σε απανωτά ζιγκ-ζαγκ. Όλοι τηρούν τη σύμβαση, αν και είναι παντελώς άχρηστη σε στιγμές όπου δεν έχει μεγάλη ουρά. Σοβαροί κύριοι, επιχειρηματίες με καμπαρντίνες στο χέρι και μια σοβαρή μικρή βαλίτσα εκτελούν ομαλή ζιγκζαγκοειδή κίνηση χωρίς κανέναν απολύτως λόγο. Φτάνουν στον έλεγχο, αποδεικνύουν πως δεν ταξιδεύουν με σκοπό να βλάψουν κανέναν, χαμογελούν, περνούν, ίσως αγοράσουν κάτι από τα duty-free, ίσως καπνίσουν παράνομα σε καμιά τουαλέτα, ίσως ασχοληθούν λίγο με το κινητό τους μπροστά από τη θύρα που θα τους οδηγήσει στο αεροσκάφος τους.

Εγώ δεν έχω άλλη δουλειά εδώ. Κατεβαίνω στο κάτω επίπεδο, περπατάω μέχρι το 4ο πάρκινγκ, πληρώνω και μπαίνω στο αμάξι. Ακούω το Chan Chan από Buena Vista Social Club και σκέφτομαι πως αυτός ο κόσμος λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο και στα αεροδρόμια, τα οποία είναι το εισιτήριό σου για έναν άλλο κόσμο. Μπροστά λοιπόν σε αυτόν τον θαυμαστό νέο κόσμο που ανοίγεται μπροστά μας, ένας μπαμπάς φιλά στοργικά το κεφάλι του μωρού του, ενώ η μαμά τακτοποιεί το καρότσι. Μια άλλη μαμά φωνάζει στα παιδιά της, τα παρατηρεί να τρέχουν με τα χέρια ψηλά, να παίζουν, να γελούν. Μετανιώνει που τους φώναξε, χαμογελά, τα ακουμπά στην πλάτη και τους δείχνει τον δρόμο. Δεν αλλάζει τίποτα, η γη γυρίζει και μαζί της μερικές χιλιάδες αεροπλάνα την περικυκλώνουν, όπως οι μέλισσες βουίζουν γύρω απ’ το μελίσσι τους.

Advertisements
Tagged with: