Another brick in the Berlin wall

Οι μεγάλες πόλεις με μαγεύουν, γιατί με κάνουν να νιώθω μικρός. Μικρός δεν εννοώ μονάχα στην ηλικία. Εννοώ σαν προσωπικότητα, τοσοδούλης, ασήμαντος. Μου υπενθυμίζουν πως υπάρχουν πράγματα μεγαλύτερα από εμάς και το εγώ μας, από τα καθημερινά μας προβλήματα και τρεξίματα. Γι’ αυτό με μαγεύει το Βερολίνο, το οποίο επισκέπτομαι αυτές τις ημέρες. Ποσώς την ενδιαφέρει την Αλεξάντερπλατς και την Πύλη του Βρανδεμβούργου που έχω αργήσει στο ραντεβού μου. Ορθώνονται τα μνημεία αυτά ακίνητα, ακούνητα, αγέλαστα, σε μια μόνιμη επιβεβαίωση της κυριαρχίας τους μέσα στον κόσμο των ανθρώπων.

Μέσα λοιπόν σε μια τεράστια πόλη όπως το Βερολίνο, διαπιστώνεις γρήγορα πως κανείς δεν ενδιαφέρεται για εσένα -εκτός ίσως από τους πορτοφολάδες, οι οποίοι ενδιαφέρονται ιδιαιτέρως για εσένα. Από εκεί λοιπόν που στην πατρίδα σου θεωρείς πως ξεχωρίζεις, σε πετάνε στη μεγάλη πρωτεύουσα όπου παλεύεις να ανήκεις -να ανήκεις, αυτό αρκεί. Πού χρόνος για διακρίσεις.

Το θεωρώ λοιπόν τεράστια επιτυχία να μην με κοιτούν οι Βερολινέζοι περίεργα. Αντλώ μία μυστήρια ευχαρίστηση από τη σωστή χρήση των μέσων μεταφοράς και την βεβιασμένη μηχανικότητα των κινήσεων στην πόλη -εγώ βεβαίως και ξέρω πού πάω κύριε, μένω χρόνια εδώ πέρα, είμαι Βερολινέζος μέχρι το κόκκαλο, αφήστε με ήσυχο. Και, όταν πλέον κάνεις δυο-τρία δρομολόγια και ψιλοξεθαρρέψεις, αρχίζεις να κινείσαι με μία άνεση στο μετρό -μια άνεση τόσο προσποιητή που γελούν μέχρι και τα εκδοτικά μηχανήματα.

Ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της πρόσφατης ιστορίας του Βερολίνου είναι το Τείχος. Το Τείχος, για τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας ήταν ένα “αντιφασιστικό τείχος προστασίας” ενώ για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ήταν το “τείχος της ντροπής”. Το Τείχος, ένα σιδηρούν παραπέτασμα με σάρκα και οστά –ή καλύτερα με διπλό τείχος ύψους 3,6 μέτρων, διάδρομο περιπολίας, αστυνομικά σκυλιά και πλέγματα- χτίστηκε με αφορμή τη φυγή πολλών ανθρώπων προς τη Δυτική Γερμανία και αποτελούσε το φυσικό σύνορο μεταξύ των δύο εκδοχών της πόλης.

Δεν νοείται επίσκεψη στο Βερολίνο χωρίς να δει κανείς το Τείχος. Είχα ήδη δει ένα μέρος του τείχους, 3-4 μονάχα κομμάτια του στην Potsdamer Platz και τη νοητή γραμμή η οποία κάποτε χώριζε το Ανατολικό από το Δυτικό Βερολίνο. Έτσι κι εγώ ξεκίνησα από το σπίτι, μπήκα στο μετρό στην Weinmeisterstr. , κατέβηκα στην Jannowitzbrücke, άλλαξα γραμμή και κατέβηκα στην Ostbanhof.

Ανέβηκα δειλά-δειλά τα σκαλιά, ακολουθώντας τις πινακίδες εξόδου, παρέα με δυο φίλους μου. Όσα κι αν λες στον εαυτό σου πως ξέρεις, η καρδούλα σου ξέρει καλύτερα πως δεν ξέρεις τίποτα. Βγήκαμε σε έναν όμορφο δρόμο, κάπως πιο υποβαθμισμένο από το εντυπωσιακό κέντρο του Βερολίνου. Περπατήσαμε παράλληλα με το ποτάμι και αντικρύσαμε το East Side Gallery, ένα τμήμα του τείχους, μήκους 1316 μέτρων. Το East Side Gallery αποτελείται από 105 “πίνακες” που φιλοτέχνησαν καλλιτέχνες από όλον τον κόσμο.

Το μνημείο αυτό είναι από τις μεγαλύτερες υπαίθριες εκθέσεις στον κόσμο. Είναι αφιερωμένο στην ελευθερία. Περπατώντας παράλληλα, παρακολουθείς δεκάδες τουρίστες να βγάζουν χιλιάδες φωτογραφίες. Το μεγαλύτερο κομμάτι τείχους είναι προστατευμένο με φράχτη. Κανένα σχεδόν έκθεμα δεν έχει, ωστόσο, προστατευθεί από το ανθρώπινο χέρι. Υπάρχει παντού ένα σύνθημα, ένα αυτοκόλλητο, μία τσίχλα, ακόμη και γκράφιτι που σκεπάζουν ολόκληρα τα εκθέματα, στα κομμάτια του τείχους που δεν προστατεύονται.

Αυτή η εικόνα δημιουργεί ανάμεικτα συναισθήματα. Η κυβέρνηση έχει τοποθετήσει παντού ταμπελίτσες που γράφουν κατηγορηματικά πως δεν πρέπει να παραποιείς με κανέναν τρόπο το τείχος. Οι παραβάτες θα διώκονται, κι αυτό σου αφήνει μία γλυκόπικρη γεύση όσον αφορά τη λέξη ελευθερία και τα συμπαρομαρτούντα.

Οι ζωγραφιές αυτές είναι στο σύνολό τους πολύ όμορφες. Το πραγματικό ενδιαφέρον των επισκεπτών συγκεντρώνεται ωστόσο στο ισχυρό κοινωνικό μήνυμα που κρύβεται πίσω από τις περισσότερες. Θα παρουσιάσω τις αγαπημένες μου.

Έμαθες τι σημαίνει ελευθερία και μη το ξεχνάς άλλο”, λέει ο ποιητής. Οι άνθρωποι έχουμε, δυστυχώς, την τάση να ξεχνάμε το παρελθόν μας. Έχουμε, ωστόσο, την ακόμη ενοχλητικότερη τάση να μην το γνωρίζουμε καν. Σε αυτούς λοιπόν που γεύτηκαν την ελευθερία, στους ευλογημένους και τυχερούς που γνώρισαν και γνωρίζουν τι πάει να πει να κάνει κανείς αυτό που θέλει, μην το ξεχάσετε ποτέ, τι πάει να πει να είσαι ελεύθερος.

Θεέ μου, βοήθα με να επιβιώσω από αυτήν την θανατηφόρο αγάπη”, μεταφράζω περήφανα ως αρχάριος γνώστης της ρωσικής γλώσσας. Το γκράφιτι αυτό απεικονίζει την πραγματική φωτογραφία του “αδερφικού φιλιού” μεταξύ Μπρέζνιεφ και Χόνακερ που τραβήχτηκε το 1979, στην 30η επέτειο ίδρυσης της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Ο καλλιτέχνης αναφέρεται στις θανατηφόρες επιπτώσεις αυτής της εξίσου θανατηφόρου αγάπης μεταξύ σοβιετικών και ανατολικογερμανών. Ο καλλιτέχνης ξαναζωγράφισε τον πίνακα το 2009, αφού ο χρόνος και ο άνθρωπος έβαλαν το χέρι τους να καταστραφεί σχεδόν ολοσχερώς.

Είναι αναγκαίο να σπάσουμε πολλούς τοίχους”, λέει με εξαιρετικά απλό τρόπο ο καλλιτέχνης. Από τη μία η “Άρια φυλή”, και από την άλλη σκουρόχρωμοι και Ασιάτες, έχουν αναλάβει το έργο να γκρεμίσουν όλα τα τείχη. Τείχη που ορθώνονται ανέκαθεν ανάμεσά μας, δυστυχώς κάποιες φορές και σε πραγματική μορφή, όπως αυτήν στο Βερολίνο. Σε μία πιο πρόσφατη προσθήκη, ο μέλλων πλανητάρχης Donald Trump “τιμωρείται” στο μέρος που ξέρει καλύτερα απ’ τον καθένα τι πάει να πει να σε χωρίζει ένα τείχος.

Ένα εξαναγκασμένο ναι; Μία θετική στάση, παρά την δύσκολή κατάσταση; Η ανάγνωση είναι δικαίωμα του αναγνώστη. Παρακαλείται να προχωρήσει όπως αυτός επιθυμεί.

Αυτή η εικόνα θέλει να περάσει ένα υπέροχο ενωτικό μήνυμα, το οποίο δεν στέκει ιστορικά, δεν στέκει στυλιστικά -λόγω απαίσιου συνδυασμού χρωμάτων- και, αν κοιτάξει κανείς έστω και ελάχιστα από τα γραμμένα επάνω στο έκθεμα από τους απλούς ανθρώπους, θα καταλάβει πως αυτός ο κόσμος -αχ Θεέ μου, αυτός ο κόσμος- έχει μια πολύ μεγάλη πλαγιά να ανέβει μέχρι να μάθει να σκέφτεται, να σέβεται και να αγαπά.

Αφήνω για το τέλος το αγαπημένο μου: “αυτός που θέλει να παραμείνει ο κόσμος ως έχει, δε θέλει καν να υπάρχει ο κόσμος”. Ένα ισχυρό μήνυμα αλλαγής, με εκατοντάδες αναγνώσεις. Μας καλεί να κοιτάμε μπροστά, πάνω από τοίχους και συρματοπλέγματα, μακριά, μακριά από τα γαβγίσματα των σκύλων, μακριά από τους πυροβολισμούς, να ‘τος, τον βλέπεις, πάει να το σκάσει, πηδά το τείχος και τρέχει. Τρέχει γιατί τα τείχη δεν τον χωράνε πια, τρέχει γιατί ό,τι αγαπά είναι στην άλλη πλευρά. Τρέχει γιατί ο κόσμος αυτός δεν είναι υποφερτός, κι ας τον πυροβολήσουν, ας τον σκοτώσουν, ας τον αφήσουν αιμόφυρτο στο χώμα για ώρες πριν τον μαζέψουν και τον αναλάβει ο κρατικός μηχανισμός. Μου θυμίζει η φράση αυτή τα γνωστά λόγια του Θερβάντες: “Να αλλάξεις τον κόσμο φίλε μου Σάντσο, δεν είναι τρέλα, ούτε ουτοπία. Είναι δικαιοσύνη!”

Φεύγοντας από το East Side Gallery, πηγαίνω λίγο πιο εκεί, στο Checkpoint Charlie, το γνωστότερο συνοριακό σημείο μεταξύ Ανατολικού και Δυτικού Βερολίνου υπό Αμερικανική επιρροή. Εκεί, υπάρχουν πολλά σημεία τουριστικού ενδιαφέροντος, όπως οι Αμερικανοί στρατιώτες οι οποίοι βγαίνουν φωτογραφίες με τους τουρίστες “Who’s next? Come on!” Η γνωστή ταμπέλα που προειδοποιεί πως φεύγεις από τον Αμερικανικό τομέα και οδεύεις σε ανεξερεύνητες, επικίνδυνες περιοχές -πόσο ειρωνικό, πίσω ορθώνεται περήφανα η ταμπέλα του KFC.

Κάνοντας μια βόλτα στην περιοχή, διαβάζεις ιστορίες για ανθρώπους που πάλευαν καιρό να φύγουν από το Ανατολικό Βερολίνο με κάθε δυνατό τρόπο. Έδιναν ό,τι είχαν και δεν είχαν, χρημάτιζαν τους συνοριοφύλακες, επιστράτευαν κάθε δυνατή γνωριμία για ένα αμερικανικό ή έστω δυτικογενές έγγραφο που να τους βγάλει από εκεί μέσα. Συνήθως πιάνονταν σε πορτ-μπαγκάζ, κάτω από καθίσματα, με πλαστά έγγραφα και στολές. Φυλακίζονταν άμεσα. Άλλοι προσπαθούσαν να συρθούν και να σκαρφαλώσουν το Τείχος· εάν γινόντουσαν αντιληπτοί, οι συνοριοφύλακες άνοιγαν πυρ. Αρκετοί σκοτώθηκαν στην προσπάθειά τους να διαφύγουν, ενώ από το 1949 έως το 1961 2,5 εκατομμύρια άνθρωποι έφυγαν από την Ανατολική Γερμανία για προσωπικούς, πολιτικούς ή οικονομικούς λόγους.

Πόσο περίεργο πράγμα η ελευθερία. Και πόσο πιο δύσκολο είναι να την παραχωρήσεις στον άλλον, όταν δεν θα αντιδράσει όπως θα ήθελες. Κάνοντας μια βόλτα στην βανδαλισμένη East Side Gallery, σκέφτομαι πως ο κόσμος νιώθει την ανάγκη να παρακούσει ορισμένες πινακίδες, όπως εξάλλου έκανε ανέκαθεν. Σκέφτομαι πως ο κόσμος έχει ανάγκη να βρίσει, να φτύσει και να ποδοπατήσει. Αλλά περισσότερο απ’ όλα, αυτός ο κόσμος έχει ανάγκη να αρχίσει να σκέφτεται.

Προχωρώ μέσα στο παζάρι της Potsdamer. Ακολουθώ το ίχνος του τείχους, το οποίο πλέον χάνεται μέσα στο παζάρι. Οι άνθρωποι το προσπερνούν, δεν κοιτάνε καν το ίχνος, μερικοί από αυτούς το βλέπουν αλλά δεν ξέρουν τι συμβολίζει. Η κοινωνία δεν προσπαθεί καν να το εκμεταλλευτεί για να βγάλει λεφτά από τους τουρίστες, καθώς τα περίπτερα έχουν στηθεί με πλήρη άγνοια προς το ίχνος του Τείχους.  “We don’t need no education” ακούγεται στα ακουστικά μου. Στέκομαι ακριβώς μπροστά από εκεί που κάποτε δέσποζε το Τείχος, σκέφτομαι πως ακόμη και σήμερα χιλιάδες τουριστικά μαγαζιά πουλάνε με 5 ή 10 ευρώ κομμάτια αυτού του Τείχους ως πραγματικά. Σκέφτομαι πως ίσως είμαστε όντως another brick in the wall. Ο κόσμος δεν κοιτά καν το ίχνος του Τείχους, όμως ένα παιδί προσέχει να μην το πατήσει και το προσπερνά σαν χώρισμα πεζοδρομίου. Αυτό το παιχνίδι που έπαιζαν όλοι μικροί, “μην πατήσεις στο χώρισμα!” Απ’ ό,τι φαίνεται, το χώρισμα αυτό μπορεί να είναι πεζοδρομίου, κρατών ή καθεστώτων. Ένα παιδί θα βρει τρόπο να παίξει με αυτό. Είναι πολύ όμορφο που ένα παιδί μπορεί να παίξει με ένα αιματηρό σύνορο σαν να ήταν ένα απλό, συμβατικό χώρισμα. Ένα παιδί έχει τη σοφία να καταλάβει πως είναι ακριβώς το ίδιο.

Advertisements
Tagged with: