ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ – MEIN HAUS IN BERLIN

Το Βερολίνο είναι μία μεγαλούπολη, ευρωπαϊκή σε όλα της, ενώ διατηρεί και έναν αέρα κάπως πιο εναλλακτικό, κάτι που την βάζει σε μία διαφορετική κατηγορία από τις λοιπές κλασικές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Βεβαίως, η κάθε πόλη έχει κάτι διαφορετικό να σου προσφέρει. Το Βερολίνο είναι για πολλούς το νέο Λονδίνο, με πάρα πολλές επιλογές για νυχτερινή διασκέδαση παντός τύπου. Παντού θα συναντήσεις εξαιρετικά περίεργους τύπους, οι οποίοι με έναν ιδιαίτερο τρόπο καταφέρνουν να μην ξεχωρίζουν από τον σωρό. Το Βερολίνο είναι μια μαμά που δέχεται όλα τα παιδιά της στοργικά στην αγκαλιά της, όσο περίεργα κι αν είναι τα ρούχα που φοράνε κι όσα διαφορετικά χρώματα κι αν έχουν τα μαλλιά τους. Στο Βερολίνο μπορείς να αντικρίσεις σχεδόν τα πάντα -κι αν θες να λέγεσαι Βερολινέζος, τίποτα από αυτά δεν πρέπει να σου κάνει εντύπωση.

Είναι προφανές πως μια ολιγοήμερη απόδραση στο Βερολίνο δεν αρκεί ούτε στο ελάχιστο για να δεις αυτήν την τεράστια πόλη. Αρκεί ίσα-ίσα για να ψυχανεμιστείς τι πάει να πει Βερολίνο, και με το που το πλησιάσεις λιγάκι σαν έννοια, πρέπει να τρέξεις για να προλάβεις την πτήση της επιστροφής. Αυτή είναι άλλωστε η μοίρα του τουρίστα: ο εξαναγκασμός σε μια διαρκή επιστροφή.

Στο Βερολίνο έκανα αρκετά πράγματα για τις 5 ημέρες που έμεινα εκεί. Μουσεία, σημεία ενδιαφέροντος, μπαράκια, ποτάμια και εκκλησίες είναι μόνο μερικά από τα μέρη που επισκέφτηκα. Η αγαπημένη μου ωστόσο ιστορία έλαβε χώρα την τελευταία ημέρα μου στο Βερολίνο, η οποία ήταν, αδιαμφισβήτητα, μία πολύ μεγάλη και πολύ κουραστική ημέρα. Επειδή η πτήση μας έφευγε 07:35 το πρωί, θεωρήσαμε πως την τελευταία ημέρα έπρεπε να την περάσουμε όλη στον δρόμο, να γλυτώσουμε τα περιττά έξοδα μιας ακόμη διαμονής και να δεχτούμε με ανοιχτές αγκάλες ό,τι έχει να μας προσφέρει η πόλη, κάτι το οποίο ήταν εξαιρετικά φιλόδοξο, εξαιρετικά κουραστικό αλλά εξίσου σπουδαίο και υπέροχο.

Το δωμάτιο ήταν κοντά στην Αλεξάντερπλατς, σε μια στάση μετρό εν ονόματι Ρόζα-Λούξεμπουργκ-Πλατς. Φύγαμε λοιπόν από εκεί, πήραμε το μετρό και κατευθυνθήκαμε προς τον Ζωολογικό Κήπο, μία εμπειρία τόσο μοναδική που αξίζει μία ολόδική της ανάρτηση σε επόμενο Γκοϊνπρό. Μετά τον Ζωολογικό Κήπο, περπατήσαμε στην μοναδική λεωφόρο Κούρφιρστενταμ, η οποία ήταν Χριστουγεννιάτικα στολισμένη. Στη Γερμανία υπήρχε επίσης ο θεσμός του Black Friday, οπότε η αγορά είχε πολλή κίνηση. Εμείς, μέχρι την ώρα αυτή, δεν είχαμε κουραστεί ακόμη πολύ, και το σερί φαινόταν πανεύκολα επιτεύξιμο. Ωστόσο, καθώς περνούσαν οι ώρες και δεν είχαμε αλλάξει ρούχα από τις 10 το πρωί, τα πράγματα σιγά-σιγά δυσκόλευαν, ο κλοιός στένευε και η πτήση φαινόταν ένα άπιαστο, μακρινό όνειρο.

Είχαμε κλειδώσει τα πράγματα στον κεντρικό σταθμό του Βερολίνου, το Χάουπτμπανχοφ, σε ένα ντουλάπι το οποίο πληρώσαμε 6 ευρώ. Κάθε φορά όμως που το ξεκλείδωνες, έπρεπε να πληρώσεις άλλα 6 ευρώ. Έτσι, πήραμε τα άκρως απαραίτητα και παρατήσαμε τα πράγματα εκεί χωρίς αναστολές, και αρκετές ώρες μετά, μετά από μία άκρως κουραστική μέρα, δύο μπύρες -και δύο Hausmeister Burgers- στο καλύτερο βρώμικο-μπεργκεράδικο του Βερολίνου (Burgermeister στην στάση Schlesisches Tor) και άλλες δυο μπύρες στην Alexanderplatz -σε ένα μαγαζί που με πέρασαν όλοι για Ρώσο-, βρεθήκαμε ξανά στο ορμητήριό μας, το Χάουπτμπανχοφ, για να αλλάξουμε και να σενιαριστούμε, όπερ και εγένετο.

Ανανεωμένοι, φρεσκαρισμένοι και έτοιμοι για όλα αποφασίσαμε να πιούμε μια-δυο ακόμη ρομαντικές μπύρες στο ποτάμι που περνά μπροστά από το Χάουπτμπανχοφ, τον ποταμό Spree. Εκεί, αναπολήσαμε το όμορφό μας ταξίδι στο Βερολίνο, παρατηρήσαμε στην κορυφή ενός ουρανοξύστη δύο περίεργα λαμπάκια, υποθέσαμε πως είναι ελεύθεροι σκοπευτές οι οποίοι προστατεύουν το Ράιχσταγκ από την άλλη μεριά του ποταμού, συνειδητοποιήσαμε πως λέμε συνωμοσιολογικές ανοησίες μεταξύ μας, το αποδώσαμε στο γεγονός πως έχουμε πιεί 6 μπύρες ο καθένας, δεν γαμείς, στην υγειά μας ρε παιδιά, να πεθάνει ο Χάρος.

Μετά το τέλος και της 6ης μπύρας, κινήσαμε προς τη στάση του Τραμ για να πάμε σε ένα μαγαζί το οποίο μας σύστησε ένας πεμπτοετής φοιτητής στο Βερολίνο -κάτι θα ξέρει το παλικάρι. Εκεί συνειδητοποιήσαμε πως δεν είναι και τόσο εύκολο να διαβάζεις στάσεις του Τραμ στα Γερμανικά, χωρίς να ξέρεις Γερμανικά και έχοντας πιεί 6 μπύρες. Με τα πολλά, κουτσοβρήκαμε μια άκρη και περιμέναμε μέσα στο κρύο να έρθει το Τραμ. Το κρύο ήταν τσουχτερό, η ώρα περασμένη, και σαν να μην έφταναν όλα αυτά ήταν κάτι παλιογερμανοί στη στάση οι οποίοι φορούσαν ένα δερμάτινο και φαινόντουσαν να ζεσταίνονται κι από πάνω -άντε στο διάολο βραδιάτικα ρε ξανθομπάμπουρες.

Μέσα στο Τραμ, όλα ήταν πιο όμορφα. Ζέστη, φως, προορισμός στον ορίζοντα. Έλα που όμως ένας φίλος μου κατουριόταν δίχως προηγούμενο -ενδεχομένως έφταιγε το γεγονός πως είχε πιεί 6 μπύρες. Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, κάνε υπομονή 3 στάσεις, να τώρα θα φτάσουμε, όχι δε μπορώ, να βλέπεις κάθεται πολλή ώρα σε κάθε στάση, θα κατέβω στην επόμενη. Το ‘πε και το ‘κανε. Κατέβηκε στην επόμενη στάση, κατέβηκε και ο άλλος φίλος μου, πήγα να κατέβω κι εγώ και η πόρτα του Τραμ μου έκλεισε κυριολεκτικά τη μύτη, σαν να παίζουμε σε ταινία. Εγώ πατούσα το κουμπί μανιωδώς, αλλά ο οδηγός δεν άνοιγε την πόρτα. Έτσι, έβλεπα μέσα από τη γυάλινη πόρτα του Τραμ τους φίλους μου να με δείχνουν και να γελάνε, και το Τραμ τραβούσε προς το άγνωστο. Α, και το καλύτερο ήταν πως το κινητό μου -για δικούς του, προσωπικούς λόγους- δεν έπιανε σήμα στη Γερμανία. Οπότε δεν είχα ούτε τηλέφωνο και -φυσικά- ούτε Ίντερνετ.

Στο κινητό μου είχα σημειωμένα τα εξής: Έμπερσβαλντερ, Μ1 προς Κούπφεργκραμπεν, Ρόσενταλερ. Ήταν οι στάσεις που έπρεπε να ακολουθήσουμε. Κατέβηκα λοιπόν γεμάτος ψυχραιμία στην Έμπερσβαλντερ, με έκοψε μια μαύρη πείνα και πέρασα το δρόμο για να φάω σε ένα μαγαζί με ντονέρ απέναντι. Εκεί με χαιρέτησε ένας εξαιρετικά φιλικός Τούρκος με μουστάκι: “Hello my friend! What do you want to eat?” Του λέω πως θέλω μια μερίδα ντονέρ, μου λέει “γουάτ;”, του λέω “δις, βρε αγόρι μου”, μου λέει “αααα, οκ”. Ετοιμάζει το γεύμα μου, εγώ κοιτάω εναγωνίως τη στάση μήπως και εμφανιστούν οι φίλοι μου, αυτός με ρωτάει “do you want chili sauce?” τον κοιτάω με μισό μάτι και μου λέει “maybe just a little bit?” τρίβοντας τον δείκτη με τον αντίχειρα και χαμογελώντας περίεργα. Βάλε ό,τι θες βρε αγόρι μου του λέω. Να σημειώσω πως μέχρι και σήμερα με πονάει το στομάχι μου από το τσίλι αυτού του τύπου. Μου γλέντησε το στομάχι. Αν δεν έβαζες δηλαδή μόνο “ε λιτλ μπιτ” τι θα είχα πάθει;

Έντρομος συνειδητοποιώ πως οι φίλοι μου δεν έχουν εμφανιστεί. Ζητάω ευγενικά από τον Τούρκο να μου δώσει το κινητό του να πάρω ένα τηλέφωνο, μου λέει εντάξει. Με ένα προπολεμικό ΝΟΚΙΑ 3100, του λέω να πληκτρολογήσει 0030, μου λέει “no, no, this is no Germany”, του λέω Germany είναι βρε χρυσέ μου, γράφε τώρα και χανόμαστε. Ο κύριος όμως μπέρδευε το 30 με το 40 στα αγγλικά, έτσι μετά από 4 προσπάθειες τον έπεισα να γράψει 0030 και όχι 0040 και του εξήγησα ποιο είναι ποιο. Μίλησα με τους φίλους μου, συνεννοηθήκαμε κουτσά-στραβά, του επέστρεψα το κινητό και αυτός με κοίταξε, μου χαμογέλασε ύποπτα, μου είπε κάτι στα Γερμανικά και έτριβε τα δάχτυλά του μεταξύ τους, αυτό που κάναμε όταν ήμασταν στο δημοτικό για να κοροϊδέψουμε τον Κωστάκη και την Αννούλα που είναι ερωτευμένοι. Μπλέξαμε, είπα από μέσα μου, πέσαμε σε μερακλή. Για ένα τηλέφωνο, του λέω, κύριέ μου, δεν πουλάω εγώ την αξιοπρέπειά μου. Στην πορεία βεβαίως κατάλαβα πως εννοούσε πως είμαστε γείτονες, λόγω της γειτνίασης Ελλάδας και Τουρκίας. Έφυγα τρέχοντας πριν πληγώσω ανεπανόρθωτα τις διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών.

Φεύγοντας, δεν μπορούσα με τίποτα να βρω από πού περνάει αυτό το καταραμένο το Μ1 προς Κούπφεργκραμπεν. Ρώτησα κάτι φοιτητές, εκ των οποίων ο ένας εκείνη τη στιγμή ρεύτηκε με όλη του τη δύναμη, ο άλλος προσπαθούσε να ισορροπήσει πάνω στο ποδήλατό του αλλά αποτύγχανε παταγωδώς, και ο τρίτος, με πλήρη διαύγεια πνεύματος -δε ξέρω τι έκανε με τους άλλους δύο- μου έδωσε λεπτομερέστατες οδηγίες για την τοποθεσία της στάσης. Φτάνω λοιπόν κι εγώ στη στάση, βλέπω πως το Τραμ έρχεται σε 17 λεπτά και αποφασίζω να μπω μέσα σε ένα γωνιακό μπαράκι για ένα γρήγορο απεριτίφ-Τζιν τόνικ. Εκεί με χαιρετά ένας μπάρμαν ο οποίος όταν δε δουλεύει στο μπαρ αυτό, ντύνεται χρωματιστά και κάνει τη μασκότ των Μακ-Ντόναλντς. Πίνω γρήγορα το ποτό, το πληρώνω 6μιση ευρώ και παίρνω επιτέλους το Τραμ, κατεβαίνω στη Ρόσενταλερ-Πλατς όπου με περιμένουν οι φίλοι μου και καταλήγουμε, μετά από όλα αυτά τα βάσανα, στο Mein Haus am See.

Mein Haus am See σημαίνει στα Γερμανικά “Το σπίτι μου στη λίμνη”. Και τι σπίτι, ε; Μετά από όλη την κούραση της μέρας και το άγχος που επιφέρει η συνθήκη “χαμένος στο Βερολίνο χωρίς τηλέφωνο”, καταλήξαμε σε αυτό το υπέροχο και εξαιρετικά φιλόξενο μαγαζί. Το μαγαζί αυτό δε θα έπρεπε να λέγεται “Το σπίτι μου στη λίμνη” αλλά “Το σπίτι μου στο Βερολίνο”, γιατί είναι δύσκολο και εξαιρετικά περίεργο να αισθάνεσαι τόσο στο σπίτι σου στη μέση του Βερολίνου, στο οποίο έρχεσαι πρώτη φορά στη ζωή σου: Mein Haus in Berlin. Σπίτι δεν είναι τα ντουβάρια, αλλά οι άνθρωποι που σε κάνουν να αισθάνεσαι οικεία δίπλα τους. Και μετά από τέτοιες αναμνήσεις στην καρδιά της Γερμανικής πρωτεύουσας, μπορώ να πω πως έχω αρκετά σπίτια προς τα εκεί. Ακόμη και χωρίς να ξέρω ούτε μια λέξη Γερμανικά, ακόμη κι αν σε λίγο καιρό ξεχάσω και τα ονόματα των μαγαζιών και των στάσεων. Δε θα ξεχάσω ποτέ τον Τούρκο που με βοήθησε, ούτε το ολόδικό μου σπίτι στο Βερολίνο. Αν βρεθείτε ποτέ στο Βερολίνο στη στάση Έμπερσβαλντερ, περάστε τον δρόμο και πείτε μια καλησπέρα στον κύριο αυτόν που με έσωσε, εκείνη την τόσο αλλόκοτη αλλά πραγματικά μαγευτική τελευταία μου νύχτα στο Βερολίνο.

Advertisements
Tagged with: