ΒΕΡΟΛΙΝΟ ΑΛΕΞΑΝΤΕΡΠΛΑΤΣ

Πήγα “διαβασμένος” στο Βερολίνο, έχοντας διαβάσει ένα-δυο βιβλία πριν το ταξίδι. Ήθελα “να πιάσω τον παλμό της πόλης” -έκφραση απεχθέστατη, καθώς όλα εκείνα που συναποτελούν μια πόλη δεν μπορεί κανείς να τα κλείσει σ’ έναν χτύπο της καρδιάς. Έχοντας διαβάσει λοιπόν λίγο Ροτ και λίγο Ντέμπλιν για το Βερολίνο του 1930, πήγα σε εκείνο του 2016. Πήγα λοιπόν όχι μόνο απροετοίμαστος στο Βερολίνο, αλλά μάλλον προκατειλημμένος, περιμένοντας να αντικρίσω ένα Βερολίνο ασπρόμαυρο, μεσοπολεμικό, όπου όλοι πίνουν σναπς, πουλούν εφημερίδες στον δρόμο, τσακώνονται για την πολιτική και φορούν τραγιάσκες.

Το Βερολίνο δεν είναι πλέον έτσι. Ακόμη και το Βερολίνο που είδα εγώ 2 εβδομάδες πριν δεν είναι σήμερα έτσι. Όπως κάθε αλήθεια που σέβεται τον εαυτό της, η αλήθεια του Βερολίνου αντικαθίσταται συνεχώς από άλλες αλήθειες, οι οποίες με τη σειρά τους θα αντικατασταθούν από άλλες και ούτω καθεξής. Έτσι είναι η ροή του χρόνου στο μυαλό μου: ένας ατελείωτος διάδρομος αληθειών. Η κάθε αλήθεια έχει μόνο μια στιγμή δόξας πριν γίνει ασπρόμαυρη και παραδώσει τη σκυτάλη. Τίποτα δεν έχει ώμους αρκετά ισχυρούς για να σηκώσει την αλήθεια πάνω από μια στιγμή.

Βγαίνοντας λοιπόν πρώτη φορά στην Αλεξάντερπλατς -κομβικό σημείο στα αναγνώσματά μου- από την έξοδο του μετρό, αντίκρυσα την τεράστια πινακίδα που λέει με τεράστια γράμματα “Alexanderplatz”. Εκεί κοντοστάθηκα, τόσο για τη φωτογραφία όσο και για να αναλογιστώ αν όλα αυτά που θέλω θα με περιμένουν πίσω από την ταμπέλα αυτή. Αναζητώ απλώς επιβεβαίωση των προσδοκιών μου, ή καινούριους ορίζοντες; Τι μπορεί να κρύβεται πίσω από αυτήν την ταμπέλα και πόσο αυτό θα με απογοητεύσει;

Ανεβαίνοντας τελικά στην πλατεία, αντίκρυσα ένα Χριστουγεννιάτικο παζάρι με τα όλα του. Ο Άγιος Βασίλης έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο στο πανηγύρι αυτό, μαζί με μια λαίλαπα κόκκινου χρώματος, το οποίο την σήμερον ημέρα -από τα τέλη Οκτωβρίου έως και μέσα Ιανουαρίου κάθε έτους- συμβολίζει την χριστουγεννότητα ενός μέρους. Όσο πιο πολύ κόκκινο βάψεις ετούτο το παζάρι, τόσο περισσότερο θα μας θυμίζει τα Χριστούγεννα. Μέσα σε αυτό το ετερόκλητο παζάρι θα βρεις από currywurst μέχρι ματριόσκες -οι λανθασμένα επονομαζόμενες “μπάμπουσκες”- κι εγώ κάθομαι σε μια γωνία και αναρωτιέμαι αν μόνο εμένα προβληματίζει αυτός ο συγκρητισμός.

Μετά βεβαίως από λίγο σκέφτομαι πως είμαι στο νέο κέντρο της Ευρώπης. Το Βερολίνο είναι μια πόλη που γνωρίζει τι πάει να πει άρση συνόρων, το έχουμε κάνει στο παρελθόν και σας το υπενθυμίζουμε συνεχώς για να βγάλουμε και κανένα φράγκο. Κάπως έτσι λοιπόν καταλήγει η Αλεξάντερπλατς να έχει περισσότερους πωλητές Ρωσικών καπέλων απ’ όσους είχε στην Κόκκινη πλατεία. Και το αστειότερο είναι πως ο πωλητής Ρωσικών καπέλων δεν μιλούσε ρωσικά, γιατί δοκίμασα να του μιλήσω στα Ρωσικά και με κοίταξε με ένα βλέμμα αρκετά μυστήριο, το βλέμμα που προδίδει πως ουδεμία σχέση έχει ετούτος ο φουκαράς με τη Ρωσική γλώσσα.

Δεν χρειάζεται να βγάζουν όλα νόημα στην Αλεξάντερπλατς. Και προφανώς δεν πρέπει να βγάζουν όλα νόημα, διότι αν έβγαζαν, με τι θα ασχολούμασταν έπειτα; Δεν πήρα από την Αλεξάντερπλατς αυτά που περίμενα, δεν είδα τον εφημεριδοπώλη Φραντς Μπίμπερκοπφ με την τραγιάσκα και την κοιλιά -έχει παχύνει τώρα τελευταία- να τσακώνεται με έναν τύπο για τα πολιτικά και μετά να πάει φουρτουνιασμένος και να κατεβάζει το ένα μισόλιτρο μπύρας μετά το άλλο, και μια στο τόσο ένα σναπς για τη γεύση.

Πώς γίνεται να θεωρούσα γνώριμο ένα μέρος το οποίο υπήρξε μόνο στο κεφάλι μου; Και μάλιστα να νευρίασα με τους Γερμανούς που τόσο πια άπιστοι ήταν στην πραγματική απεικόνιση της Αλεξάντερπλατς. Αποτύχατε, κύριοι, αποτύχατε οικτρά. Αυτό το πράγμα δεν είναι η Αλεξάντερπλατς που είχα στο μυαλό μου. Με ποιο δικαίωμα γκρεμίζετε τα όνειρά μου όσον αφορά την πλατεία αυτή;

Στη συνέχεια κατευθύνθηκα στον Πύργο της Τηλεόρασης, ή, όπως τον αποκαλούσα εγώ, το Σουβλάκι. Το κτίριο αυτό επιτελεί άψογα τον σκοπό του: δείχνει πως μπορούμε να φτάσουμε ψηλά. Μετά την ανακαίνιση στη δεκαετία του ’90, ο πύργος φτάνει πλέον τα 368 μέτρα, ενώ πριν έφτανε μόλις τα 365! Το ασανσέρ του πύργου σε μεταφέρει από το ισόγειο στα 203 μέτρα σε 16 δευτερόλεπτα. Εκεί είναι η πλατφόρμα των επισκεπτών, ενώ λίγα μέτρα πιο πάνω είναι το εστιατόριο του πύργου. Το εστιατόριο είναι περιστρεφόμενο. Παλιά, έκανε μία περιστροφή την ώρα, ενώ πλέον κάνει τρεις. Όλη αυτή η προσπάθειά μας να φτάσουμε πιο ψηλά, κι όταν πλέον φτάσουμε ψηλά, να προσπαθούμε να κινούμαστε όλο και πιο γρήγορα, μου θυμίζει τον πύργο της Βαβέλ και με κάνει να πιστεύω πως -τι ειρωνεία!- όσο περισσότερο προσπαθούμε να φτάσουμε τον Θεό, τόσο περισσότερο βυθιζόμαστε στο έδαφος. Σε κάποια φάση, το εστιατόριο θα στροβιλίζεται 2000 φορές την ώρα και θα έχουμε την υψηλότερη σβούρα -και τον υψηλότερο εμετό- της Ευρώπης.

Πίσω στο έδαφος, καταλαβαίνω πως αυτός ο πύργος μου αρέσει περισσότερο όταν τον κοιτάω από χαμηλά γιατί πραγματικά μου θυμίζει σουβλάκι. Το τραμ περνάει από μπροστά μου. Μέσα στο τραμ, πολλοί άνθρωποι ακουμπούν τα κεφάλια τους στα τζάμια, καθισμένοι στις καρέκλες. Για τους περισσότερους, το πέρασμα από το κέντρο της Ευρώπης είναι καθημερινή υπόθεση. Είναι μια ρουτίνα η Αλεξάντερπλατς, ίσως τώρα που είναι Χριστουγεννιάτικα στολισμένη αποτελεί μια ευχάριστη αλλαγή. Η κυρία με τον γκρι σκούφο μένει πολύ μακριά, μόνη με δύο παιδιά. Αλλάζει 3 φορές μέσο μεταφοράς για να φτάσει σπίτι της, μένει μια στάση έξω από την 2η ζώνη και πληρώνει ατυχώς ακριβότερο εισιτήριο. Υπολογίζει πόσα λεφτά θα είχε γλυτώσει αν ο τύπος που αποφάσισε τα όρια των ζωνών τα έβαζε λίγο πιο έξω, και φτάνει στο συμπέρασμα πως θα της είχαν περισσέψει αρκετά λεφτά να πάρει δώρο Χριστουγέννων και στα δυο της παιδιά, να φάνε ένα Χριστουγεννιάτικο γεύμα της προκοπής και να βάλει και μερικά λεφτά στην άκρη. Ο τύπος που κάθεται στην πίσω θέση με την ελαφρά αραίωση που φαίνεται επειδή δε φορά σκούφο, είναι ο αρμόδιος “ζωνοθέτης” του Βερολινέζικου μετρό. Κατεβαίνει στην επόμενη στάση, χαιρετά την κυρία Λίντα με τον γκρι σκούφο, τόσα χρόνια κάθε μέρα τα ίδια ωράρια. “Τι καλός άνθρωπος” σκέφτεται η κυρία Λίντα με τον γκρι σκούφο. “Τι καλή γυναίκα” σκέφτεται ο κύριος Ντόμπριν με την ελαφριά αραίωση.

Από την Αλεξάντερπλατς ξεκινά και η Unter Den Linden, ένας από τους πιο “καλούς” δρόμους του Βερολίνου, με απλησίαστα ενοίκια. Ο δρόμος οδηγεί στην πύλη του Βρανδεμβούργου. Στην πορεία βλέπω ολόκληρα κομμάτια δρόμου υπό κατασκευή, τεράστιες διαφημίσεις της Samsung, πανάκριβα αυτοκίνητα αλλά και απλά, καθημερινά Audi να περνάνε από δίπλα μου. Ήρθα στο Βερολίνο για τα στρατιωτικά άρβυλα των SS και εντέλει είδα -και αγόρασα- New Balance. Ήρθα για μια πόλη ιστορική με διχασμό, και αντί αυτού είδα μια μητρόπολη να αγκαλιάζει κάθε είδους φρικιά και περίεργους και να τα αναγνωρίζει ως παιδιά της. Οι -εσφαλμένες- προγνώσεις μας δεν αντικατοπτρίζουν παρά μόνο την ανοησία μας. Το μόνο που είδα στο Βερολίνο ήταν αυτό που είπε ο Ντέμπλιν, πως για να υπάρξει τάξη πρέπει να υπάρξει διάλυση. Αυτό το ήξερε καλά ο Φραντς Μπίμπερκοπφ, που είχε καεί απ’ το χυλό και πλέον φυσά και το γιαούρτι. Εγώ από το Βερολίνο έμαθα πόσο δύσκολο είναι να διαβάζεις πίσω απ’ τις γραμμές. Πόσο μάλλον όταν αυτές οι γραμμές χώριζαν δυο πολιτισμούς που, μετά από 70 χρόνια, πουλάνε τουριστικά αντικείμενα στην ίδια πλατεία.

Advertisements