ΣΤΑ ΤΡΕΝΑ

Εγνατία. Δευτέρα Απόγευμα, ο ήλιος όμως έχει ήδη πέσει καθώς είναι Δεκέμβρης. Κίνηση, φασαρία, μερικές κόρνες ηχούν ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Οι οδηγοί αλλάζουν συνεχώς ρεύματα κυκλοφορίας λες και θα φτάσουν πιο γρήγορα στον προορισμό τους. Το ραδιόφωνο παίζει “Lost in Amsterdam” από Parov Stelar. Έχω περάσει την Αριστοτέλους, τη Βενιζέλου, την Αντιγονιδών. Φτάνω στον Σταθμό, βγάζω αριστερό φλας και στρίβω στη Γιαννιτσών.

Παρκάρω επί της Γιαννιτσών. Ο αέρας μυρίζει λίγο διαφορετικά, μερικοί τύποι στραβοκοιτούν κι ένα “φτιαγμένο” αμάξι περνά ηχηρά. Απέναντί μου έχω ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο, ενώ ένας τύπος κατεβάζει τα “στόρια” της επιχείρησής του για να κλείσει για βράδυ. Κλειδώνω και πηγαίνω προς τον Σταθμό των Τρένων.

Είναι προφανές πως η μετά του Σταθμού Θεσσαλονίκη είναι μια διαφορετική Θεσσαλονίκη. Τα κτίρια γίνονται λιγότερο διατηρημένα και περισσότερο κιτρινισμένα, τα αμάξια κάνουν επίτηδες περισσότερο θόρυβο, τα φώτα της πόλης γίνονται προοδευτικά πιο κόκκινα και τα βλέμματα σε κοιτούν με ένα περίεργο μίσος, και μένεις ενεός να αναρωτιέσαι γιατί.

Αγαπώ τη Δυτική Θεσσαλονίκη. Η Φτωχομάνα Θεσσαλονίκη είναι η Δυτική, αυτή για την οποία έχουν γραφτεί τόσα τραγούδια και τόσα ανέκδοτα. Πέρασα μία σεβαστή χρονική περίοδο της ζωής μου ερχόμενος στην πλευρά της πόλης “μετά τον Σταθμό” κι έχω να πω πως έχω δει πολύ λιγότερα απ’ όσα θα ήθελα. Στη Γιαννιτσών είναι αισθητό πως έχω περάσει τον Σταθμό. Περπατώ βιαστικά, στο δεξί μου χέρι αντικρίζω ένα μυστηριώδες κατάστημα με πολύχρωμα φώτα. Περνώ το δρόμο, μερικοί με σχολιάζουν στα ρωσικά. Ξέρω αρκετά ρωσικά για να αναγνωρίζω τη γλώσσα αλλά όχι για να καταλάβω τι μου είπαν.

Περνώ τον δρόμο μέσα από τις παρακάμψεις για τα έργα του μετρό, ελπίζοντας και κάνοντας τον σταυρό μου πως πίσω από το παραπέτασμα δεν θα έρχεται ένα λεωφορείο με πολλά χιλιόμετρα την ώρα. Τα λεωφορεία περνάνε ξυστά από τις λαμαρίνες. Οι οδηγοί του ΟΑΣΘ είναι εξαιρετικά εκπαιδευμένοι. Αν ένας φαρσέρ μεγαλώσει εν μία νυκτί όλους τους καθρέφτες των λεωφορείων ή μετακινήσει τις λαμαρίνες 2 εκατοστά μέσα στον δρόμο, θα δημιουργηθεί κυκλοφοριακό κομφούζιο δίχως προηγούμενο: τόσο εκπαιδευμένοι είναι οι οδηγοί στα “ξυστά” περάσματά τους.

Φτάνω στον χώρο του ΟΣΕ. Μπαίνω μέσα στο κτίριο, ο μπλε φωτισμός δε δημιουργεί κανένα αίσθημα οικειότητας. Κάτι σε δαγκώνει στον σβέρκο κατά την είσοδό σου στον ΟΣΕ, κάτι απροσδιόριστο αλλά εντόνως υπαρκτό. Ποια να είναι άραγε η αιτία που αισθανόμαστε τόσο διαφορετικά στα αεροδρόμια (βλέπε ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟΥ) και στους σιδηροδρομικούς σταθμούς; Το αεροπλάνο είναι ένα μέσο πολύ διαφορετικό από το τρένο, λόγω τιμής, λόγω καλυπτόμενης απόστασης, λόγω φοβίας και λόγω προκαθορισμού.

Δεν είναι τόσο “κουλ” να ταξιδεύεις με το τρένο. Ή, μάλλον, συγχωρήστε με. Δεν είναι τόσο “κυριλέ” να ταξιδεύεις με το τρένο, ίσως αυτό του προσθέτει μία βαθμίδα ελκυστικότητας. Είναι πιο αργό από το αεροπλάνο, στην Ελλάδα είναι -ή θεωρείται- σίγουρα πιο βρώμικο από το αεροπλάνο και είναι και απείρως αρχαιότερο του αεροπλάνου. Κανείς δεν ενδιαφέρεται για ένα ταξίδι με τρένο. Το ταξίδι με το αεροπλάνο είναι αυτό που σε συναρπάζει και σε κάνει να το περιμένεις εναγωνίως ίσως και μήνες πριν την πτήση σου.  Η ανθρωπότητα βρίσκεται σε φάση προσαρμογής με το αεροπλάνο, κι αυτό το δηλώνει το χειροκρότημα των ανθρώπων στο τέλος της πτήσης. Στατιστικά, περισσότερος κόσμος πεθαίνει στην άσφαλτο, όμως κανείς δεν χειροκροτεί τον οδηγό του πούλμαν όταν φτάνουμε στα Τέμπη. Αυτό συμβαίνει προφανώς γιατί η αεροπορική τραγωδία, άπαξ και εκκινηθεί, είναι αναπόφευκτη. Η τραγικότητά της την θέτει στα μάτια μας εγγύτερη και πιθανότερη, αμεσότερη και απείρως φρικαλέα.

Το τρένο είναι το πλέον ασφαλές μέσο. Είναι το πλέον παραδοσιακό μέσο, είναι ένα μέσο, θα μπορούσαμε να πούμε, βαρετό. Αυτή η καμπίνα δε σχίζει τους αιθέρες, δεν τρέχει με όσα θες πάνω στην άσφαλτο, κυλά πάνω σε τοποθετημένες ράγες, σε μια διαδρομή εντελώς προκαθορισμένη. Οι εμπειρίες μας βαθμολογούνται με Καβαφικά πρότυπα, κι έτσι όταν το ταξίδι είναι στημένο, προγραμματισμένο και εκ προοιμίου γνωστό το υποτιμούμε σκληρά. Το τρένο σε πάει στον προορισμό σου σχετικά γρήγορα, με ασφάλεια και ζεστασιά -ή δροσιά, αναλόγως-, αλλά πού είναι η συγκίνηση; Πού είναι η παράκαμψη; Πού είναι, τέλος πάντων, μία όμορφη και δίχως προηγούμενο εμπειρία η οποία θα διαχωρίσει αυτό το σιδηροδρομικό ταξίδι από όλα τα επόμενα; Πού είναι το κενό αέρος, το σκασμένο λάστιχο, η ναυτία; Πουθενά· εδώ δεν υπάρχει παρά ένα “βαγόνι-εστιατόριο”.

Σκεπτόμενος πως το τρένο, αν και αποτελεσματικότατο, είναι καταδικασμένο σε μια ζωή γεμάτη αδιαφορία και υποτίμηση και γεμάτος απογοήτευση και θυμό γι’ αυτή την άδικη και οικτρή μοίρα, έβγαζα φωτογραφίες τον Σταθμό. Πολλοί άνθρωποι περίμεναν ανυπόμονα στην ουρά των εισιτηρίων, συγγνώμη κύριε, υπάρχει ουρά, πού νομίζετε πως πάτε, άσε με άνθρωπέ μου, αυτή είναι η γυναίκα μου και κρατούσε τη σειρά, βλάκες είμαστε όλοι εμείς που δεν βάζουμε τις γυναίκες μας να κρατάνε θέση για να πίνουμε εμείς καφέ στο κυλικείο, ε ναι λοιπόν, βλάκες είστε και μάλιστα ασχημομούρηδες βλάκες, συγγνώμη κύριε έχετε πάρει άδεια από τον Σταθμάρχη; Κύριε, εσάς λέω, κύριε! Ναι, εσάς που βγάζετε φωτογραφίες, έχετε άδεια από τον Σταθμάρχη; Όχι; Ακολουθήστε με παρακαλώ.

Μα καλά, θέλει ειδική άδεια για να βγάζεις φωτογραφίες εδώ πέρα; Ο ΟΣΕ είναι ιδιωτική εταιρία και φυλάει τα ρούχα του για να έχει τα μισά. Στο γραφείο της Σταθμάρχη, προσπάθησα να εξηγήσω για ποιον ακριβώς λόγο θέλω να βγάλω φωτογραφίες τον Σταθμό. Ευτυχώς δεν κάλεσαν καμία ψυχιατρική κλινική να με μαζέψει, διότι το “σκέψεις και συναισθήματα στον ΟΣΕ” δεν κάνει ούτε για ταινία του Αγγελόπουλου. Η Σταθμάρχης με κοίταξε με μισό μάτι και μου είπε να βγάλω ό,τι θέλω εκτός από πρόσωπα, την ευχαρίστησα και ανέβηκα στην αποβάθρα.

Εκεί, όλοι οι σεκιουριτάδες φρόντισαν να με προειδοποιήσουν πως χρειάζομαι ειδική άδεια για να βγάζω φωτογραφίες εκεί πέρα, συγγνώμη κύριε, έχετε πάρει ειδική άδεια από τον Σταθμάρχη; Στην απόκρισή μου πως, ναι, έχω άδεια, με κοιτούσαν εμφανώς ενοχλημένοι, σαν να μου έλεγαν “κι εγώ πώς θα περάσω τώρα την ώρα μου αν δεν σε τραμπουκίσω;” Αυτά είναι, κύριοι, τα κακά της δουλειάς. Μερικοί-μερικοί έχουν άδεια να βγάζουν φωτογραφίες τα τρένα, πού έχουμε φτάσει, πού πάει Θε μου ετούτος ο πλανήτης;

Μερικοί φοιτητές περίμεναν το τρένο για να επιστρέψουν στο σπίτι τους. Αυτοί έβγαζαν σέλφι χωρίς ειδική άδεια του Σταθμάρχη. Έχετε χάρη, κωλόπαιδα, που σήμερα έχω ξυπνήσει με παραβατική διάθεση, αλλιώς θα σας κατέδιδα στον κύριο Σταθμάρχη να σας δείξει αυτός. Υποσυνείδητα γνωρίζουμε πως τα τρένα καλύπτουν μικρότερες και ασφαλέστερες αποστάσεις από τα αεροπλάνα, γι’ αυτό και οι σιδηροδρομικοί αποχωρισμοί είναι πιο “γλυκιάς” και αποδεκτής φύσεως. Φιλιά, δε χανόμαστε, στείλε όταν φτάσεις. Καμία κρυφή προσευχή, κανένα σκουπισμένο δάκρυ. Η πορεία του τρένου στις γραμμές είναι ίδια μ’ αυτή που εκτελεί το δάκρυ στο μάγουλό μας όταν αφήνουμε τον αγαπημένο μας στο αεροδρόμιο: προκαθορισμένη, βαρετή και ατάραχη. Μετά χάνεται, εξαφανίζεται, ξεχνιέται εύκολα, με ένα σκούπισμα με την ανάποδη του χεριού κι ένα φύσημα της μύτης.

Πόσοι άραγε άνθρωποι έχουν διανύσει την ίδια σιδηροδρομική διαδρομή δίχως ούτε μισό εκατοστό απόκλισης; Μας προξενεί μεγάλη απέχθεια η απαράλλακτη ομοιότητα και η επανάληψη, ειδικά όταν πρόκειται για κάτι τόσο συναρπαστικό όσο ένα ταξίδι -ακόμη κι αν αυτό γίνεται για την επιστροφή σου στην πόλη σου. Το αεροπλάνο μας προξενεί ένα κατιτίς στην απογείωση κι ένα αντίστοιχο στην προσγείωση, το τρένο τίποτα από τα δύο, μια γραμμή ευθεία χωρίς σκαμπανεβάσματα, ολόιδια μ’ αυτή της κατάθλιψης, ολόιδια μ’ αυτή της σταματημένης καρδιάς.

Θα μου άρεσε να ακούσω ένα σφύριγμα αναχώρησης του τρένου και έναν σταθμάρχη να χτυπά το καμπανάκι του ανακοινώνοντας την αναχώρηση, όμως τίποτα δε λειτουργεί πλέον έτσι. Κανείς δε σφυρά, κανένα καμπανάκι δε χτυπά, κι ο σταθμάρχης αναλώνεται στο να απαγορεύει ή να επιτρέπει την φωτογράφηση της νεκρικά άδειας αποβάθρας. Τρένα πάνε, τρένα έρχονται, εκτελώντας προκαθορισμένες διαδρομές, ευθείες και ελαφριές στροφές. Η σιδηροδρομική βιομηχανία αντιδρά και δημιουργεί τρένα εντυπωσιακά, γρήγορα, πολυτελή, που δεν πατούν σε ράγες αλλά πετάνε στον αέρα, μαγνητικά. Και πάλι, οι άνθρωποι αισθάνονται εγκλωβισμένοι σε μια προκαθορισμένη μοίρα με την επιβίβασή τους στο τρένο, ακόμη και με την είσοδό τους στον σταθμό. Το αεροδρόμιο σου παρέχει μία αγχωτική αβεβαιότητα, ο σιδηροδρομικός σταθμός μία εξαντλητική βεβαιότητα.

Φεύγοντας από την αποβάθρα, οι σεκιουριτάδες με κοιτούσαν επίμονα, γεμάτοι απορία. Μα, είναι δυνατόν να πήρε άδεια να φωτογραφίσει τον σταθμό και να έφυγε τόσο γρήγορα; Πώς πέταξε μια χρυσή ευκαιρία τόσο αχρησιμοποίητη; Με την έξοδό μου από τον σταθμό, κατάλαβα την αρνητικότητα του σιδηροδρομικού οργανισμού απέναντι στην φωτογράφιση: μη γνωρίζοντας τι θα φωτογραφίσω, ήταν αδύνατο να προκαθοριστεί το αποτέλεσμα. Έτσι, ήταν αδύνατο να επιτρέψουν ένα τόσο ισχυρό ιδεολογικό χάσμα, μία αβεβαιότητα μέσα σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό. Ναι, κάτι τέτοιο θα ήταν αδιανόητο. Κι όμως, σήμερα σας παρουσιάζω μία φωτογραφική αβεβαιότητα μέσα σε ένα άψογα προκαθορισμένο σύμπαν, μία νίκη του χάους έναντι σε μία μανία προγραμματισμού.

Advertisements