ΚΑΠΑΝΙ – ΜΟΔΙΑΝΟ

Την ημέρα της Παραμονής των Χριστουγέννων στο κέντρο της Θεσσαλονίκης γίνεται το αδιαχώρητο. Για να πάρεις μέρος κι εσύ σ’ αυτήν την αστική εορτή, να μπεκροπιείς, να ψήσεις σουβλάκια και να ενοχλήσεις τα διερχόμενα αυτοκίνητα, πρέπει να οπλιστείς με ιώβεια υπομονή, καθ’ όλη την κατάβασή σου στο κέντρο της πόλης -είναι μια διαδικασία επίπονη και απαιτητική, σταμάτα-ξεκίνα, βρίσε-κόρναρε και ούτω καθεξής.

Επειδή λοιπόν δεν είμαι παράφρων, δεν κατεβάζω αμάξι στο κέντρο την ημέρα της Παραμονής. Αντιθέτως, αποφάσισα να κατέβω με το αστικό, μέσα στο οποίο λάμβαναν χώρα πολλές μικρές Γιορτές -της γκρίνιας, της αντιεορταστικότητας και της ιδρωτίλας κατά κύριο λόγο. Ήταν μια άτονη Βαβέλ αυτό το αστικό λεωφορείο: κάθε προσάναμμα κουβέντας έσβηνε μέσα σε ιδιωτικά επιφωνήματα, όπως έγραψε ο σπουδαίος Σεφέρης. “Εγώ” θέλω να κατέβω, “εγώ” θέλω να περάσω, “εγώ” θέλω να καθίσω. Αποκορύφωμα ήταν η κλασική γιαγιά των αστικών η οποία κήρυττε τον λόγο του Χριστού και μας χαρακτήριζε όλους άπιστους και αντίχριστους, ενώ όλο το λεωφορείο ευχόταν να κάνει πράξη τα λεγόμενά της και, όταν τελικά κάποιος δεν μπορεί να κρατηθεί άλλο και την χαστουκίσει, να γυρίσει και το άλλο μάγουλο, ώστε να εισπράξει συνολικά δύο εορταστικότατα χαστούκια.

Κατέβηκα στη Διαγώνιο, και κατευθείαν συνειδητοποίησα πως το κέντρο είναι ασυνήθιστα γεμάτο. Το περπάτημα στο πεζοδρόμιο αποδείχθηκε ιδιαίτερα απαιτητικό, σαν δοκιμασία, σαν προπόνηση. Οι άνθρωποι έβριθαν από εορταστικότητα ή αγνωμοσύνη, δεν μπορώ να αποφασίσω ποιο από τα δύο τους παρότρυνε να περπατούν στο πεζοδρόμιο σαν να τους ανήκει. Λίγο παρακάτω, δυο κοπέλες έπαιζαν μουσική σε ένα παγκάκι, προσπαθώντας να συγκινήσουν τους διαβάτες που είχαν κάποιο “ψιλό” να διαθέσουν.

Στρίβοντας στην Αγίας Σοφίας, ο κόσμος δεν φαινόταν να “σπάει”. Μια συναυλία, ένας πωλητής μπαλονιών, εκατοντάδες οικογένειες με μικρά παιδιά σε ένα Χριστουγεννιάτικο πανδαιμόνιο, σε μία τεράστια αστική Γιορτή στο κέντρο της πόλης. Εγώ όμως δεν ψάχνω αυτό το είδος γιορτής. Ψάχνω κάτι ουσιωδώς διαφορετικό, κάτι που μπορεί να διαχωρίσει την αγαπημένη μου πόλη από τις υπόλοιπες, όχι τόσο στο θέμα των Χριστουγέννων, όσο στο θέμα της Γιορτής -γιορτή με κεφαλαίο διότι την προσωποποιώ, της δίνω σάρκα και οστά, την κάνω οντότητα της οποίας την παρουσία αντιλαμβάνεσαι συνεχώς στη γλυκιά Θεσσαλονίκη.

Στρίβω στην Ερμού. Το σκηνικό αλλάζει λίγο, τα κτίρια είναι ελαφρώς κοντύτερα και ελαφρώς παλαιότερα. Έτσι είναι στη Θεσσαλονίκη, όσο ανεβαίνεις τόσο γερνά. Περνώντας από την Αριστοτέλους αντικρίζω μια μαγευτική λαοθάλασσα: νιώθεις ότι δεν πέφτει καρφίτσα στην αυλή του Εμπράρ. Προχωρώ λίγο παραπέρα και βρίσκομαι ανάμεσα σε δυο από τις σπουδαιότερες αγορές της Θεσσαλονίκης: το Καπάνι και το Μοδιάνο, καθεμιά με τη δική της ιστορία και ιδιαιτερότητα. Κάνω δεξιά και μπαίνω στο λαβύρινθο που ονομάζεται Καπάνι, όπου το σκηνικό είναι διαφορετικό, αλλά αυθεντικά εορταστικό: μοιάζει βγαλμένο κατευθείαν από ιστορία του παππού μου.

Δυστυχώς το γραπτό δε φέρει μυρωδιά, ίσως στην προκειμένη ευτυχώς, διότι η μυρωδιά του θα ήταν αποπνικτική ψαρίλα. Δίπλα από τα ΙΙΕΚ ΔΕΛΤΑ είναι το σημείο 0, η προέλευση αυτής της μυρωδιάς που έχει ποτίσει τόσα χρόνια τα ντουβάρια σ’ αυτήν τη γειτονιά. Μπαίνοντας στο Καπάνι προοδευτικά συνηθίζεις τη μυρωδιά. Σε μια δεύτερη σκέψη, η θεώρηση πως εσύ συνηθίζεις το Καπάνι είναι άκρως αλαζονική: το Καπάνι συνηθίζει εσένα, και σου επιτρέπει, μετά την πάροδο λίγης ώρας, να διεισδύσεις στα ενδότερα και να συνειδητοποιήσεις τι είναι τέλος πάντων αυτό το πράγμα που λέγεται Θεσσαλονίκη.

Γαλέος 10 ευρώ και ταξιδιάρα τσιπούρα πελαγίσια μόνο 8, έλα τελευταίο είναι, έλα όποιος προλάβει, καλή φωτογραφία πρέπει να πήρες, εσύ κυρία δε θες μπακαλιάρο; Ο καλύτερος εδώ μέσα είναι, άσε τον γείτονα να λέει. Δώσε 4 και τον πήρες. Τον βάζει στη σακούλα, χαμογελά και συνεχίζει να ανακοινώνει προσφορές. Τριμμένος πάγος και μυρωδιά πελάγους, κόσμος ατελείωτος και τιμές ψαριών αντηχούν στους τοίχους της αγοράς. Οι φωνές των πωλητών δεν είναι καθόλου ενοχλητικές. Είναι μάλλον απαραίτητες, δίχως αυτές η αγορά θα ήταν μίζερη και κενή.

Παρακάτω το σκηνικό αλλάζει: τα ψαρικά γίνονται κρεατικά, φρούτα, παντοπωλεία, ποτοπωλεία, ρούχα και ξηροί καρποί. Οι φωνές είναι εξίσου επιτακτικές και σε καλούν να αγοράσεις πριν τελειώσει. Ένας γέρος λέει σε έναν φίλο του: “Αυτό στη Γαλλία δε θα το βρεις, μ’ ακούς; Αυτό στη Γαλλία πουθενά δε θα το βρεις!” Λογικά αναφέρεται στην λαϊκή αγορά που ονομάζεται Καπάνι. Είναι ένα εμπορικό κέντρο με τα όλα του, απείρως αρχαιότερο και απείρως αυθεντικότερο από τα τσιμεντένια μεγαθήρια που κοσμούν τους εμπορικούς μας δρόμους.

Λίγο πιο μέσα, μια μπάντα με “χάλκινα” παίζει μουσική σε μια παρέα που πίνει. Ένας από την παρέα βάζει λίγα λεφτά στο χέρι του τυμπανοκρούστη, του λέει “παίζε” -και τον υπακούει κατά γράμμα. Ούτε δυο μέτρα παραδίπλα, στέκεται ένα μαγαζί με κλωστές και υφάσματα, ένα άλλο με ξηρούς καρπούς και ένα με φρούτα και λαχανικά κάθε είδους. Ήχος κλαρίνου, τιμές ψαριών και οχλαγωγία έρχονται στ’ αυτιά μου από παντού. Συνεχίζω να περπατώ και παρακολουθώ την εορταστικότητα αυτή να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μου: οικογένειες ψωνίζουν, χαμογελούν από την κορφή μέχρι τα νύχια και κάθονται να φάνε παραδίπλα. Οι πωλητές παρακινούν τις μπάντες να παίξουν κάτι και γι’ αυτούς. Με τον -όχι και τόσο χριστουγεννιάτικο- σκοπό αυτό, όλα άξαφνα σταματούν και πιάνουν τον χορό. Δυο γύρες, δυο χαμόγελα και καλές γιορτές. Μια εορταστική Θεσσαλονίκη, στο λαβύρινθο δίπλα απ’ την Ερμού.

Βγαίνω από το Καπάνι μεθυσμένος από το κλίμα αυτό -τσίκνα, ψαρίλα, ρετσίνα και Θεσσαλονίκη πλανάται στον αέρα. Περνώ τον δρόμο και μπαίνω στο ασφυκτικά γεμάτο Μοδιάνο, όπου τα παντοπωλεία λιγοστεύουν και τα ταβερνάκια και τα μεζεδοπωλεία έχουν την τιμητική τους. Μπάντες περνάνε ανάμεσα στα τραπέζια και σταματάνε στους πιο εύθυμους και πιο πρόθυμους να τους δώσουν κανένα ψιλό, ενώ ταυτόχρονα σερβιτόροι ελίσσονται ανάμεσα σε μεθυσμένους οικογενειάρχες, τυμπανοκρούστες, περαστικούς και λαχειοπώλες. Οι μπάντες με παρακολουθούν να τους τραβώ φωτογραφίες και “στήνονται” -χρόνια στο κουρμπέτι. Μερικοί μου δίνουν κάρτες για να τους στείλω τις φωτογραφίες, άλλοι μου λένε πως έχουν Facebook για να τους τις στείλω εκεί. Η ανάσα τους μυρίζει έντονα αλκοόλ, αναρωτιέμαι, παίζουν καλά ή απλώς είμαστε όλοι σουρωμένοι; Η διαίσθησή μου με τραβά στη δεύτερη επιλογή και, μετανιωμένος, αποτραβιέμαι πίσω. Στο κάτω-κάτω, τι σημασία έχει; Όλοι δείχνουν να το διασκεδάζουν αφάνταστα.

Μετά από αρκετή προσπάθεια, καταφέρνω να ελιχθώ ανάμεσα από εκατοντάδες ανθρώπους και να βγω στην αποπνικτική Βασιλέως Ηρακλείου. Εκεί, χιλιάδες κλείνουν το δρόμο και κάνουν εφιαλτική τη μέρα των άτυχων που περνάνε από εκεί με τα αυτοκίνητά τους. Μπορεί να μείνουν και ώρες εκεί, σταματημένοι, περιμένοντας τις ορδές των εύθυμων εορταζόντων να κάνουν στην άκρη για να περάσουν. Μπροστά από τα μεζεδοπωλεία σχηματίζονται ατελείωτες ουρές για 5 σουβλάκια, δυο πίτες και κανένα σουτζουκάκι, αν βρίσκεται. Ρετσίνα στο χέρι -κατά κανόνα Μαλαματίνα-, σουβλάκι στο άλλο και χορός στο ρυθμό των εγχόρδων, τα οποία είτε ακούγονται από μακριά, από τα ηχεία των μαγαζιών, είτε σε ζωντανή, απευθείας μετάδοση, δίπλα στο τύμπανο του αυτιού σου.

Αν και πεζός, η έξοδός μου από τη Βασιλέως Ηρακλείου αποδείχθηκε απίστευτα δύσκολη -οι εορτάζοντες δεν το κουνάνε με τίποτα άπαξ και βρουν τη “θέση” τους στο πεζοδρόμιο ή στον δρόμο. Η αυθαιρεσία αυτή δεν πρέπει να σας ξενίζει, θα μπορούσατε να είστε κι εσείς στη θέση τους. Σε αυτό το σκηνικό, ο περίεργος είστε εσείς που δεν πίνετε και δεν χορεύετε, κι όχι αυτός που σας κλείνει τον δρόμο.

Μετά από πολλή προσπάθεια, βγήκα από τη λαοθάλασσα. Ο ήλιος έλαμπε ακόμη, δεν είχε πέσει το φως καθόλου. Περπάτησα προς τη θάλασσα και επέστρεψα σε μια Γιορτή εντελώς διαφορετική, εκτός των “παραδοσιακών” συμφραζόμενων. Λατρεύω αυτή τη Θεσσαλονίκη του Καπανιού και του Μοδιάνο. Είναι μια μόνιμη Γιορτή, ένας συνεχής χορός και μια πενιά από μπουζούκι που τείνει στο άπειρο. Με ρωτούν φίλοι από άλλες πόλεις, ποια είναι τέλος πάντων η “σπεσιαλιτέ” της Θεσσαλονίκης; Ποιο είναι το ρεβανί της, η μπουγάτσα της, ο καφές της, ο χαλβάς της, η πατάτα της; Όλα στη Θεσσαλονίκη είναι αξιοπρεπή αλλά περιέργως δανεικά. Απαντώ σε όλους αυτούς πως η Θεσσαλονίκη πουλά Γιορτή -συνεχή, αυθεντική, ασταμάτητη. Η Θεσσαλονίκη είναι μια Γιορτή πολυπολιτισμικότητας, έχει αγκαλιάσει χίλια πράγματα από χίλια διαφορετικά μέρη και τα γιορτάζει καθημερινά, κάτω από μία στέγη και έναν ουρανό.

Την αγαπώ τη Θεσσαλονίκη γιατί προσαρμόζεται. Έχει αμβλύνει τις γωνίες της, έχει ανοίξει την πόρτα της σε όλους τους καλεσμένους. Σας περιμένει να πιείτε, να χορέψετε και να γελάσετε σε κάθε της γωνιά, πάνω από κάθε πέτρα, κάτω από κάθε αστέρι. Καλά Χριστούγεννα Θεσσαλονίκη μου. Σ’ αγαπώ, γιατί γιορτάζεις κάθε μέρα, τα ρούχα σου τα γιορτινά είναι τα ρούχα της Δευτέρας σου και της ρουτίνας σου. Τα ρούχα σου τα γιορτινά, είναι τα ρούχα της δουλειάς σου.

Advertisements
Tagged with: