ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ – PART I

1

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016, μεσημέρι. Η τελευταία μέρα του χρόνου είναι μια ομολογουμένως κρύα ημέρα, ωστόσο ηλιόλουστη και φιλόξενη. Η Θεσσαλονίκη έχει φορέσει τα γιορτινά της και υποδέχεται σιγά-σιγά τον καινούριο χρόνο, συμμετέχοντας κι αυτή στην ελπίδα να είναι αυτός καλύτερος από τον προηγούμενο.

Το κέντρο είναι γεμάτο κόσμο, ασφυκτικά. Δυσκολεύεσαι να περπατήσεις στο πεζοδρόμιο. Οι περισσότεροι, οποιαδήποτε άλλη μέρα του χρόνου, θα είχαν απαυδήσει με τους κυρίους και τις κυρίες που προχωρούν σαν να τους ανήκει ο δρόμος, με τις καμπαρντίνες και τις ακριβές τους γούνες, θα τους έσπρωχναν ελαφρώς, θα τους στραβοκοίταζαν όπως επιβάλλει το αίσθημα αυτό της αγανάκτησης, κι αν τολμούσαν να αντιμιλήσουν, δεν θα το ‘χαν και σε τίποτα να πιαστούν στα χέρια, εκεί, στη μέση της Τσιμισκή. Όχι όμως σήμερα· σήμερα είναι μέρα εορταστική, μέρα χαράς. Σήμερα κρατούμε ευρωπαϊκό προφίλ, υιοθετούμε υπομονετική στάση και κάνουμε πως δεν ενδιαφερόμαστε για τους αγνώμονες κυρίους που περπατούν χωρίς να υπολογίζουν κανέναν. Καλές γιορτές!

Περίεργες αυτές οι ηλιόλουστες μέρες του χειμώνα. Τα χοντρά μας μπουφάν μας ζεσταίνουν και μας ιδρώνουν στον ήλιο, αλλά μας είναι λίγα στη σκιά. Η παραλιακή της Θεσσαλονίκης σφύζει από ζωή. Άνθρωποι σαν μέλισσες βουίζουν γύρω από τα καφέ της παραλιακής, στα οποία δεν πέφτει καρφίτσα. Έχετε ξανακούσει κράτηση για καφέ; Μα τι λέω, προφανώς και έχετε ξανακούσει, στην Ελλάδα είμαστε. Άνθρωποι φεύγουν απογοητευμένοι -ίσως και ελαφρώς νευριασμένοι- από τα καφέ στα οποία δε βρήκαν να καθίσουν, διότι “εξυπηρετούν μόνο κρατήσεις” ή “δεν χωράτε παιδιά, γίνεται χαμός”. Στα αυτιά μας κάθε άρνηση από τον εκάστοτε πορτιέρη ή “υποδοχέα” μεταφράζεται ως υποβίβαση σε κατώτερη κοινωνική βαθμίδα, σε μια βαθμίδα της οποίας αν είσαι μέλος, δεν σου αξίζει να καθίσεις για καφέ στην παραλιακή· ίσως δυο-τρεις δρόμους πιο πάνω, εκεί που πίνουν καφέ εκείνοι “σαν και του λόγου σου”.

-Με συγχωρείτε κύριε, το ξέρω πως είστε φίλος με τον υπεύθυνο, αλλά ο κύριος πίσω σας είναι κουμπάρος με τον υποδιευθυντή!

-Συγγνώμη, συγγνώμη, εγώ πήγαινα στρατό με τον διευθυντή!

-Και δε το λέτε πιο νωρίς κύριε; Παρακαλώ περάστε, καθίστε, ευθυμήστε!

Σκληρή η κοινωνική ζωή στις μέρες μας· ποτέ δε ξέρεις αν ο γνωστός σου είναι αρκετά ψηλά στην ιεραρχική βαθμίδα της επιχείρησης.

Απέναντι από τη ζούγκλα των καφέ, άνθρωποι περπατούν παράλληλα με τη θάλασσα, αγνοώντας επιδεικτικά τον ποδηλατόδρομο. Μάταια προσπαθούν οι ποδηλάτες να διώξουν τους αγνώμονες από εκεί, χτυπώντας μανιωδώς το καμπανάκι τους. Είναι χρονιάρες μέρες, ηρεμήστε κύριε ποδηλάτη, αφήστε μας ήσυχους να πάμε μια βόλτα με τη γυναικούλα μας. Το κρύο είναι τσουχτερό: οι άτυχοι που δεν προνόησαν να πάρουν γάντια έχουν συνεχώς τα χέρια τους στις τσέπες και ρουφούν τη μύτη τους η οποία κοκκινίζει όλο και περισσότερο. Τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, ή μάλλον, με συγχωρείτε, το ένα -με το ζόρι λόγω διπλοπαρκαρισμένων με αλάρμ- ρεύμα κυκλοφορίας δεν κουνιέται. Η κίνηση είναι εξαντλητική, ώρες-ώρες αναρωτιέσαι από πού ήρθαν και πού στο καλό πηγαίνουν όλα αυτά τα αυτοκίνητα. Είναι τόσο στριμωγμένα μεταξύ τους τα οχήματα, που ακόμη και οι μηχανές δεν μπορούν να ελιχθούν ανάμεσά τους. Κόρνα, βρισίδι και κομφούζιο βασιλεύει στην παραλιακή. Μια Θεσσαλονίκη που βρίθει από εορταστικότητα.

Ξαφνικά, στον ποδηλατόδρομο, οι αγνώμονες ακούν ένα κουδουνάκι ολωσδιόλου διαφορετικό από αυτά που άκουγαν μέχρι πρότινος: είναι ένας ήχος πιο μηχανικός, πιο ατόφιος, που συνοδεύεται από ένα γουργούρισμα -ή μάλλον μια απαίσια γκρίνια- μηχανής. Πηδώντας τελευταία στιγμή στο πλάι, αποφεύγουν το μηχανάκι που έχει ανέβει στο πεζοδρόμιο και πηγαίνει από τον ποδηλατόδρομο για να αποφύγει την κίνηση. Όλοι βρίζουν τον μηχανόβιο που είναι πάνω στη μηχανή, αναρωτιέμαι γιατί, το μηχανάκι του δεν έχει πολλή περισσότερη ιπποδύναμη από έναν επαγγελματία ποδηλάτη.

-Ασυνείδητε! Γάιδαρε! Να πας από το δρόμο όπως σου πρέπει!

-Κι εσύ να βγεις από τον ποδηλατόδρομο ρε! Δεν κοιτάς τα χάλια σου λέω ‘γω!

Ο Στάθης, ο μηχανόβιος, έχει κοντό μαλλί, το οποίο συνήθως ξυρίζει στην πιο χαμηλή σκάλα. Έχει βδομάδες να το ξυρίσει κι έχει μακρύνει λίγο. Σιχαίνεται τα μοντέρνα κουρέματα, αλλά περισσότερο απ’ όλα σιχαίνεται τους τύπους που εφαρμόζουν στο κεφάλι τους τα μοντέρνα κουρέματα. Φορά ουδέτερα ρούχα, μια μπλε σκούρα φόρμα με τρεις άσπρες ρίγες και μια ασορτί μπλε ζακέτα που κουμπώνει μέχρι ψηλά στον λαιμό του και φέρει μπροστά την επωνυμία της εταιρίας που τοποθετεί τέντες, στην οποία δούλευε παλιά. Τα παπούτσια του ήταν κάποτε άσπρα, πλέον είναι ένα απροσδιόριστο μπεζ με τόνους καφέ, και το μπουφάν του είναι ένα ατόφιο μαύρο κομμάτι ύφασμα και επένδυση, που μοιάζει κλεμμένο από ένα υπερμέγεθες playmobil. Τον λαιμό του σκεπάζει ένα full-face, το επονομαζόμενο “φουλάρι της εργατιάς”, ενώ από το αριστερό τμήμα του στόματός του, εκεί που συναντώνται τα χείλη, κρέμεται ένα στριφτό τσιγάρο, σβησμένο εδώ και πολλή ώρα. Τα στριφτά είναι πιο φτηνά και σβήνουν από τον αέρα. Ο Στάθης θέλει να καπνίζει ο ίδιος τα τσιγάρα του, και όχι ο αέρας που τον χτυπά στα μούτρα. Δε φορά γυαλιά ηλίου: τα μάτια του είναι μισόκλειστα για να μην τυφλώνεται από τον λαμπερό ήλιο, ενώ στο δεξί του μάγουλο κυλά ένα παχουλό δάκρυ λόγω του τσουχτερού κρύου, του οποίου τη διαδρομή πάνω στο δέρμα μπορείς να διακρίνεις από μακριά.

Ο Στάθης είναι εξαιρετικός στο να ελίσσεται ανάμεσα από αυτοκίνητα με το μηχανάκι του, ή, εν προκειμένω, ανάμεσα από πεζούς που δεν σέβονται τον ποδηλατόδρομο. Χωρίς καμία εκδικητική τάση, ο Στάθης θέλει απλώς να φτάσει στον προορισμό του. Δεν φοράει γάντια και τα χέρια του έχουν ξυλιάσει. Στο πίσω μέρος της σέλας έχει δέσει πρόχειρα ένα μεγάλο κουτί, το οποίο από τις αναταράξεις φαίνεται έτοιμο να πέσει ανά πάσα ώρα και στιγμή. Οι συνεχείς αναταράξεις κάνουν δύσκολο να διακρίνεις τι λέει το αυτοκόλλητο που είναι κολλημένο πάνω στο μεγάλο κουτί, αλλά αν είσαι τυχερός και το πετύχεις για μερικά μικροδευτερόλεπτα ακίνητο, θα διαβάσεις: “ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΥΘΡΑΥΣΤΟ”

Ο Στάθης διήνυσε σχεδόν ολόκληρη τη Λεωφόρο Νίκης από τον ποδηλατόδρομο και, ξαφνικά, ανάμεσα σε βρισιές, απειλές και ξεφωνητά από τους τρομαγμένους περαστικούς, κοίταξε αριστερά, έκοψε απότομα το τιμόνι, πέρασε ξυστά από τα πράσινα κολωνάκια του πεζοδρομίου και διέσχισε σχεδόν καθέτως τη Λεωφόρο Νίκης, εισπράττοντας μερικές ακόμη βρισιές και αρκετά κορναρίσματα, κερδίζοντας με το σπαθί του την οργή πεζών και οδηγών. Μπήκε στη Χρυσοστόμου Σμύρνης, έστριψε στη Μητροπόλεως, έκανε μερικά μέτρα και ανέβηκε στον πεζόδρομο της Δημητρίου Γούναρη. Ποσώς ενδιέφερε τον Στάθη πως ήταν η τελευταία μέρα του χρόνου. Αυτός το μόνο που ήξερε ήταν πως ήταν άλλη μια μέρα δουλειάς μέσα στο κρύο και το αγιάζι για πενταροδεκάρες. Είναι κούριερ ο Στάθης, χωρίς ρεπό, ούτε καν την τελευταία μέρα του χρόνου. Δεν έχει οικογένεια άλλωστε, ούτε κοπέλα, με ποιον να την περάσει; Δεν είναι αρνητικός άνθρωπος ο Στάθης, καθόλου. Ίσα-ίσα, είναι ευχαριστημένος μ’ αυτά που έχει, θα’ λεγα πως κάνει και τον σταυρό του και ευχαριστεί τον Μεγαλοδύναμο, αλλά είναι άθεος μέχρι το μεδούλι. Είναι σκληρός, βλοσυρός και σπάνια ανοίγει το στόμα του χωρίς λόγο. Τα Χριστούγεννα τον αφήνουν παγερά αδιάφορο, όχι τόσο λόγω της θρησκευτικής του τοποθέτησης -ή μάλλον, αποχής-, όσο λόγω της προσποιητής αγάπης και καλοσύνης που δείχνει ο κόσμος ο ένας στον άλλον αυτές τις γιορτινές ημέρες. Είχαν δει αρκετά τα μάτια του Στάθη, παρά τα 25 του χρόνια, από την “καλοσύνη” των ανθρώπων και του ήταν αρκετά, έφταναν τόσο, όχι κι άλλα.

Ο Στάθης ανέβαινε τη Δημητρίου Γούναρη με το μηχανάκι του. Είχε συνηθίσει να τον στραβοκοιτούν για την οδική του συμπεριφορά, δεν τον πείραζε καθόλου. Είχε πίστη στις ικανότητές του -και μόνο σ’ αυτές- και ήξερε καλά πως δεν πρόκειται να βλάψει κανέναν με την οδήγησή του. Προσπέρασε όλες τις κοπέλες που ρωτούσαν τους περαστικούς αν θέλουν να τους αρωματίσουν, τράβηξε λίγο παραπάνω το γκάζι και τις “αρωμάτισε” με καυσαέριο. “Συγγνώμη!” φώναξε, σηκώνοντας το χέρι. Στη γωνία με Στυλιανού Γονατά είχε να παραδώσει το πακέτο. Το αφεντικό του μαγαζιού τον περίμενε με σταυρωμένα τα χέρια, τον ήξερε, είχε παραδώσει πολλές φορές πακέτο εκεί. Σταμάτησε απότομα το μηχανάκι ακριβώς στη γωνία, μπροστά από το αφεντικό: τα φρένα έτριξαν ανατριχιαστικά, το μηχανάκι ακινητοποιήθηκε και το πρόχειρο δέσιμο του μεγάλου κουτιού, το οποίο για ώρα έπνεε τα λοίσθια, παρέδωσε επιτέλους πνεύμα, και το μεγάλο κουτί έπεσε ακριβώς μπροστά από το αφεντικό με έναν μεγάλο γδούπο, κύλησε και σταμάτησε με την πάνω πλευρά να λέει: “ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΥΘΡΑΥΣΤΟ”

-Τι να σου πω τώρα ρε Στάθη; Μια ζωή βιάζεσαι. Δε το θέλω συναρμολογούμενο το πακέτο, ένα κομμάτι το θέλω.

-Έλα ρε Γιάννο, τίποτα δεν έπαθε, ξέρεις, τα έχουν τυλιγμένα με προστατευτικές μεμβράνες. Άνοιξέ το και δες και μόνος σου.

Περιέργως, ο Γιάννος διαπίστωσε πως όντως, το πακέτο δεν είχε πάθει τίποτα. Έκανε έναν καφέ στον Στάθη, υπέγραψε την απόδειξη παραλαβής και τον πλήρωσε. Δεν είχε ούτε λεπτό να διαθέσει: έφυγε γρήγορα-γρήγορα, σε “πολύ σημαντικές δουλειές”. Ο Στάθης ήξερε καλά πως ήταν η ώρα να πάρει τον μεσημεριανό του υπνάκο, η ώρα μία και κάτι το μεσημέρι. Γέλασε καθώς τον έβλεπε να ανεβαίνει βιαστικός τη Δημητρίου Γούναρη, την οποία πολλοί εσφαλμένα αποκαλούν “Ναυαρίνου”. Έκατσε στο μηχανάκι του, άναψε το τσιγάρο που τόση ώρα κρεμόταν από την άκρη των χειλιών του σαν να είχε δαγκώσει αγκίστρι και ήπιε δυο-τρεις τζούρες από τον καφέ του. Είχε κι άλλα πακέτα να παραδώσει, τα είχε δώσει στον Γιάννο να τα κρατήσει αυτός. Αναρωτιόταν πώς στο διάολο θα δέσει αυτά τα πακέτα στο μηχανάκι του, τα έβλεπε, 3 μεγάλα κουτιά τον περίμεναν, ενοχλητικά ακίνητα, ακούνητα και αγέλαστα. “Έχω να φάω εγώ κρύο για πάρτη σας… Έχετε χάρη βρωμόκουτα.”

2

Εκείνη την ώρα, έτσι όπως ήταν καθισμένος στο μηχανάκι και λογομαχούσε με 3 κούτες, άκουσε έναν πολύ μυστήριο θόρυβο να έρχεται μέσα από το διπλανό, οριακά “κρυφό” στενό, τη Μεθώνης. Η Μεθώνης είναι ένα από τα πιο κρυφά, πιο τρομακτικά και πιο “στενά” -με όλη τη σημασία της λέξης- στενά του κέντρου. Γι’ αυτό και της έχουν βάλει κάγκελα, να κρατήσουν μακριά πιθανούς εγκληματίες, σουρωμένους και επίδοξους καλλιτέχνες του δρόμου. Ο Στάθης δεν παραξενεύτηκε, δεν ήταν η πρώτη φορά που θα έβλεπε κάτι πολύ μυστήριο να διαδραματίζεται σ’ αυτό το στενό. Σηκώθηκε, έκανε δυο βήματα και είδε έναν ξαπλωμένο χοντρό τύπο να βαριανασαίνει λίγα μέτρα μετά τα κάγκελα. Ήταν έτσι γυρισμένος που ο Στάθης δεν μπορούσε να δει το πρόσωπό του, άκουγε όμως καθαρά την ανάσα του. Φορούσε ένα κουρελιασμένο παντελόνι, μόνο ένα παπούτσι και ένα περίεργο σκισμένο πλεχτό πουλόβερ. Τα μαλλιά του ήταν κάτασπρα, ήταν ξαπλωμένος πάνω στο δεξί του χέρι και μούγκριζε πράγματα ακαταλαβίστικα.

-Έ, φίλος, είσαι καλά;

-Μμμμγκκκ… Μμμμγκκ… ΜΠΟΥΡΠ!

-Φίλος, σε σένα μιλάω, είσαι καλά; Είσαι ξύπνιος;

Ο Στάθης ανησύχησε για την κατάσταση του μυστήριου αυτού τύπου. Η Ναυαρίνου είναι γεμάτη πρεζάκια, δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπει κάτι τέτοιο ομολογουμένως, αλλά τέτοια μέρα; Τέτοια μέρα να είσαι σε τέτοια χάλια, το κάνει λιγουλάκι πιο τραγικό. Μπήκε μέσα στο μαγαζί του Γιάννου, άνοιξε το συρτάρι όπου φυλούσε τα κλειδιά του στενού και ξεκλείδωσε την κλειδαριά. Άνοιξε την πόρτα, η οποία έκανε ένα απόκοσμο τρίξιμο, και πλησίασε τον οριακά αναίσθητο τύπο. Τον σκούντηξε δυο-τρεις φορές στον ώμο, δεν ήθελε πολλά-πολλά, ποτέ δε ξέρεις πώς θα αντιδράσουν κάτι τέτοιοι του λόγου του.

-Έλα ρε φίλε, σε παρακαλώ, κάτσε λίγο να δω αν είσαι καλά. Μη με κάνεις να καλέσω την Αστυνομία, είμαι σίγουρος πως το ‘χεις δει το έργο πολλές φορές, μαύρα Χριστούγεννα θα κάνεις.

-Μμ λς φφφτη τττ λξξξη…

-Πώς;

-Μμμμη λλλλλλλλες φφφφφτη τη λλλλλλξη…

-Δε σε ακούω, σήκω να μου το πεις καλύτερα, θες να σου φέρω λίγο νερ…

Εκείνη τη στιγμή, ο άντρας αυτός άντλησε δύναμη από ένα κρυφό μέρος μέσα στην καρδιά του, σηκώθηκε άξαφνα και γύρισε προς το μέρος του Στάθη. Είχε βρώμικο πρόσωπο, μεγάλα εκφραστικά μάτια και μια τεράστια, μακριά, υπέροχη, πλούσια λευκή γενειάδα, η οποία είχε λερωθεί από το πάτωμα και είχαν μπερδευτεί στις τρίχες του φύλλα και διάφορες βρωμιές. Τα μάτια του έλαμπαν με μια λάμψη απόκοσμη, η ανάσα του μύριζε αλκοόλ από χιλιόμετρα και η θωριά του μαρτυρούσε κάτι το εντυπωσιακό, μια χαμένη αίγλη, έναν ξεπεσμό, μία κατάντια που παρόμοιά της ο Στάθης δεν είχε ξαναδεί. Τότε ο γέρος άνοιξε το στόμα του, και μαζί με την εφιαλτική του ανάσα ξεστόμισε δυνατά και αποφασιστικά:

-ΜΗ ΛΕΣ ΑΥΤΗ ΤΗ ΛΕΞΗ!!!

Ο Στάθης πήγε λίγο πίσω και τα μάτια του έκλεισαν από τη μπόχα -δάκρυσε και λίγο. Πραγματικά, η μπόχα ήταν απόκοσμη. Ο γέρος αυτός είχε πιεί πολύ, και είχε πιεί πολλά, άγνωστο τι και πόσο. Το τι και αν είχε φάει, επίσης δεν το ήξερε κανείς. Ο Στάθης τον κοίταξε και του είπε:

-Πραγματικά ρε φίλε, έχω φροντίσει πολλούς σαν και του λόγου σου, αλλά τέτοιο πράγμα πρώτη φορά μυρίζω… Τι στο διάολο ήπιες χθες;

Ο γέρος ανασηκώθηκε λίγο. Έκατσε με την πλάτη στον τοίχο, έβηξε δυο-τρεις φορές, ξερόβηξε, έφτυσε κάτω ένα απαίσιο κατακάθι των πνευμόνων του και προσπάθησε να βολευτεί. Καθόταν πάνω σε κάτι, έβαλε το χέρι του από κάτω και έβγαλε το άλλο του παπούτσι. Το ξαναφόρεσε και έκατσε. Τότε ο Στάθης παρατήρησε το πουλόβερ του: ήταν γεμάτο Χριστουγεννιάτικες παραστάσεις. Είχε πάνω έλατα, αστεράκια, τον Άγιο Βασίλη με τους ταράνδους του να πετούν πάνω από τις πολιτείες. Ο Στάθης σκέφτηκε πως πρώτη φορά βλέπει ένα τόσο τραγικό σκηνικό. Ο γέρος καθάρισε τον λαιμό του, κοίταξε τον Στάθη στα μάτια και τον ρώτησε:

-Έχεις κάτι για την αναπνοή;

-Μήπως έχεις ραντεβού μετά;

-Σε παρακαλώ, έχεις κάτι για την αναπνοή; Και λίγο νερό, δε θέλω κάτι άλλο.

Ο Στάθης σηκώθηκε και ξαναπήγε στο μαγαζί του Γιάννου. Πήρε ένα μπουκαλάκι νερό απ’ το ψυγείο, το πήγε πίσω στον γέρο και του έδωσε και ένα πακετάκι καραμέλες που είχε στην τσέπη του. Ο γέρος το ήπιε όλο, μονορούφι και καταβρόχθισε 5-6 καραμέλες με γεύση μέντα. Η αναπνοή του βελτιώθηκε αισθητά, όμως όταν ανέπνεε κοντά σου, αισθανόσουν πως κάποιος έθαψε ένα πτώμα σε ένα λιβάδι μέντας.

-Πώς βρέθηκες εδώ; Τον ρώτησε ο Στάθης

-Χθες το βράδυ αυτή η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη νομίζω. Δεν έχω μέρος στη Θεσσαλονίκη να μείνω. Ήπια πολύ χθες, δε θυμάμαι τι. Νομίζω ξεκίνησα να πίνω σε ένα μπαρ, και μετά πήρα ένα μπουκάλι στο χέρι και έκατσα σε ένα παγκάκι. Όλα πήραν τον δρόμο τους παιδί μου, σάμπως έχω και τίποτα να κάνω σήμερα; Στον δρόμο θυμάμαι αρκετούς να με κοροϊδεύουν, το παραδέχομαι πως αποτελώ λιγάκι αστεία φιγούρα. Να βλέπεις τώρα έναν χοντρό γέρο με μια λευκή γενειάδα να πίνει από μια χαρτοσακούλα τζιν, δεν είναι ό,τι πιο φυσιολογικό.

-Δεν κρυώνεις ρε γέρο; Να σε βάλω στο μαγαζί να ζεσταθείς λίγο;

-Μην αγχώνεσαι νεαρέ, συνηθισμένο το βουνό στα χιόνια! ΧΟΧΟΧΟ, δεν κρυώνω καθόλου, τόσα χρόνια έχω συνηθίσει.

Το απόκοσμο γέλιο του γέρου έκανε τον Στάθη να ανατριχιάσει. Ήταν σαν μία χορωδία βαρύτονων να γέλασε μέσα στο αυτί του· τόσο βαρύ και μεγαλειώδες ήταν αυτό το γέλιο.

-Πρέπει να σου πω γέρο, σε περίμενα πρεζάκι τελειωμένο. Δεν κάνεις καθόλου ναρκωτικά;

-Με έχεις παρεξηγήσει νεαρέ. Δεν είμαι χρήστης. Γνωρίζω καλά την  περιοχή αυτή και καταλαβαίνω γιατί έκανες αυτόν τον συνειρμό, αλλά πίστεψέ με, σφάλλεις οικτρά.

-Και πώς γνωρίζεις την περιοχή ρε γέρο, αν δεν έχεις καν σπίτι εδώ;

-Άκουσέ με Στάθη παιδί μου, ξέρω πολλά περισσότερα απ’ όσα μπορείς να φαντας…

-Πώς με είπες;

-Στάθη, παιδί μου. Ξέχασες το ίδιο σου το όνομα;

Ο Στάθης αγριεύτηκε. Δεν ήταν φύσει επιθετικός άνθρωπος, αλλά έπιασε τον γέρο από το σκισμένο πουλόβερ και τον έφερε κοντά του. Η απαίσια αναπνοή του τον έκανε να το μετανιώσει λίγο, αλλά τον κοίταξε βαθιά στα μάτια και του είπε:

-Γέρο δε μου τα λες καθόλου καλά, καθόλου καλά! Πώς ξέρεις το όνομά μου ρε κωλόγερε, θα μου πεις;

Ο Στάθης ταρακούνησε βίαια τον γέρο, ο οποίος είχε έναν φριχτό πονοκέφαλο και έπιασε το κεφάλι του μέσα σε βογκητά. Από το ταρακούνημα, έπεσαν από τις τσέπες του γέρου ένα ζευγάρι γυαλιά μυωπίας, μία λίστα γεμάτη με ονόματα και μια αρμαθιά κλειδιά που είχαν πάνω μια ταμπελίτσα: “ΕΛΚΗΘΡΟ”. Ο Στάθης αποσβολωμένος άφησε το πουλόβερ του γέρου. Κρύος ιδρώτας έλουσε το μέτωπό του, καθώς τα κομμάτια του παζλ που είχε μπροστά του, όσο και να τα ζόριζε, σχημάτιζαν πάντα την ίδια, απίστευτη, παιδική και ολωσδιόλου αξιοπερίεργη εικόνα: αυτός ο γέρος, αυτό το μεθυσμένο τομάρι που περιμάζεψε πριν λίγα λεπτά και η ανάσα του μύριζε σαν πτώμα σε προχωρημένη σήψη, αυτό το κομμάτι κρέας που πριν από λίγο ήταν χυμένο στο πεζοδρόμιο σαν το τελευταίο και πιο λιγδερό κατακάθι της κοινωνίας, ήταν το σύμβολο των Χριστουγέννων, ο πιο ευγενικός και καλόκαρδος άνθρωπος σε αυτόν τον μίζερο και θλιβερό κόσμο, ο αγαπητός Άγιος Βασίλης.

-Δε μπορεί… Όχι, δε μπορεί, κάποιος μου κάνει πλάκα! Ψέλλισε ο Στάθης

-…το ’91 βιβλίο με ζωγραφιές, το ’92 ένα ξύλινο σπιτάκι…

-Δεν μπορεί να είσαι όντως εσύ, μπορεί;

-…το ’93 ένα ξύλινο αλογάκι και το ’94 ένα αυτοκίνητο με ρόδες που κυλάνε, αν και ήθελες ποδήλατο…

-Δεν το πιστεύω, δεν το πιστεύω πως πέτυχα τον Άγιο Βασίλη σε μαύρα χάλια!

-…το ’95 ήσουν πολύ κακό παιδί, αλλά έχασες τον πατέρα σου, έτσι σου χάρισα το ποδήλατο που τόσο ήθελες, και, ω Θεέ μου, πόσο το χάρηκες! Πόσο το έτρεξες, πόσο το λάτρεψες! Χαιρόμουν να σε βλέπω να το καβαλάς και να τρέχεις σαν παλαβός στις αυλές και στα πεζοδρόμια! Μάλλον γι’ αυτό εξελίχθηκες σε τόσο ζωηρό οδηγό, αλλά έχεις γερακίσιο μάτι, σε εμπιστεύομαι.


Νεκρική σιγή έπεσε στη Μεθώνης. Ακουγόταν μονάχα η οχλαγωγία από τη Δημητρίου Γούναρη, αλλά ήταν σαν να ερχόταν από έναν μακρινό κόσμο. Στον δικό μας κόσμο, υπήρχε μόνο ο Στάθης και ένας γέρος, ο οποίος όλα δείχνουν πως είναι ο Άγιος Βασίλης. Ο Στάθης τον κοιτούσε για ώρα στα μάτια και προσπαθούσε να ξεκαθαρίσει κι άλλο την εικόνα.

-Είσαι όντως εσύ;

-Ναι.

-Και πώς ξέπεσες έτσι;

-Πολύ θέλει νομίζεις;

-Να βρεθείς σχεδόν νεκρός σε ένα στενό; Ε, δε γίνεται και κατά λάθος ρε Άγιε! Άγιος να σου πετύχει, ε;

Ο Άγιος σηκώθηκε στα δυο του πόδια, με λίγο παραπάνω ζόρι απ’ ό,τι θα ήθελε. Έδειξε τη φοβερή -εντόνως ατημέλητη και ταλαιπωρημένη- θωριά του, την μεγάλη του κοιλιά και την εντυπωσιακή του γενειάδα, την οποία καθάρισε από τα φύλλα και τα κλωνιά. Έβαλε τα γυαλιά του, αφού άφησε το ελαφρώς βρωμερό του χνώτο επάνω τους για να τα καθαρίσει, κοίταξε τον Στάθη και του είπε:

-Γνωρίζω πως από τη ζωή σου δεν έλειψαν ποτέ οι ατυχίες. Γνωρίζω πως δε σ’ τα έφερε εύκολα η μοίρα. Όμως σκέψου πως το γνωρίζω αυτό για όλους. Ξέρω τις ενδόμυχες σκέψεις, τα ερωτήματα, τα άγχη και τα προβλήματα όλων. Τα επωμίζομαι, τα βάζω σε σειρά προτεραιότητας και κάνω τα αδύνατα δυνατά για να τα λύσω. Η Φύση δε με προίκισε με τις υπεράνθρωπες δυνάμεις που μου αναλογούν: με έκανε χοντρό, γέρο και με αστεία θωριά. Δεν μπορώ να είμαι σε όλα τα μέρη ταυτοχρόνως, δεν έχω τη δυνατότητα να ακυρώνω το θέλημα της μοίρας και του ανθρώπου. Μπορώ μονάχα να το γλυκαίνω λιγουλάκι, τόσο δα, αφήνοντας δώρα στα παιδιά που το αξίζουν περισσότερο. Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να αφήσεις κάποιο παιδί απ’ έξω; Ή χειρότερα, ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να μπεις στο σπίτι ενός παιδιού, του οποίου η ζωή ξέρεις καλά πως πάει κατά διαόλου, να το βλέπεις να κοιμάται γαλήνια και να του αφήνεις ένα τρενάκι, ένα σπιτάκι, ένα κουκλάκι, και να μην μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο για να γλυκάνεις και να σώσεις την αθώα ψυχούλα του; Αυτό είναι το αγκάθι που μου ματώνει συνέχεια την ψυχή, Στάθη· τρέχω και διαμελίζομαι, σκορπιέμαι, μοιράζομαι ψυχικά και σωματικά μέσα στο κρύο και το αγιάζι, 100 μέτρα πάνω από τη γη, γέρος άνθρωπος, με ένα ταρανδήλατο έλκηθρο και κάνω τα αδύνατα δυνατά για να χαρίσω έστω ένα μικρό μειδίαμα σε όλα τα παιδιά. Και τι παίρνω; Αδιαφορία, ειρωνεία, ή ακόμη συχνότερα: αμφισβήτηση. Οι άνθρωποι δεν πιστεύουν πως υπάρχω, Στάθη μου, αλλά δε τους κατηγορώ. Ποιος θα πίστευε πως υπάρχει άνθρωπος τόσο μαλάκας, ώστε να τρέχει παντού και να μοιράζει δώρα αφιλοκερδώς; Αλλά το χειρότερο Στάθη μου, αυτό που μου τρυπά το μυαλό συνέχεια και σε ησυχία δε με αφήνει, είναι πως τα παιδιά που πραγματικά το έχουν ανάγκη, δε μπορώ να τα βοηθήσω. Ούτε μια κουβέντα, ούτε ένα χάδι, ούτε μια αγκαλιά. Μπορώ μόνο να αφήσω ένα απρόσωπο δώρο το οποίο θα βαρεθούν, ή δε θα προλάβουν να χαρούν, γιατί θα πεθάνουν από πείνα, δυστυχία ή αρρώστια! Κι έτσι φεύγω κλαμένος μέσα στη νύχτα, σαν κλέφτης, μέσα από στενές καμινάδες και κλειδωμένες πόρτες, με τη βαθιά γνώση πως αυτό που κάνω δε θα ωφελήσει ποτέ αυτούς που πρέπει, αλλά μονάχα αυτούς που δεν το έχουν καν ανάγκη! Στο διάολο τα Χριστούγεννα Στάθη! Στο διάολο, κι ακόμη παραπέρα, στο διάολο, στα τσακίδια!

(συνεχίζεται εδώ)

Advertisements
Tagged with: