ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ – PART II

(το προηγούμενο εδώ)

3

Ο Άγιος έσπασε. Έβγαλε τα γυαλιά του και σκούπισε τα υγρά του μάτια με την ανάποδη του βρωμερού χεριού του. Ο Στάθης, μοναδικός μάρτυρας στο τραγικό ετούτο θέαμα, θέλησε να καθησυχάσει τον καλόκαρδο αυτόν παππού, αλλά δε μπορούσε να βρει τα λόγια. Τι να του πει; Πως έχει άδικο; Πως όλα θα πάνε καλά; Ήταν αισιόδοξος σαν άνθρωπος, αλλά πίστευε βαθιά πως τα Χριστούγεννα είναι μια φαρσοκωμωδία για ηλιθίους. Καμία αγάπη, καμιά λατρεία, κανένα αίσθημα ανθρωπιάς. Κι αν υπάρχει τέλος πάντων αυτό το αίσθημα “ανθρωπιάς”, αντικατοπτρίζει μονάχα την τερατώδη μας φύση, της αγνωμοσύνης, της αδιαφορίας και της αλαζονείας! Έτσι οι δύο ενήλικοι άντρες αγκαλιάστηκαν στο κρυφό αυτό στενό για λίγα δευτερόλεπτα, ανταλλάσσοντας σιγανά καθησυχαστικά λόγια και χάδια στην κορυφή του κεφαλιού.

Κάθισαν και οι δύο κάτω στη Μεθώνης. Κοιτάχτηκαν. Ο Στάθης ένιωσε εξαιρετικά άβολα διότι ήξερε πως ο Άγιος ξέρει τι σκέφτεται.

-Ναι, του είπε ο Άγιος. Ξέρω τι σκέφτεσαι.

-…

-Όχι όλα. Μόνο όσα αφορούν εμένα και τις κρίσιμες αποφάσεις της ζωής σου, αυτές που σε κατατάσσουν ως “καλό” ή “κακό”. Και το αστείο είναι πως αυτή η γνώση των ενδόμυχων σκέψεων συνεχίζεται επ’ άπειρον, άπαξ και παραδώσω δώρο σε ένα παιδί. Συνεχίζουν δηλαδή και μου έρχονται διανοητικά mail από άτομα 50,60,70 ετών, ακόμη και από νεκρούς! Συνήθως, βέβαια, οι κρίσιμες αποφάσεις ενός νεκρού είναι ”να στοιχειώσω την γυναίκα μου που πηδιέται με τον καλύτερό μου φίλο;” Και επειδή εμένα δεν με ενδιαφέρει καθόλου, διότι δώρο δεν θα πάρει, καθώς αν το αφήσω στο μνήμα θα το κλέψει ο καντηλανάφτης, συνήθως πράττουν κατά βούληση χωρίς κανένα ενδιαφέρον απέναντι στις αρχές του “καλού” και του “κακού”.

-Δηλαδή δεν έχει Χριστούγεννα φέτος;

-Τι σχέση έχουν αγόρι μου με εμένα τα Χριστούγεννα; Χριστούγεννα είναι τι θα φορέσεις στο ρεβεγιόν, σε ποιο μαγαζί θα κλείσεις τραπέζι την Παραμονή και αν θα σου πέσει το φλουρί στη Βασιλόπιτα. Εγώ είμαι ένα παραμύθι για νήπια και για καθυστερημένους.

-Περιέργως τα βρίσκουμε, Άγιε.

-Το ήξερα αυτό.

-Αρχίζεις να μου τη δίνεις.

-Κι αυτό το ήξερα.

Τους πιάνουν τα γέλια. Ένας βλοσυρός κούριερ που οδηγά σαν μανιακός και ο Άγιος Βασίλης είναι καθισμένοι σε ένα απομονωμένο στενό του κέντρου, τη Μεθώνης, και γελάνε μέσα από την καρδιά τους. Ποιος θα το διάβαζε αυτό και θα το πίστευε; Ποιος θα περίμενε πως θα διαβάσει αυτές τις λέξεις τοποθετημένες με αυτόν τον τρόπο; Πιστέψτε με, ακόμη και ο παντογνώστης Άγιος Βασίλης δεν το περίμενε αυτό. Τα γέλια προοδευτικά σταμάτησαν. Η σιγή έλαβε τη σκυτάλη και την παρέδωσε στο αίσθημα της υποχρέωσης. Ο Στάθης κοίταξε το κινητό του. Η ώρα είχε περάσει κι έπρεπε να παραδώσει 3 ακόμη πακέτα. Σηκώθηκε μαζί με τον Άγιο Βασίλη. Βγήκαν από το στενό, ο Στάθης κλείδωσε την πόρτα και πήγε και τοποθέτησε τα κλειδιά ακριβώς εκεί που τα βρήκε, στο συρτάρι στο μαγαζί του Γιάννου. Χαιρέτησε τον υπάλληλο που είχε την απογευματινή βάρδια και σήκωσε τα 3 ασήκωτα κουτιά που ήταν στοιβαγμένα στη γωνία, με ένα χαρτί που έγραφε με πρόχειρα, άσχημα γράμματα “ΣΤΑΘΗΣ”.

-Τι παρήγγειλαν γαμώτο χρονιάρες μέρες; Αναρωτήθηκε.

Ο Άγιος Βασίλης παρακολουθούσε σιωπηλά.

-Θα σου έλεγα να πάμε με το έλκηθρο, αλλά νομίζω θα τραβήξουμε πολύ τα βλέμματα, μέρα-μεσημέρι.

-Εντάξει, μη το λες, αν βγάλεις τα κουδουνάκια από τους ταράνδους και κρεμάσεις καμιά πινακίδα στη μύτη του Μπλίτζεν παίζει και να μη μας προσέξουν. Σαν φτιαγμένο Σιτροέν θα είμαστε.

Γέλασε. Ο Άγιος Βασίλης συνέχισε:

-Μα πώς θα τα φορτώσεις αυτά στο μηχανάκι σου;

-Δεν έχω ιδέα, θα μου πέσουν σίγουρα. Εσύ που είσαι και πάνσοφος δεν έχεις να προτείνεις τίποτα;

Ο Άγιος το σκέφτηκε λίγο.

-Μόνο αν βάλεις και δεύτερο άτομο να τα κρατά μέσα σε μία μεγάλη σακούλα, φορτωμένη στην πλάτη του.

-Βλέπεις εσύ κανέναν εθελοντή;

Ο Άγιος το ξανασκέφτηκε.

-Θα ήθελα να έρθω μαζί σου. Δεν έχω τίποτα καλύτερο να κάνω, και είναι πάρα πολύ νωρίς για να αρχίσω το ποτό. Είπαμε, ξέπεσα, αλλά μερικά πράγματα δεν συνάδουν καθόλου με την Αγιοσύνη μου.

-Φοβάμαι πως θα κλατάρει η ανάρτησή μου… Πόσα κιλά είσαι;

-Φλερτάρω επικίνδυνα με τα 140, είναι τώρα και οι Γιορτές βλέπεις και έχω πάρει μερικά παραπανίσια…

-Τι 140 ρε Άγιε; Θα μας μείνει το παπί στο χέρι.

-Έχεις να προτείνεις τίποτα καλύτερη Στάθη;

Ο Στάθης το σκέφτηκε. Από τη μία, το μηχανάκι ήταν παλιό και επίφοβο. Από την άλλη, δεν ήθελε να κυνηγά κούτες στη Λαμπράκη και στην Εγνατία. Η διελκυστίνδα αυτή στο μυαλό του είχε φαβορί ωστόσο εξαρχής: ποιος δε θα ήθελε να περάσει τη μέρα με τον Άγιο Βασίλη στη σέλα του;

-Ανέβα, Άγιε. Μας περιμένει μεγάλη μέρα.

-Ξέρεις, με έναν τρόπο, είσαι κι εσύ ένας Άγιος Βασίλης. Μοιράζεις δώρα στις 31 Δεκεμβρίου και τρως το κρύο της αρκούδας.

-Μόνο που δεν έχω ταράνδους, αλλά Crypton-X.

-Ένας κάγκουρας Άι-Βασίλης.

 4

Ο Άγιος Βασίλης, αν και Άγιος, υπέφερε από σκληρό και βαρύ hangover. Ποιος να το πίστευε πως αυτός ο αγαπητός παππούλης θα έφτανε στο σημείο να ζαλίζεται πάνω σε ένα κοινό μηχανάκι, από εκεί που πετούσε λεβέντικα και ανάερα πάνω από τις πολιτείες; Η αλήθεια είναι πως ο Άγιος δεν είχε συνηθίσει να έχει τόσα εμπόδια στο διάβα του, με εξαίρεση μερικές κεραίες, γερανούς, στύλους της ΔΕΗ και δορυφορικά πιάτα, τα οποία ορισμένες φορές συντέλεσαν σε εξαιρετικά ντροπιαστικά σκηνικά, όπως την “Πτώση” του 1971, όταν ο Άγιος έπεσε πάνω σε μια διαφημιστική ταμπέλα της Coca-Cola, που διαφήμιζε περίτρανα -τι άλλο;- την ίδια του την αφεντομουτσουνάρα. Ο Άγιος σηκώθηκε ζαλισμένος και διάβασε πάνω στην τεράστια διαφήμιση την οποία είχε μόλις κουτουλήσει “I’d like to buy the world a Coke” και τον ίδιο -ή μάλλον, τον Αμερικανό ομόλογό του- να κλείνει το μάτι στους διαβάτες.

Ο Άγιος Βασίλης πετούσε στα σύννεφα, όπως άλλωστε έκανε μια ζωή. Ένιωθε πως αιωρείται, πως το μηχανάκι του Στάθη μεταμορφωνόταν σιγά-σιγά σε έλκηθρο, και πως ο Στάθης προοδευτικά έβγαζε κέρατα και κουδούνια και γινόταν τάρανδος. Το μηχανάκι απογειωνόταν, ξεκολλούσε γλυκά-γλυκά από το έδαφος, με χιλιάδες περαστικούς να κοιτούν κατάπληκτοι. Το άρμα αυτό, το μικροσκοπικό μηχανάκι με τον χοντρό άντρα και τον νεαρό με το τσιγάρο στο στόμα είχε μια δύναμη κολοσσιαίων διαστάσεων, μια χάρη που θα ζήλευε και η πιο προσεκτική γάτα και μια ταχύτητα απλησίαστη, ίδια μ’ αυτή του φωτός. Σαν χιλιάδες μικροσκοπικά φωτόνια να σχίζουν τον αέρα της Δημητρίου Γούναρη, να σκορπούν ανάμεσα σε περαστικούς και προϊόντα και να ξαναγίνονται ένα, να μπερδεύονται, να χάνονται και σύσσωμα να συνεχίζουν στο τρένο των Χριστουγέννων.

Αυτά φανταζόταν ο Άγιος Βασίλης, με ένα απλανές βλέμμα που κοιτούσε στο άπειρο. Η παρουσία τους όμως γινόταν πολύ περισσότερο αισθητή από αυτή μερικών φωτονίων: μια φασαρία, μία βρώμα καυσαερίου και μια τεράστια σακούλα η οποία χτυπούσε δεξιά-αριστερά σε διαβάτες και στύλους με γυαλιά ηλίου. Ίσως έφταιγε το hangover που ο Άγιος αφαιρέθηκε έτσι, άξαφνα όμως, σαν δυνατό χαστούκι, μία στριγκλιά μιας γιαγιάς τον επανέφερε στον αποπνικτικά γεμάτο πεζόδρομο της Δημητρίου Γούναρη, ανάμεσα σε εκατοντάδες έντρομα βλέμματα.

-Στάθη παιδί μου θα σκοτωθούμε!

-Ηρέμησε Άγιε, εσύ ο ίδιος είπες πως με εμπιστεύεσαι άλλωστε.

Ο Στάθης τότε έκοψε το τιμόνι δεξιά, και κατευθύνθηκε ανάποδα στον μονόδρομο της Αλεξάνδρου Σβώλου. Πέρασε τα παγωτά του Ιταλού, το άλλοτε Extrablatt το οποίο ονομάζεται πλέον Βελιγράδι και μαγειρεύει κουζίνα Σερβοελληνική και την Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη. Περνώντας τη διασταύρωση με Εθνικής Αμύνης, πολλοί οδηγοί κόρναραν και έβρισαν τον νεαρό οδηγό της μηχανής με τον Άγιο Βασίλη να μοιράζει συγγνώμες δεξιά και αριστερά, προσπαθώντας να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα. Γιοκ-Μπαλίκ, Falafel House, οδός Δεσπεραί, που πήρε τ’ όνομά της από τον αρχιστράτηγο των συμμαχικών δυνάμεων στο Μακεδονικό Μέτωπο το 1918, Louis Félix Marie François Franchet d’Espèrey. Στη γωνία με Αγγελάκη, ο Στάθης ακινητοποίησε το μηχανάκι γιατί τα αμάξια περνούσαν πολύ γρήγορα. Περίμενε μερικά δευτερόλεπτα, βρήκε ένα κενό και χώθηκε. Η φαρδιά Αγγελάκη ήταν κατακλυσμένη από λαμαρίνα και καυσαέριο.

Στρίβοντας στην Εγνατία, ο Στάθης έκανε το ζιγκ-ζαγκ στο οποίο σε υποχρεώνουν τα έργα του μετρό, αποφεύγοντας μερικούς φοιτητές οι οποίοι περνούσαν κάθετα το δρόμο. Άφησε τη ΔΕΘ στο δεξί του χέρι, το ΑΠΘ στο αριστερό και συνέχισε ευθεία, με ρότα προς Τούμπα μεριά, για να παραδώσει το πρώτο του πακέτο. Ο Άγιος Βασίλης διάβασε τη σκέψη του Στάθη, γούρλωσε τα μάτια και του είπε:

-Τούμπα; Πωπω.

-Πώς;

-Τούμπα λέω, έχω πολύ κακές αναμνήσεις από την Τούμπα.

-Τι εννοείς;

-Πριν πολλά-πολλά χρόνια, είχα αφήσει το έλκηθρο σε μια ταράτσα στην Τούμπα και κατέβηκα από τη σκάλα υπηρεσίας για να μπω σε ένα διαμέρισμα. Γιάννης λεγόταν το παιδί θυμάμαι, μικρός, με έναν πατέρα άρρωστο ΠΑΟΚτζή, τον Θεοδόση. Άνοιξα το παράθυρο με μεγάλη ευκολία και μπήκα μέσα στο σπίτι. Έκανα να αφήσω το δώρο κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο από το οποίο -τι παράξενο!- έλειπε εντελώς το κόκκινο χρώμα. Πρώτη φορά το έβλεπα αυτό. Ούτε μία κόκκινη μπάλα, ούτε μία κόκκινη γιρλάντα, ούτε ένα κόκκινο λαμπάκι. Το πιο εντυπωσιακό όμως στα λαμπάκια ήταν πως δεν ήταν αγορασμένα επίτηδες μόνο λευκά -ήταν κανονικά λαμπάκια, 4 χρωμάτων, μπλε-πράσινα-λευκά και κόκκινα. Κάποιος λοιπόν είχε κάτσει και είχε σπάσει εκδικητικά ένα-ένα τα κόκκινα λαμπάκια. Στην άκρη όμως, εκεί που τέλειωναν τα λαμπάκια διέκρινα μονάχα ένα κόκκινο λαμπάκι, να λάμπει περήφανα και να ξεχωρίζει μέσα σε μία θάλασσα ερυθράς ελλείψεως. Έσκυψα για να διακρίνω καλύτερα: ναι, όντως. Υπήρχε μονάχα ένα κόκκινο λαμπάκι, που σήκωνε ψηλά το κόκκινο λάβαρο, περήφανα, όντας ο Τελευταίος των Ερυθρών.

Εκείνη τη στιγμή στο σπίτι του Θεοδόση, ο Άγιος Βασίλης άκουσε ξαφνικά το πάτωμα να τρίζει. Είχε ξεχαστεί, είχε αφαιρεθεί, έπρεπε να φύγει γρήγορα πριν τον πάρει κανένα μάτι. Άρπαξε όπως-όπως τον κατακόκκινο σάκο του, γύρισε το μέτωπό του προς το παράθυρο και είδε σε απόσταση αναπνοής τον Θεοδόση: έναν τριχωτό άντρα με βαρύ σκαρί και σκληρό βλέμμα, ο οποίος ήταν η προσωποποίηση του Χριστουγεννιάτικού του δέντρου· κάθε νότα κόκκινου έλειπε από πάνω του, σαν να αγαπούσε και να ζητούσε τη χλωμάδα αυτός ο άνθρωπος. Του Αγίου Βασίλη του κόπηκε η ανάσα: ποτέ ξανά δεν τον είχαν πιάσει εν ώρα εργασίας. Η σιγή ήταν υπαρκτή, πλανιόταν στον αέρα, την έκοβες άμα το ήθελες με το μαχαίρι. Ο Θεοδόσης δε μασούσε από αμηχανίες και λοιπές αηδίες, άνοιξε το στόμα του και είπε:

-Να τονα και ο Άγιος ο Βασίλης να πούμε… Χρόνια και ζαμάνια κάναμε ρε αδερφέ να σε ιδούμε. Ο Θεοδόσης τόνιζε τη λέξη αδερφέ, την έλεγε μακρόσυρτα, σαν να την απολάμβανε.

-Το πρωτόκολλο επιβάλλει να κάνω πως δε σας είδα και να εξαφανιστώ όσο πιο γρήγορα μπορώ κύριε Θεοδόση. Συγγνώμη που σας χάλασα τη μαγεία των Χριστουγ…

-Δε με λες ρε φιλαράκι για να ‘χουμε καλό ρώτημα: ζαβός είσαι του λόγου σου; Εμφανίζεσαι στην Τούμπα με κατακόκκινη στολή και σάκο και περιμένεις κι όλα να τηνε βγάλεις καθαρή;

Ο Θεοδόσης πλησίασε τον Άγιο με δύο αποφασιστικά βήματα, τον έπιασε από τον γιακά της κόκκινης στολής και του είπε:

-Εμείς εδώ στην Τούμπα δε γουστάρουμε τους γαύρους στο σπίτι μας, αντιλαβού; Για κάνε μας τη χάρη και σήκω κι εσύ και η κόκκινη στολή σου κι εξαφανιστείτε κι οι δύο από δω μέσα, γιατί δε ξέρω να πούμε ούτε κι εγώ τι θα γίνει.

Το αίμα του Αγίου Βασίλη πάγωσε: ίσως έφταιγε η γνώση πως ήταν κι αυτό κόκκινο, μέσα σ’ ένα σπίτι το οποίο κυνηγούσε το κόκκινο όπως ο σκύλος κυνηγά τη γάτα. Ποτέ στη μακρά ζωή του δεν είχε φοβηθεί τόσο πολύ. Κίνησε γρήγορα προς το παράθυρο, έκανε να φύγει, και τότε ο Θεοδόσης του απηύθυνε για τελευταία φορά το λόγο:

-Ψιτ, και πού ‘σαι Αγιοβασίλη: δε σπάμε όλα τα κόκκινα λαμπάκια. Αφήνουμε ένα ζωντανό για να βλέπει τα υπόλοιπα σβησμένα, αντιλαβού;

Ο Στάθης γέλασε με την καρδιά του πάνω στο μηχανάκι. Η ιδέα του κοκκινοντυμένου Αγίου Βασίλη στην Τούμπα πάντα τον γέμιζε απορία και ενδιαφέρον.

-Δε λες πάλι καλά ρε Άγιε που έπεσες σε πολιτισμένο ΠΑΟΚτζή και δε σε κλειδώσανε στην Τούμπα να σε δέρνουν ακόμη;

-Τι να σου πω Στάθη παιδί μου… Τόσα χρόνια έχουν περάσει, κι αυτό το βλέμμα θα το ξεχώριζα ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα.

Ο Στάθης είχε πλέον πιάσει τη Λαμπράκη για τα καλά. Άφησε στα δεξιά του την Κλεάνθους, προχώρησε δυο-τρία στενά κι έστριψε δεξιά στην Τυρολόης, όπου έκανε μερικά μέτρα και ξανάκανε δεξιά στην Αργαίου. Καθώς ο Στάθης έβαζε τον πλαγιοστάτη στο μηχανάκι του, ο Άγιος Βασίλης κοιτούσε γεμάτος θύμηση τα γύρω σπίτια.

-Μα την πίστη μου, είπε ο Άγιος, εμένα κάτι μου θυμίζει αυτό το μέρος.

Η διεύθυνση παράδοσης βρισκόταν μια ανάσα από το γήπεδο του ΠΑΟΚ. Ένιωθες πραγματικά μια “παοκότητα” να πλανάται στον αέρα. Ένιωθες τις ματιές να σε εξετάζουν πατόκορφα για κάτι μη-παοκτσίδικο, και στην περίπτωση που είχες να επιδείξεις κάτι αντίθετο με το πνεύμα της γειτονιάς, η τιμωρία σου θα ήταν σκληρή και αξέχαστη. Μια παρέα από γερόντια έπινε λίγο πιο δίπλα: ρετσίνα, γέλια και μεζές υπήρχαν στο τραπέζι τους, τίποτ’ άλλο. Τρία πιτσιρίκια έγραφαν σ’ έναν τοίχο μ’ έναν μαρκαδόρο, και στη θέαση των δύο αντρών εξαφανίστηκαν μέσα στην τσιμεντένια ζούγκλα της Τούμπας. Το γήπεδο στεκόταν αγέρωχο, η ατμόσφαιρα ήταν περιέργως ήσυχη, καρφίτσα να ‘πεφτε θα την άκουγες σίγουρα. Το πακέτο του Στάθη έγραφε πάνω “ΥΠΟΨΙΝ ΚΟΥ Α..ΝΑΣ…Η”. Τα υπόλοιπα ήταν μία άμορφη μουτζούρα, το χαρτί είχε λογικά βραχεί από το πάτωμα του μαγαζιού του Γιάννου. Ο Στάθης δεν πτοήθηκε: πόσοι με τέτοιο επίθετο να έμεναν σ’ αυτή τη μικρή πολυκατοικία της οδού Αργαίου;

Οι δύο άντρες πλησίασαν τη λίστα με τα θυροτηλέφωνα, και όντως, το μόνο όνομα που ταίριαζε στην περιγραφή ήταν αυτό του κυρίου Αθανασιάδη, στον 4ο.

-Κι όμως, εμένα κάτι μου θυμίζει αυτό το μέρος, είπε ο Άγιος.

-Ρε Άγιε, έχεις πάει σε κάθε σπίτι που έχει παιδί, λογικό δεν είναι να σου θυμίζει κάτι;

Ο Στάθης χτύπησε το θυροτηλέφωνο: ένας στριγκός, απόκοσμος ήχος ακούστηκε μετά από λίγα δευτερόλεπτα, ο οποίος δε μπορούμε παρά να υποθέσουμε πως ήταν η -αποτυχημένη- προσπάθεια του χαλασμένου ηχείου να αποδώσει τη λέξη “εμπρός;”

-Πακέτο για τον κύριο Αθανασιάδη;

-(…) Τέταρτοοοοος.

Οι δύο άντρες και η μεγάλη σακούλα στριμώχτηκαν στο ασανσέρ. Η μυρωδιά της ανάσας του Αγίου ήταν ακόμη αισθητή, ενώ η σακούλα στην οποία είχαν βάλει τα πακέτα μύριζε μπύρα, αλλά μπύρα επόμενης μέρας, μια μυρωδιά που μονάχα να σε αναγουλιάσει μπορεί.

-Ίσως θα ήταν καλύτερα να περίμενα στο μηχανάκι, είπε ο Άγιος καθώς το ασανσέρ είχε περάσει τον δεύτερο και όδευε αργά αλλά αποφασιστικά προς τον τρίτο.

Στον τέταρτο, μια ανοιχτή πόρτα τους περίμενε ακριβώς απέναντι από το ασανσέρ: στην κάσα της πόρτας φάνηκε μια γνώριμη για τον Άγιο θωριά: βαρύ, τριχωτό σκαρί με σκληρό βλέμμα και προφορά με βαρύ “λ”, το οποίο οσμιζόσουν στον αέρα χωρίς καν να ανοίξει το στόμα του.

-Α μπα, ο Άγιος Βασίλης ήρθε νωρίς φέτος να πούμε, ε ταχυδρόμε;

-Πες το ψέματα, μουρμούρισε ο Στάθης.

Ο Άγιος περιεργάστηκε τον σκληροτράχηλο τύπο: αναρίγησε στη θέαση αυτού του βλέμματος, το οποίο όσα χρόνια κι αν περνούσαν δε θα ξεχνούσε ποτέ.

-Ο Θεοδόσης; Ρώτησε.

-Γιάννης, γέρο. Ο Θεοδώκος αποδήμησεν εις Κύριον, έτσι δεν το λένε οι γραμματικοί; Εσύ του λόγου σου που τον ξες τον σχωρεμένο;

Ο Άγιος ανατρίχιασε· ένιωσε πιο γέρος από ποτέ. Ο μόνος άνθρωπος που τον είχε δει με τη στολή του, το μόνο λάθος σε μία κατά τα άλλα λαμπρή καριέρα είχε πλέον χαθεί από το πρόσωπο της γης. Τα λάθη μας, σκέφτηκε ο Άγιος, είναι τα μόνα που μας κάνουν καλύτερους. Και μεταξύ όλων αυτών των “ξύπνιων” που ανά τα χρόνια προσπάθησαν με χίλιους τρόπους να τον παγιδέψουν και να του βγάλουν τον σκούφο για να φανεί επιτέλους η κρυφή του ταυτότητα, ο μόνος που τα κατάφερε, και μάλιστα άθελά του, ήταν ο Θεοδόσης, ο απλός, λιτός Θεοδόσης που πρώτα έλεγε ΠΑΟΚ και μετά καλημέρα. Τι τα θες, σκέφτηκε ο Άγιος, ελαφρά συγκινημένος. Ποτέ δεν είχε καταλάβει γιατί οι άνθρωποι παθιάζονται τόσο πολύ με κάθε λογής πράγμα που στο τέλος μόνο κακό μπορεί να τους κάνει. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, να’ ταν η ατμόσφαιρα, να ‘ταν το “κεφάλι” από τα χθεσινά, να’ ταν ο γιος του που τον κοίταζε βαθιά στα μάτια, ο Άγιος Βασίλης αγκάλιασε λίγο περισσότερο τ’ ανθρώπινα κι έκανε ένα βήμα πιο κοντά στο να τα καταλάβει.

-Μωρέ καλά είν’ αυτός; Δώσ’ του μια να συνέλθει, είναι και γέρος άνθρωπος.

Ο Άι-Βασίλης είχε αφαιρεθεί για άλλη μια φορά. Τα μάτια του υγράνθηκαν, κοίταξε αλλού να μην προδοθεί.

-Τον είχα γνωρίσει μια φορά στο γήπεδο, του είπε.

-Έτσι εμφανίζεσαι του λόγου σου στο γήπεδο, με πουλοβεράκι σαν τον Άγιο το Βασίλη; Ρε πράματα που ακούω χρονιάρες μέρες.

Ο Γιάννης υπέγραψε την παραλαβή, πήρε το πακέτο κι έκανε να κλείσει την πόρτα.

-Καλές γιορτές, του είπε ο Άγιος Βασίλης. Να γυαλίζεις το κόκκινο λαμπάκι.

Ο Στάθης και ο Άγιος ανέβηκαν πάλι στο μηχανάκι, με μια συνολική μάζα κάπως ελαφρύτερη από πριν. Καθώς απομακρύνονταν από τη γειτονιά της Τούμπας, ο Άγιος Βασίλης κοιτούσε πίσω στο μοναδικό του λάθος. Κοιτάς πίσω μονάχα για να δεις πόσο μακριά έχεις φτάσει, αλλά μερικές φορές η ματιά σου αγκαλιάζει γλυκά τα περασμένα. Αγαπούσε ο Άγιος πολύ τους απλούς και αυθεντικούς ανθρώπους· αυτούς που η αγάπη τους μετριόταν μόνο με γερές χειραψίες, σφιχτές αγκαλιές και φλογερά βλέμματα. Το μηχανάκι μάκρυνε κι άλλο. Τα σπίτια έμοιαζαν με κουτιά έτοιμα προς παράδοση. Το φτηνό αυτό έλκηθρο είχε ακόμη πολύ δρόμο μπροστά του.

(συνεχίζεται εδώ)

 

Advertisements
Tagged with: