ΚΟΜΙΖΩ ΓΛΑΥΚΑΣ ΕΙΣ ΑΘΗΝΑΣ

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου. Η Ελλάδα πλήττεται από κύμα κακοκαιρίας. Χιόνι, πάγος και πολύ χαμηλές θερμοκρασίες. Η Ελλάδα κάθεται σπίτι της, μέσα στην κουβέρτα της και παρακολουθεί τις νιφάδες χιονιού να ακολουθούν την προκαθορισμένη πορεία τους, καταλήγοντας αναπόφευκτα στο έδαφος. Η Αθήνα δεν αποτελεί εξαίρεση. Το κρύο είναι τσουχτερό, ωστόσο το χιόνι δεν τίμησε την πρωτεύουσα με την παρουσία του. Ο κόσμος είναι μουδιασμένος, δεν θέλει να ξεμυτίσει από το σπίτι του και τα στενά της Αθήνας μένουν απελπιστικά κενά.

Μένω στην Πανόρμου. Περπατώ προς το μετρό -τι ωραία να είσαι στην Ελλάδα και να έχεις μετρό!- και αντικρίζω κλειδωμένες πόρτες στην είσοδο: “η στάση Πανόρμου θα παραμείνει κλειστή από τις 6-8 Ιανουαρίου, λόγω έργων”. 6-8 Ιανουαρίου, δηλαδή ακριβώς οι μέρες της παραμονής μου. Ποιος Ινδιάνος θεός έβαλε ένα μαύρο σύννεφο να με ακολουθεί; Βάζω τα ακουστικά μου και προχωρώ στην επόμενη στάση. Ακούω “You want it darker” από Leonard Cohen. Τα χνώτα μου θολώνουν τα γυαλιά μου, τα χέρια μου έχουν ξυλιάσει, αλλά η Αθήνα είναι τόσο όμορφη που το ξεχνώ.

Στο μετρό μπαίνω και βγαίνω σαν Αθηναίος πολίτης. Αν αποφεύγεις τις λέξεις με “λ”, δεν προδίδεις την καταγωγή σου από τα βόρεια κλίματα. Ωστόσο, κάτι μου λέει πως οι Αθηναίοι έχουν ενός είδους ραντάρ και εντοπίζουν τους “ξένους”. Οι ματιές τους είναι αινιγματικές, μυστήριο το φέρσιμό τους. Ίσως πάλι είναι στο μυαλό μου, το οποίο παλεύει να αποδείξει μια ανύπαρκτη κόντρα βορρά και νότου. Η Αθήνα έχει πολλά να μου συγχωρήσει. Μιλούσα άσχημα γι’ αυτήν, γιατί αγαπώ την πόλη μου, τη Θεσσαλονίκη, όσο τίποτα στον κόσμο. Μια βόλτα μέσα της αρκεί για να αλλάξεις γνώμη. Αφήνω επισήμως τις ανόητες κόντρες βορρά και νότου. Ας ασχοληθούν μ’ αυτές οι στίχοι των τραγουδιών. Εγώ με την Αθήνα τα βρήκαμε, φιληθήκαμε σταυρωτά και σφίξαμε τα χέρια. Με κοίταξε στα μάτια και μου χαμογέλασε γλυκά, αποδεικνύοντας πως τους μεγάλους έρωτες και τις μεγάλες έχθρες, δε τους χωρίζει παρά μια κλωστή, ανάλαφρη σαν όνειρο και λεπτή σαν στάχυ.

Κατεβαίνω στο σύνταγμα, ανεβαίνω τη σκάλα και αντικρίζω τη Βουλή. Αναρωτιέμαι, οι Αθηναίοι την προσπερνούν συνεχώς σαν να είναι ένα ακόμη κτίριο; Δεν γίνεται να μην σκαλώσει το βλέμμα σου πάνω της. Ίσως το πρόβλημά τους να είναι το περιεχόμενό της, μάλλον ναι, αυτό είναι που τους κάνει να την προσπερνούν σαν να είναι ένα ξενοδοχείο ή μια απλή πολυκατοικία. Πολλά γυμνασιόπαιδα είναι μαζεμένα στα σκαλιά και ακούν δυνατά μουσική που ηχεί επιθετικά στα αυτιά μου. Τα βλέμματά τους δεν έχουν τίποτα το παιδικό, ίσως μια νότα αθωότητας πολύ καλά κρυμμένη κάτω από τόνους προσποιητής σκληρότητας.

Περπατώ και μπαίνω στην Ερμού. Παρά την παγωνιά, υπάρχει κόσμος που κάνει βόλτα. Μερικοί είναι πάρα πολύ ελαφρά ντυμένοι. Αναρωτιέμαι, τι προσπαθούν να αποδείξουν; Ίσως είναι κάποιου είδους δήλωση, μια στυλιστική άποψη, ένα ειρωνικό χαμόγελο στο πρόσωπο του καιρού. Πάνω από το δρόμο υπάρχουν κρεμασμένες λάμπες, κατάλοιπα της εορταστικής περιόδου η οποία παρατείνεται παραδοσιακά μερικές εβδομάδες -κάποιες φορές και μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου.

Είναι τόσο κοσμοπολίτικη η Αθήνα. Είναι μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα με τα όλα της. Ακριβά μαγαζιά, όμορφα κτίρια, σπουδαία ιστορία· κι εσύ κάθεσαι στη γωνίτσα σου και συνειδητοποιείς την ασημαντότητά σου, νιώθεις σαν ένα ακόμη χαλικάκι στο πηγάδι, ένας ακόμη κόκκος άμμου στην έρημο. Ευτυχώς, μια στο τόσο, κάποιο φορτηγάκι καβαλά το πεζοδρόμιο, κάποιος ταξιτζής σταματά τριπλοσειρά στη Σταδίου και οι κόρνες και τα μπινελίκια πάνε κι έρχονται. Έτσι, νιώθεις σπίτι σου. Νιώθεις μια γλυκιά ζεστασιά, μια θαλπωρή, μια γαλήνη. Ανήκεις.

Ξαφνικά, στρίβω σε ένα στενό. Η Ερμού είναι σπουδαία, αλλά τα σοκάκια έχουν μια γλύκα ανίκητη. Τα σοκάκια είναι γεμάτα με τουριστικά μαγαζιά: παραδοσιακά προϊόντα, έξτρα παρθένο ελαιόλαδο, ούζο, τζατζίκι και συρτάκι. Όλα αυτά συναποτελούν ένα ενοχλητικό demo της Ελλάδας. Αναρωτιέμαι, όταν ένας ξένος ακούει πως είμαι Έλληνας, σκέφτεται πως τρώω τόνους τζατζίκι με ελαιόλαδο, χορεύω συρτάκι ολημερίς και πίνω ούζο; Με ενοχλεί αυτή η συνθήκη. Ελπίζω οι τουρίστες να καταλαβαίνουν πως όλα αυτά είναι ένα κατασκεύασμα, παρόλο που τους βομβαρδίζουμε συνεχώς με άστοχα στερεότυπα. Αφήνω πίσω μου τα σταντ με παραδοσιακά σαπούνια, τους στύλους με τα γυαλιά ηλίου και τα ηχειάκια που ουρλιάζουν τσιριχτές νότες από μπουζούκι. Την έχω σιχαθεί αυτήν την Ελλάδα. Η πραγματική, η δική μου, η αγαπημένη μου, βρίσκεται μια ανάσα παραπέρα.

Τα στενά της Πλάκας είναι απελπιστικά άδεια. Ίσως φταίει το κρύο, ίσως φταίει η εποχή: στην Πλάκα δεν υπάρχει ψυχή. Είναι σαν να προετοιμάστηκε η Πλάκα, να φόρεσε τα γιορτινά της, να έσβησε τα περιττά φώτα που τη γυαλίζουν υπέρ το δέον και να μου παρουσιάστηκε γυμνή, αυθεντική, ειλικρινής κι όπως της πρέπει. Περπατώ μόνος μου στην καρδιά της Αθήνας. Παλιά, ετοιμόρροπα κτίρια με πράσινα παντζούρια, παρκαρισμένα παλιά αυτοκίνητα κολλημένα στον τοίχο και καρέκλες με τραπεζάκια αγκαλιασμένα μ’ έναν καταπράσινο κισσό. Γιαγιάδες με τσεμπέρια συζητούν, αειθαλείς, λατρεμένες σύζυγοι αυτής της πατρίδας. Δεν καταλαβαίνουν από το κρύο. Πιστές στο ραντεβού τους, κάθε μέρα στην ίδια καρεκλίτσα, συζητούν για θέματα που ο νους μου δε μπορεί να βάλει.

Παρακάτω, ένας παππούς παλεύει να βάλει μπρος το μηχανάκι του. Αποτυγχάνει μερικές βορές, σιχτιρίζει την τύχη του και τελικά η μοίρα του κάνει το χατίρι και του δίνει σπίθα. Το μηχανάκι βήχει και παίρνει μπρος, κι ο παππούς εξαφανίζεται μέσα στα στενά, με τον ήχο της μηχανής του να απομακρύνεται μαζί του, να χάνεται, όπως κι εγώ, μέσα στην Πλάκα. Γκράφιτι στους μισογκρεμισμένους τοίχους δημιουργούν την τέλεια αντίθεση και συμπληρώνουν το άψογο σκηνικό. Στους δαιδάλους της Πλάκας μια στο τόσο βλέπεις ένα ζευγάρι να κρατιέται χέρι-χέρι κάτω από τις σκιές των γύρω σπιτιών, δυο φίλους να συζητούν για το πού θα πιούν καφέ και κάποιον ο οποίος βιαστικός κινείται γι’ άλλα.

Χαμένη μέσα στην παγωμένη Πλάκα, ανάμεσα σε αειθαλείς γιαγιάδες και πράσινα παντζούρια βρίσκεται σκονισμένη μια χαμένη πατρίδα. Μια πατρίδα που αγαπώ, μια πατρίδα που γι’ αυτήν διαβάζω και μια πατρίδα που, μια στο τόσο, μου παρουσιάζεται ξαφνικά, σαν να μην πέρασε μια μέρα από τότε που την είδα τελευταία φορά. Δεν με θλίβει που τη βλέπω σπάνια, αρκεί να ξέρω ότι είναι εκεί· καταχωνιασμένη μέσα στα στενά της Πλάκας, πέντε βήματα πιο κει από τα βλέμματά μας.


 

Advertisements
Tagged with: