ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ – PART III

(το προηγούμενο εδώ)

5

Κίνηση, κόρνες, κρύες λαμαρίνες και ζεστές καρδιές. Το μηχανάκι έφυγε από Τούμπα και κίνησε προς Πανόραμα μεριά. Ο Στάθης βγήκε στον Περιφερειακό και χάρισε σε όσους ήταν αρκετά τυχεροί να τον διασχίζουν εκείνη τη στιγμή ένα πολύ αστείο θέαμα, με δύο άντρες -ένας εκ των οποίων πολύ χοντρός- πάνω σε ένα μικροσκοπικό μηχανάκι και μια τεράστια σακούλα να χοροπηδά στην πλάτη του από πίσω, ο οποίος, παρά τα χρόνια του και τα κιλά του, φαινόταν να την κουμαντάρει άψογα. Από καμιά φορά βέβαια, η σακούλα χτυπούσε λίγο σε κάποιο αυτοκίνητο από το οποίο περνούσαν ξυστά. Ο Στάθης οδηγούσε σαν παλαβός και στον ασφυκτικά γεμάτο Περιφερειακό, σε κάποια σημεία του οποίου είχε τόση κίνηση που τα αμάξια πήγαιναν σημειωτόν.

Μα πού πήγαιναν όλοι αυτοί οι άνθρωποι την τελευταία μέρα του χρόνου; Δεν είχαν σπίτια, δεν είχαν φαγητά να μαγειρέψουν, δεν είχαν εορταστικότητα στην καρδιά τους; Ο Άγιος Βασίλης έθετε ερωτήματα στον εαυτό του τα οποία μπορούσε να απαντήσει με μεγάλη ευκολία, απλώς δεν ήθελε. Εθελοτυφλούσε, προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του πως για μια στιγμή ξέχασε ότι ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται για τα Χριστούγεννα -ή έστω, δεν ενδιαφέρεται για τα Χριστούγεννα όπως ο ίδιος κρίνει πως είναι το σωστό. Ρεβεγιόν, ακριβά ντυσίματα και εξωφρενικά μεθύσια: πού χώρος για όλα εκείνα που έκαναν τα Χριστούγεννα αυτό που είναι; Πουθενά αγάπη, τρυφερότητα και ενδιαφέρον για τους υπόλοιπους. Ο Άγιος Βασίλης έβλεπε, όπου κι αν έριχνε το πικραμένο βλέμμα του, ιδιωτικά επιφωνήματα, αγνωμοσύνη και αδιαφορία. Αναστέναξε στεναχωρημένος και ατυχώς μύρισε μια τζούρα απ’ την ανάσα του. Ντράπηκε, ένιωσε μικρός, ένιωσε απαίσια με τον εαυτό του. Σάμπως κι αυτός ήταν καλύτερος που λύγισε στην πίεση; Πού ακούστηκε, ο Άγιος Βασίλης να σπάει υπό την πίεση την ανθρώπινης μικροπρέπειας και να πέφτει κι αυτός στο ίδιο επίπεδο; Όλο το επιτελείο του τον αναζητούσε σίγουρα από χθες το βράδυ, αλλά δεν άφηνε το άγχος να τον κυριεύσει. Να δούμε τι θα κάνετε, κύριοι, χωρίς τον Άγιο Βασίλη! Να δούμε πώς θα τα βγάλετε πέρα!

Ο Στάθης βγήκε από την έξοδο προς Πανόραμα. Το σκηνικό είχε αλλάξει πολύ: τα σπίτια δεν ήταν πλέον σαν κουτιά. Ήταν μεγάλα, αρχοντικά με τεράστιους κήπους και πανύψηλα δέντρα. Το μηχανάκι του Στάθη ζορίστηκε, αλλά έβγαλε την ανηφόρα. Πέρασαν μπροστά από το Αμερικάνικο Κολλέγιο, όπου ένα τεράστιο καράβι έδινε μια εορταστική νότα στο σύνολο. Τα αυτοκίνητα περνούσαν γρήγορα από μπροστά τους στη λεωφόρο Τζον Κένεντι και χάνονταν μέσα στο ελικοειδές οδόστρωμα. Ο Άγιος Βασίλης θυμήθηκε πόσο διαφορετικό ήταν παλιά εδώ το τοπίο. Ένα χωριό προσφύγων ήταν παλιά η περιοχή και δε λεγόταν καν Πανόραμα, λεγόταν Αρσακλί. Πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία εγκαταστάθηκαν εδώ μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, κυρίως γεωργοί και κτηνοτρόφοι.

Εκείνα τα χρόνια του πολέμου, ο Άγιος Βασίλης ήταν όντως χρήσιμος. Οι άνθρωποι ούτε που γνώριζαν την ύπαρξή του. Ήξεραν μόνο την πείνα, τη φτώχια και το κρύο, και σ’ όλα αυτά απαντούσαν με σκληρή δουλειά. Ο Άγιος άκουγε παιδικές φωνές όλο τον χρόνο, να παρακαλούν το Θεό για φαγητό, τύχη και ζεστασιά. Ο Θεός, μια φορά το χρόνο, έβαζε μια κόκκινη στολή και μια πλούσια λευκή γενειάδα κι έβγαινε σεργιάνι, με 8 ταράνδους κι ένα έλκηθρο. Έκανε ό,τι μπορούσε: άφηνε φαγητό, άφηνε ρούχα, άφηνε όση αγάπη χωρούσε η ανθρώπινη καρδιά του, σε ανθρώπους που δούλευαν σκληρά και μπορούσαν μονάχα να ελπίζουν.

Μια χρονιά, το 1914, είχε πάρα πολύ κρύο. Ακόμη κι ο ίδιος τουρτούριζε πάνω στο έλκηθρό του, αν και συνήθως δεν καταλάβαινε από το κρύο. Φτάνοντας στο Αρσακλί, είδε μισογκρεμισμένους τούρκικους μαχαλάδες από τους παλιούς ενοίκους. Οι κάτοικοι έκαναν τα αδύνατα δυνατά να καθαρίσουν την περιοχή και να χτίσουν τη ζωή τους. Στο μικρό σπιτάκι του μικρού Κωνσταντίνου Λεοντιάδη, όπου έμενε με τη μητέρα του και τις δυο του αδερφές, ο Άγιος δε δυσκολεύτηκε καθόλου να μπει. Το σπίτι δεν είχε πόρτα, αλλά αυτό που τρυπούσε την καρδιά του μικρού Κωνσταντίνου είναι πως δεν είχε ούτε πατέρα. Αν και ήταν μόλις 9 χρονών, δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ για να βοηθήσει τη μαμά του και τις αδερφούλες του. Κάθε βράδυ, προτού ξαπλώσει να κοιμηθεί, έκλεινε σφιχτά τα μάτια και προσευχόταν μια μέρα να ξυπνήσει και να ‘χει έρθει ο πατέρας του. Πού να ‘ρθει όμως αυτός. Τον είχαν σφάξει όταν τους έδιωξαν οι Τούρκοι από τη Φώκαια. Ο Κωνσταντίνος δεν το είδε ποτέ με τα μάτια του. Η μητέρα του, κάθε φορά που τη ρωτούσε πότε θα γυρίσει ο μπαμπάς, τον χάιδευε στο πρόσωπο και του έλεγε “θα γυρίσει σύντομα, γιαβρί μου… Μόνο μη πάψεις να ελπίζεις.” Η μαμά του πάντα δάκρυζε όταν του το έλεγε. Ο Κωνσταντίνος όμως δεν ήξερε γιατί.

Ο Άγιος Βασίλης μπήκε στο μικρό σπίτι. Δεν είχε και πολλά να δεις. Τα έπιπλα ήταν ελάχιστα και σαπισμένα. Σε μια γωνιά, είδε την οικογένεια Λεοντιάδη κουλουριασμένη δίπλα από το φως μιας λάμπας. Όλοι μαζί οι 4 τους, ξαπλωμένοι, κουλουριασμένοι, σαν ένα πλάσμα με 4 κεφάλια και μια κοινή καρδιά. Ο Άγιος Βασίλης συγκράτησε ένα δάκρυ. Δεν έπρεπε να τους ξυπνήσει. Περπάτησε ανάλαφρα, σαν αιθέρια ύπαρξη και τους σκέπασε με ένα ζεστό, μάλλινο σκέπασμα. Ο μικρός Κωνσταντίνος δε θα ξαναδεί ποτέ τον πατέρα του. Θα δουλεύει όλη του τη ζωή για ένα κομμάτι ψωμί, ίσως ξεψυχήσει από το κρύο και την κακή ζωή. Ο Άγιος Βασίλης σκέφτηκε πως αυτός ο παλιόκοσμος είναι ώρες-ώρες αβίωτος. Κι εκεί που σκεφτόταν τη δυστυχία του μικρού, τα δεινά που τον περιμένουν και τελειωμό δεν έχουν, ο μικρός χαμογέλασε στον ύπνο του, κουνήθηκε λιγάκι ηδονικά από τη ζεστασιά του σκεπάσματος και το πρόσωπό του φωτίστηκε, σαν να ήρθε και να ξάπλωσε πάνω στο κεφάλι του ένα λαμπρό αστέρι. Ο Άγιος Βασίλης δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το δάκρυ του. Έμεινε εκεί, σιωπηλός μάρτυρας μιας ευτυχισμένης στιγμής σε μια θάλασσα βασάνων, να θαυμάζει το σθένος αυτού του μικρού αγοριού που τολμά να χαμογελά μπροστά στο τέρας αυτό που ονομάζεται ύπαρξη.

Τι σου είναι αυτός ο παλιόκοσμος, σκέφτηκε ο Άι Βασίλης πάνω στο μηχανάκι του Στάθη. Μια πίκρα είναι. Μια αρρώστια, ένα άγχος συνεχές και μια γροθιά στο στομάχι. Πλάσματα που δε φταίνε σε τίποτα πληρώνουν τα κρίματα αλλωνών. Και την ώρα εκείνη που ο νους του ταξίδευε 100 και βάλε χρόνια πίσω, ο Στάθης σταμάτησε το μηχανάκι. Είχαν φτάσει στην επόμενη διεύθυνση, κρυμμένη κάπου μέσα στο λαβύρινθο που ονομάζεται “Νόμος 751”, έναν συνοικισμό στο λεγόμενο Κάτω Πανόραμα.

-Αυτό το κωλομέρος είναι ένας λαβύρινθος και μισός! Είπε ο Στάθης, αφρισμένος από το κακό του.

Ο Άγιος Βασίλης περιεργάστηκε το τοπίο. Μια σειρά από βίλλες ορθώνονταν μπροστά του. Είχαν όλες μαγευτική θέα. Σπίτια θηριώδη, πολυτελέστατα, απλησίαστα. Αυτά ακριβώς τα σπίτια του προκαλούσαν πονοκέφαλο. Το να καταφέρει να μπει μέσα χωρίς να χτυπήσει κανένας από τους συναγερμούς ήταν πάντα μια δύσκολη και αγχώδης διαδικασία για τον Άγιο. Δεν είχε, ωστόσο, πρόβλημα. Ήταν εξαιρετικός διαρρήκτης και είχε 400 χρόνια εμπειρίας. Φέρ’ του κλειδαριά και πάρε του την ψυχή. Την ανοίγει εν ριπή οφθαλμού. Όμως εκνευριζόταν μ’ αυτούς που πάσχιζαν να τον αφήσουν έξω από τα σπίτια τους: μια φορά το χρόνο έρχομαι άνθρωπέ μου! Μην κλειδώνεις 4 φορές την πόρτα, αν είναι δυνατόν!

Ο Στάθης άνοιξε τη μεγάλη μαύρη σακούλα, κι έβγαλε το πακέτο για τον κύριο Αρχοντίδη. Χτύπησε το εξωτερικό θυροτηλέφωνο και περίμενε μερικά δευτερόλεπτα. Μια οθόνη άναψε και ένα πρόσωπο ενός καλοντυμένου γέρου εμφανίστηκε. Η φωνή του ήταν απολύτως ταιριαστή με την εμφάνισή του. Μιλούσε αργά, με έναν τόνο επισημότητας και η τελευταία συλλαβή κάθε του πρότασης ήταν μακρόσυρτη.

-Παρακαλώ, τι θα θέλατε;

-Δέμα για τον κύριο Αρχοντίδη.

-Παρακαλώ παρουσιάστε το δέμα στην κάμερα.

Ο Στάθης εμφανώς αγανακτισμένος σήκωσε το βαρύ κουτί και το έδειξε στον γέρο, αποδεικνύοντάς του πως δεν είναι πιθανός διαρρήκτης.

-Και ο κύριος δίπλα σας; Τον ρώτησε ο μπάτλερ.

-Ο βοηθός μου. Το δέμα σας είναι ασήκωτο.

-Καλώς. Περάστε.

Οι δύο άντρες περπάτησαν στο δρομάκι του κήπου που οδηγούσε στην κύρια είσοδο. Η πόρτα ήταν ανοιχτή, και στην πόρτα τους περίμενε ο Αλβέρτος, ο μπάτλερ της οικογενείας Αρχοντίδη.

-Παρακαλώ, από εδώ κύριοι. Θα υπογράψει η Κυρία Αρχοντίδου την παραλαβή.

Ο Στάθης και ο Άγιος Βασίλης μπήκαν στο τεράστιο σπίτι. Ήταν ευήλιο, ψηλοτάβανο και είχε πανάκριβα έπιπλα. Ακριβοί πίνακες διακοσμούσαν τους τοίχους και μια εντυπωσιακή μαρμάρινη σκάλα σε οδηγούσε -αν το επιθυμούσες- στον δεύτερο όροφο. Το βλέμμα του Αγίου έπεσε σε δύο κίονες που στην κορυφή τους είχαν κεφάλια λεόντων. Κούνησε το κεφάλι αποδοκιμαστικά, αναρωτώμενος πού θα φτάσει τέλος πάντων αυτή η ανθρώπινη ματαιοδοξία.

Η κυρία Αρχοντίδου καθόταν στο καθιστικό, σε μια εντυπωσιακή μπορντό βελούδινη πολυθρόνα και μιλούσε στο τηλέφωνο. Η φωνή της ήταν τσιριχτή, εκνευριστική και μπορούσες ξεκάθαρα να ακούσεις, μέσα μονάχα από τον τρόπο που ξεστόμιζε τις λέξεις, τη βαθιά της πεποίθηση πως ήταν ανώτερη από όλους στο δωμάτιο, αλλά και στα περισσότερα δωμάτια. Κανένα ενδιαφέρον δεν έδειξε που ήρθαν οι δύο άντρες: έκανε σαν να μην είναι εκεί. Τελείωσε με την ησυχία την τηλεφωνική κουβέντα της, έκλεισε το κινητό και με πλήρη απάθεια έπιασε ένα στυλό και υπέγραψε την απόδειξη παραλαβής. Τα μαλλιά της ήταν βαμμένα ξανθά, το δέρμα του προσώπου της τραβηγμένο όσο δεν πάει και τα χείλη της πολύ σουφρωμένα. Το βλέμμα της τότε, για πρώτη φορά, εξέτασε τους δύο άντρες. Κοίταξε υποτιμητικά τον Στάθη, τον κατέταξε αυτομάτως σε μια υποδεέστερη κατηγορία και συνέχισε, όπως μετακινείται το πλάνο μιας κάμερας, στον Άγιο Βασίλη. Γούρλωσε λίγο τα μάτια και σούφρωσε -μα πώς τα κατάφερε;- ακόμη περισσότερο τα χείλη της.

-Ω, μα η ομοιότητά σας με τον Άγιο Βασίλη είναι απίστευτη! Του είπε, εμφανώς ενθουσιασμένη.

-Μου το λένε συχνά, της είπε χαμογελαστά ο Άγιος Βασίλης, και ο Στάθης δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα γέλιο.

-Τι θα λέγατε, αγαπητέ μου κύριε, να βγάλετε απόψε το βράδυ λίγα λεφτά;

Ο Άγιος ήξερε καλά τι ήθελε να του προτείνει η κυρία Αρχοντίδου, αλλά δεν έπρεπε να δείξει πως μπορούσε να διαβάσει τη σκέψη της. Την άφησε λοιπόν να του πει πως ο οικογενειακός Άγιος Βασίλης αρρώστησε την προπαραμονή της Πρωτοχρονιάς και πως είναι υψίστης σημασίας να τον αντικαταστήσει μέχρι το βράδυ, όπου θα γίνει η παράδοση των δώρων στα παιδιά της οικογενείας.

-Με τιμά η πρότασή σας, αλλά δεν έχω καμία όρεξη να κάνω τον Άγιο Βασίλη για να διασκεδάσω τα παιδιά σας.

-Ω, μα δεν είναι θέμα διασκέδασης, φίλτατε… Βλέπετε, τα παιδιά είναι τόσο δεμένα με τον Άγιο Βασίλη… Αφήστε που οι καλεσμένοι θα συγκινηθούν από την γλυκιά αυτή παράσταση. Και είναι σημαντικοί άνθρωποι οι καλεσμένοι μας…

-Δεν έχω καμία αμφιβολία, ωστόσο…

-Μα σας παρακαλώ! Μπορείτε να στερήσετε από τα παιδιά μου το υπέροχο δώρο της επαφής με το πνεύμα των Χριστουγέννων και τον πατέρα αυτών, τον Άγιο Βασίλ…

Εκείνη τη στιγμή, μπήκε στο δωμάτιο ο μεγαλύτερος γιος της οικογενείας Αρχοντίδη, ο Κωνσταντίνος. Οι δυο του αδερφές ήταν στα δωμάτιά τους, στον πάνω όροφο της έπαυλης. Ο Κωνσταντίνος ήταν μόλις 9 ετών, αλλά είχε μια τέλεια χτενισμένη χωρίστρα στο ξανθό μαλλί του και φορούσε ρούχα των οποίων η αξία ξεπερνούσε την αξία της μηχανής του Στάθη, και του περίσσευαν και λεφτά για εξάτμιση. Κρατούσε ένα iPad και δεν πήρε ποτέ το βλέμμα του από την οθόνη. Διέκοψε τη μητέρα του και είπε:

-Σταμάτα αυτές τις χαζομάρες ρε μαμά… Ξέρω ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης, δεν είμαι μωρό.

-Κωνσταντίνε, σε παρακαλώ πάρα πολύ, πρόσεχε πως μιλάς μπροστά στους ξένους! Και βγάλε αυτό το πουλόβερ, είναι περσινό!

Ο Άγιος Βασίλης κοίταξε τον μικρό Κωνσταντίνο. Δεν του έλειπε τίποτα. Λεφτά, δύναμη, ομορφιά, λαμπρό μέλλον, τέλεια χωρίστρα· τα είχε όλα. Σκέφτηκε για άλλη μια φορά πως ο Θεός ήταν μεθυσμένος όταν έκανε τη μοιρασιά του κόσμου, γι’ αυτό άλλοι έχουνε πολλά και τα σκορπάνε, κι άλλοι ελάχιστα και τα’ αγαπούν με την καρδιά τους. Πάνε 100 χρόνια και βάλε από τότε που ο Άι Βασίλης συνάντησε τον μικρό Κωνσταντίνο στο Αρσακλί, όχι πολύ μακριά από εκεί που βρίσκεται τώρα. Τον μικρό Κωνσταντίνο που δεν είχε τίποτα, αλλά χαμογελούσε. Κι ετούτος ο Κωνσταντίνος, ο σύγχρονος και πληροφορημένος, έχει κάτι μούτρα μέχρι το πάτωμα λες κι έχει ντέρτια και σεκλέτια απροσπέλαστα. Ο Άγιος Βασίλης αγαπούσε όλα τα παιδιά, ανεξαιρέτως. Όμως αυτή η αδικία και η αχαριστία του μαύριζαν την ψυχή.

-Πάμε να φύγουμε, είπε στον Στάθη.

Βγήκαν από το σπίτι, με την κυρία Αρχοντίδου να τους κυνηγά και να προσφέρει ποσά που όλο και μεγάλωναν. Ο Άγιος Βασίλης ήταν όμως αποφασισμένος πως δεν θα μοίραζε δώρα ποτέ ξανά. Ένα δώρο δικαιούνταν ο Κωνσταντίνος στον μισογκρεμισμένο μαχαλά, έναν κι ο Κωνσταντίνος στην τεράστια έπαυλη. Σε ποιον θα το ‘λεγε και δε θα τον έβγαζε τρελό! Είχε σιχαθεί ολοκληρωτικά την αγνωμοσύνη και την απληστία των ανθρώπων. Καμία αγάπη, καμία καλοσύνη, κανένα ενδιαφέρον για τους υπόλοιπους, όμως τα δώρα, δώρα! Νισάφι πια! Να δω τι θα κάνετε τώρα που απ’ τα Χριστούγεννά σας θα λείπουν τα δώρα!

Ανέβηκε στο μηχανάκι του Στάθη κι έφυγαν γρήγορα για το επόμενο και τελευταίο πακέτο. Ο Άγιος κοιτούσε τη θέα της πόλης κι ευχόταν μέσα απ’ την καρδιά του αυτό το παιδί να μη χρειαστεί ποτέ του να γνωρίσει τι πάει να πει πείνα, φοβία και θάνατος. Όμως κάθε φορά που ένας Κωνσταντίνος πέθαινε απ’ το κρύο μέσα σ’ ένα χαμόσπιτο, η καρδιά του Αγίου έσπαζε και γινότανε χίλια κομμάτια. Άδικος αυτός ο κόσμος, συλλογίστηκε ο Άγιος. Άλλοι Κωνσταντίνοι κοιμούνται στα πούπουλα, κι άλλοι στον μαχαλά.

(συνεχίζεται εδώ)

 

Advertisements