ΛΕΥΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 

Φεύγοντας από μία Αθήνα μαγευτική, κοσμοπολίτικη και πρωτευουσιάνα, είχα ενδοιασμούς επιστρέφοντας στην πόλη μου. Δεν ήθελα να επιστρέψω, όχι γιατί δε μου αρέσει η πόλη μου η Θεσσαλονίκη, αλλά επειδή αρνούμαι να παρουσιαστεί στα μάτια μου κατώτερη της πρωτεύουσας σε οποιαδήποτε κατηγορία. Δεν μπορώ να διαχειριστώ μια τέτοια εξέλιξη και δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό πως θα βρισκόμουν σε μια τέτοια κατάσταση -πού ακούστηκε, να απατήσω τη γλυκιά Θεσσαλονίκη με την πλανεύτρα Αθήνα.

Ακόμη κι αν αφήσω στην άκρη αυτές τις οριακά ανόητες ανησυχίες, πάλι η επιστροφή μου στη Θεσσαλονίκη ήταν φοβερά κουραστική: πολύωρη οδήγηση, πιάσιμο, άγχος γλιστερού οδοστρώματος. Ακόμη κι εγώ που είμαι ερωτευμένος με την πόλη μου δεν κατάφερα να μην την καταραστώ λίγο και -εσφαλμένα- να την κατηγορήσω για την ταλαιπωρία του γυρισμού -λες κι αυτή έφταιξε που την ιδρύσανε δίπλα στον Θερμαϊκό κόλπο, 500 και βάλε χιλιόμετρα μακριά απ’ την πρωτεύουσα.

Επέστρεψα σε μια κλασική Θεσσαλονίκη. Αυτή που γνώρισα, αυτή που ο Καβάφης πρώτος είπε πως δε με γέλασε. Και τι περίμενα να δω δηλαδή; Δράκους; Πολλές φορές η επιστροφή είναι δύσκολη, η ρουτίνα μας ενοχλεί και μας κουράζει. Αρνούμαι ωστόσο να παραδεχτώ δημοσίως -αλλά και στον εαυτό μου- πως η ρουτίνα προσβάλλει ακόμη και τη Θεσσαλονίκη. Προβληματισμένος έκλεισα τα μάτια μου και με πήρε ο ύπνος. Ένας ύπνος γεμάτος αμφιβολίες, ανακατατάξεις και πάλες πόλεων σπουδαίων, περίλαμπρων.

Το επόμενο πρωί, η Θεσσαλονίκη είχε υψώσει λευκή σημαία. Μου μίλησε και μου ζήτησε ανακωχή.

-Μην κάνεις στον εαυτό σου ερωτήσεις των οποίων τις απαντήσεις δε θες να μάθεις, μου είπε.

Μόνο που η λευκή της σημαία δεν ήταν σημαία· ήταν πέπλο, ήταν σεντόνι, ήταν ένα τεράστιο λευκό σκέπασμα. Ήταν ένα ατελείωτο στρώμα χιονιού το οποίο είχε καλύψει τα πάντα στην παγωμένη συμπρωτεύουσα. Κοίταξα από το παράθυρο χαμογελώντας. Δες τι σκέφτηκε η δόλια η Θεσσαλονίκη για να με πάρει με το μέρος της.

Κατέβηκα κάτω και αντίκρυσα έναν πραγματικό χιονιά: το χιόνι είχε καλύψει τα πάντα. Όλα τα αυτοκίνητα, τα δέντρα, τους ανάλατους δρόμους και οτιδήποτε στεκόταν ακίνητο για αρκετή ώρα. Το χιόνι δεν κάνει διακρίσεις. Οι νιφάδες του κάθονται οπουδήποτε τους λάχει. Αναρωτιέμαι, προτιμούν συγκεκριμένες επιφάνειες έναντι άλλων; Στεναχωριούνται αν τους τύχει τούβλο αντί για φύλλο ή άσφαλτος; Στοιχηματίζουν για την κατάληξή τους, για την ώρα λιωσίματός τους, για το ποια νιφάδα έχει την ομορφότερη κατασκευή;

Τέτοιο χιόνι στη Θεσσαλονίκη δεν έχω ξαναδεί. Μια φορά μονάχα που ήμουν μικρός είχε χιονίσει αρκετά ώστε να το στρώσει ικανοποιητικά, όμως όχι τόσο όσο φέτος. Από εκείνη τη μέρα των παιδικών μου χρόνων δε θυμάμαι τίποτα. Μόνο μια φωτογραφία που κρέμεται στο δωμάτιό μου μαρτυρά τον χιονιά, με εμένα μωρό, να φοράω κόκκινο μπουφάν και τους γονείς μου να με κρατάνε ψηλά μπροστά από την πιλοτή μας. Σαν από όνειρο έχω κάποιες λευκές μνήμες, παγωμένες, να σου τσούζουν τα δάχτυλα.

Η Θεσσαλονίκη ήταν απροετοίμαστη για μια τέτοια κακοκαιρία. Από το 1988 είχε να χιονίσει τόσο. Οι συγκοινωνίες σταμάτησαν, τα ταξί τα κυνηγούσες με το τουφέκι και πολλοί δρόμοι έκλεισαν από κάποιον ο οποίος υπολόγισε λάθος τη δύναμη του αμαξιού του και κόλλησε σε μια μικροσκοπική ανηφόρα. Εγώ έπρεπε να φωτογραφίσω το τοπίο. Ντύθηκα σαν το κρεμμύδι, πήρα κάμερες, σκουφιά, γάντια, ακουστικά και βγήκα έξω.

Στη συνηθισμένη διασταύρωση από όπου ξεκινούν οι συγκοινωνίες για το κέντρο ήταν όλα λευκά. Λεωφορείο δεν περνούσε και ταξί ούτε για δείγμα. Εγώ περίμενα υπομονετικά -για κάποιους, ρομαντικά- τη διέλευση κάποιου ΤΑΞΙ και έκανα σαν παλαβός όταν εμφανιζόταν ένα μπλε αμάξι με πινακίδα στην κορυφή. Βεβαίως, κανένας δε σου έκανε τη χάρη να πάει προς το κέντρο. Άλλος πήγαινε Καλαμαριά, άλλος αεροδρόμιο, άλλος δεν βόλευε κι άλλος -αυτός που πήρα- πήγαινε σπίτι του. Για καλή μου τύχη, μένει κοντά στο Ιπποκράτειο, οπότε με πήγε πιο κοντά στον στόχο μου.

Στο δρόμο έβριζε. Ποιους έβριζε, δε μπορούσα να καταλάβω. Τον καιρό, τον δήμο Θεσσαλονίκης, τους ανθρώπους που πήραν αμάξι και κόλλησαν; Νομίζω πως τους έβριζε όλους, αδιακρίτως. Θεούς, δαίμονες και σύννεφα που έριξαν τέτοια κατάρα στην πόλη μας. Μαζί μου στο ταξί ήταν και μια γιαγιά η οποία συνεχώς αναστέναζε, έκανε επίκληση στην Παναγία να τη βοηθήσει και κουνιόταν μπρος-πίσω σαν θρησκόληπτο εκκρεμές. Ο ταξιτζής έδειχνε έντονο ενδιαφέρον για τον λόγο που ξεσηκώθηκα να κατέβω στο κέντρο με τέτοιον καιρό. Η γιαγιά δεν ασχολούνταν με τα επίγεια, ήθελε απλώς να φτάσει Αγίας Σοφίας με Τσιμισκή, ασχέτως που το ταξί θα σταματούσε Δελφών με Γεωργίου Καραϊσκάκη.

Στις ερωτήσεις του ταξιτζή δεν μπορούσα να απαντήσω, διότι το “έχω ένα μπλογκ” δε μου φαίνεται ιδιαίτερα σοβαρή απάντηση, γι’ αυτό του απάντησα το γενικό “έχω δουλειά”. Τραγικό λάθος. Κατηύθυνα το μένος του προς τα αφεντικά και τους κεφαλαιοκράτες. Αυτά τα τέρατα που σε αναγκάζουν να κατέβεις στο κέντρο για ένα κομμάτι ψωμί με τέτοιον καιρό, αυτούς που σε εκμεταλλεύονται ποικιλοτρόπως και σε κοροϊδεύουν μέσα στα μούτρα σου, μα με συγχωρείτε, ποιους εννοείΑΥΤΟΥΥΥΥΣ, ΑΥΤΟΥΣ, ΞΕΡΟΥΝ ΑΥΤΟΙ. Ξέρουν αυτοί, καλώς. Ίσως δεν έπρεπε να του πω πως είχα δουλειά. Ίσως το ”οικογενειακοί λόγοι” ήταν η σωστή επιλογή. Μα, τι λέω; “Γυναίκες” έπρεπε να του πω. “Τι ψάχνεις…”

Γωνία με Καραϊσκάκη έλαβε χώρα ένα πρώτης τάξεως ξεφόρτωμα, και κίνησε ο κάθε κατεργάρης προς τον πάγκο του. Η καημένη η γιαγιά δεν ξέρω τι έκανε, ίσως περίμενε τον επόμενο ταξιτζή ο οποίος έμενε κοντά στο κέντρο -ή, για καλή της τύχη, Αγίας Σοφίας με Τσιμισκή. Εγώ ξεκίνησα με τα πόδια να κατεβαίνω προς το κέντρο. Η απόσταση δεν είναι τόσο μεγάλη, όμως το παγωμένο οδόστρωμα το κάνει ένα κατιτίς πιο επικίνδυνο. Ο κίνδυνος πτώσης, και μάλιστα αστείας πτώσης, είναι πολύ μεγάλος. Έστριψα αριστερά στη Σαρανταπόρου, βγήκα στην λασπωμένη Βασιλέως Γεωργίου και κατέβηκα στη Νέα Παραλία της Θεσσαλονίκης. Όλα αυτά που περιέγραψα μέσα σε μια φράση ήταν πολύ περισσότερο χρονοβόρα και αστεία για αυτούς που με παρακολουθούσαν να περπατώ σαν πιγκουίνος.

Η παραλία ήταν ένα τοπίο απόκοσμο. Ντυμένη παντού στα λευκά, το μάτι σου χανόταν. Οι στύλοι που είναι τοποθετημένοι κατά μήκος της παραλίας χάνονταν μέσα στην ομίχλη και οι άνθρωποι ήταν σαν μυρμήγκια που έκοβαν βόλτα στο χιόνι. Ποτέ μου δεν περίμενα να δω τη Θεσσαλονίκη τόσο λευκή. Τη μέρα που πήγα να χάσω την πίστη μου σε αυτήν, ντύθηκε πραγματική νύφη του Θερμαϊκού με ένα πελώριο, παχύ και αφράτο λευκό νυφικό.

Περπατούσα κατά μήκος της παραλίας. Οι ομπρέλες χάνονταν μέσα στη θύελλα και φαινόντουσαν σαν πραγματικές ομπρέλες που τις πήρε ο αέρας από τα χέρια των ιδιοκτητών τους. Ο Μέγας Αλέξανδρος αχνοφαινόταν μέσα στην ομίχλη, σαν ζωντανός στρατηλάτης που παλεύει με τα στοιχεία της φύσης. Όλα τα έντυνε με μια αίγλη αδιαπραγμάτευτη αυτός ο χιονιάς. Μια κάθαρση, μια αγνότητα. Το αίσθημα πως είμαστε αδύναμοι μπροστά στη δύναμη της φύσης. Μέχρι τη μέρα που θα εκνευριστούμε και θα ανατινάξουμε τη γη, να δει αυτή που μας κρυώνει έτσι με τόσο χιόνι.

Ο Λευκός Πύργος ποτέ ξανά δε μου φάνηκε τόσο λευκός. Οι πολεμίστρες είχαν πιάσει χιόνι, οι νιφάδες τον αγκάλιαζαν σαν να ήταν ένα ακόμη κτίριο. Πόσο ειρωνικό. Πού να ήξεραν αυτές οι νιφάδες πως, για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια, έκαναν τον Λευκό Πύργο -έστω και για λίγες ώρες- πράγματι Λευκό; Ησυχία. Στροβίλισμα του αέρα μέσα στα αυτιά μου. Μόνο εγώ, η παγωμένη θάλασσα και ένας πράγματι Λευκός, ολόλευκος Πύργος.

Advertisements
Tagged with: