ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ – PART IV

(το προηγούμενο εδώ)

6

Θόρυβος μισοχαλασμένης εξάτμισης, τσουχτερό κρύο και μια πίκρα στον αέρα. Το μυαλό του Αγίου ταξίδευε μακριά, σ’ όλα του τα ταξίδια. Στις πιο ωραίες και γλυκές παιδικές επιθυμίες, αλλά και σε μερικές που ξέφευγαν λίγο από τα όρια. Θυμήθηκε εκείνο το παιδί που ζητούσε από τα 2 του χρόνια μέχρι και που ενηλικιώθηκε να γίνει βασιλιάς του κόσμου, θυμήθηκε εκείνο το κοριτσάκι που παρακαλούσε να γίνει μπαλαρίνα, όμως η μαμά της ούτε να το ακούσει δεν ήθελε. Τα τελευταία χρόνια οι παιδικές επιθυμίες έχουν αρχίσει να ξεφεύγουν. Ναι, ομολογουμένως, τα τελευταία χρόνια συμβαίνει αυτό. Τι ανοησίες, Θεέ μου, συλλογίστηκε ο Άγιος. Τα παιδιά δεν είναι ούτε ήταν ποτέ άπληστα. Απλώς πλέον έχουν τόσα πολλά να ζητήσουν… Παλαιότερα βολεύονταν με ένα γιο-γιο και ένα ξύλινο αλογάκι. Πλέον δεν ξέρουν καν πώς να τα χρησιμοποιήσουν. Ο Άγιος γέλασε. Του φάνηκε αστεία η εικόνα ενός παιδιού να ξετυλίγει το τεράστιο πακέτο, να βρίσκει ένα ξύλινο αλογάκι, να ξεκλειδώνει το κινητό του και να ψάχνει στο Google: “πώς παίζω με ξύλινο αλογάκι”. Αλλάζουν οι εποχές, γεροβασίλη… Αλλάζουν.

Η σακούλα στον ώμο του Αγίου είχε αισθητά ελαφρύνει. Το τελευταίο πακέτο ήταν και το μικρότερο και κουδουνούσε ενοχλητικά, χτυπώντας στην πλάτη του Αγίου. Ο Στάθης είχε κάνει πάλι το θαύμα του και είχαν ήδη βγει από τον Περιφερειακό, με ρότα προς Κρήνη. Μα πόσο γρήγορα οδηγεί αυτό το παιδί; Σαν να βρίσκομαι μέσα σε βιντεοπαιχνίδι, από εκείνα που μου ζητάνε πλέον όλα τα παιδιά. Καθόλου δεν τον ενοχλούσε τον Άγιο τι ζητούν τα παιδιά. Είχε ζήσει πολλά χρόνια σ’ αυτόν τον κόσμο και ήξερε καλά πως κάθε γενιά κατακρίνεται από την προηγούμενη. Αφήστε τέλος πάντων τα παιδιά να παίξουν. Κι αυτό σας πειράζει, πανάθεμά σας; Ανεγκέφαλοι… Σας βαρέθηκα. Να αγοράζετε τα δώρα μοναχοί σας. Εγώ θα αποσυρθώ. Θα με βλέπετε πλέον μόνο στις διαφημίσεις της Coca-Cola και θα αναπολείτε τις ημέρες που ο γεράκος ξεπάγιαζε για να σας λένε τα παιδιά σας πόσο σας αγαπούν το πρωί της επομένης.

Ο Στάθης βρισκόταν ήδη μέσα στα στενά της Κρήνης και κατέβαινε προς τη θάλασσα. Η διεύθυνση παράδοσης ήταν σε μια πολυκατοικία στον παραλιακό της Κρήνης. Πέρασε από το ταβερνάκι που είχε φάει μαζί της. Σαν δυνατή σφαλιάρα στο μάγουλο τον χτύπησε η μυρωδιά: η μυρωδιά είναι η αίσθηση που είναι στενότερα συνδεδεμένη με τη μνήμη από κάθε άλλη. Γι’ αυτό ένιωθε μουδιασμένος από την κορφή μέχρι τα νύχια. Γιατί θυμήθηκε. Ω, Θεέ μου, πόσο επίπονο είναι να θυμάσαι. Πόσο σκληρό είναι να επαναφέρεις στο κέντρο του συναισθηματικού σου σύμπαντος τη μορφή της, να τη βάζεις εκεί να κάθεται στον θρόνο της και να τσαλαπατά όλα σου τα συναισθήματα, σαν κλαράκια, ένα προς ένα. Κρακ.

Κούνησε το κεφάλι του σαν να είχε κάτσει πάνω μια μύγα και να ήθελε να τη διώξει. Μακάρι να ήταν τόσο εύκολο να ξεχάσεις, σκέφτηκε. Ζαλίστηκε λίγο από το σκληρό κούνημα, τον πόνεσαν τα μηνίγγια του. Δεν ήξερε όμως αν ήταν από το κούνημα ή από τον τρόπο που έτριβε τα δόντια του μεταξύ τους από τη στιγμή που πέρασε από το ταβερνάκι. Πίστευε πως θα τα σπάσει τόσο πολύ που τα έτριβε. Το σύρσιμό τους έβγαζε ήχους υπόκωφους, που στο κεφάλι του ακούγονταν φρικαλέοι και απόκοσμοι. Δεν μπορώ να ξεχάσω, δεν θέλω να ξεχάσω, δεν πρέπει να ξεχάσω.

Δεν είχαν περάσει ούτε δυο χρόνια. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε ένα σκίρτημα στην καρδιά του όταν αντίκρυζε ένα θηλυκό. Τότε ανακάλυψε πως οι φίλοι του είχαν άδικο που τον έλεγαν άκαρδο και μισογύνη. Ειδικά ο Κώστας: “Εσύ αγόρι μου είσαι ανίκανος για βαθιά αισθήματα… Βαθιά ανίκανος!” Ήταν το αίσθημά του μία βύθιση σε ένα παχύρρευστο υγρό. Τόσο γαλήνια, μα και τόσο πνιγηρά. Αν δεν ήταν αυτό βαθύ συναίσθημα, τότε δεν ήξερε τι στο διάολο ήταν.

Φοβόταν να δοθεί, με τη φοβία πως θα σκορπιζόταν. Ήταν σκληρός, το έλεγε το κούτελό του, μα η Αλίκη κοιτούσε πίσω από το σκληρό δέρμα του. Όταν τον αγκάλιαζε, δε μπορούσε να είναι σκληρός. Ήταν σαν να έχανε κάθε δύναμη και κάθε αντρειοσύνη, να την πετούσε από πάνω του και να της παρουσιαζόταν γυμνός και ειλικρινής, αδύναμος, μαλθακός. Όταν τον κοιτούσε στα μάτια, φοβόταν, γιατί ήξερε πως βλέπει πιο πέρα από τα άλλα βλέμματα. Στην αρχή ντρεπόταν να της παραδοθεί, μα σιγά-σιγά το έκανε. Της έδινε όλη του τη δύναμη κι αυτή του την επέστρεφε, σαν να του λέει “μπορώ να την πετάξω, αλλά επιλέγω να σ’ τη δώσω πίσω”. Είναι δικιά σου, Αλίκη, να την κάνεις ό,τι θες. Αυτό της έλεγε κάθε μέρα με τα μάτια του.

Κοκκάλωσε τα φρένα: είχαν φτάσει. Ο Άγιος κατέβηκε πρώτος.

-Σε πειράζει να μην έρθω μαζί σου; Τον ρώτησε ο Άγιος. Είναι πολύ όμορφα κάτω στην Κρήνη και ο ήλιος σιγά-σιγά δύει.

-Κάνε δουλειά σου, του είπε ο Στάθης.

Πήρε το πακέτο και χτύπησε το θυροτηλέφωνο. Μπήκε στην πολυκατοικία και είδε πως δεν έχει ασανσέρ. Πήρε να ανεβαίνει με τα πόδια, σιγά-σιγά, με το πακέτο να κουδουνά στην πλάτη του.

-Μήπως δεν έπρεπε να αφήσω τον γέρο μόνο του; Μην κάνει καμιά τρέλα φοβάμαι, μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του, τα οποία τον πονούσαν λίγο από το τρίξιμο.

Είναι δικιά σου να την κάνεις ό,τι θες. Ο νους του πάλι του ξέφυγε, στις μικρές τους στιγμές, στα βράδια που ξημέρωσαν μ’ αυτήν δίπλα του, στην μυστήρια αγωνία της κάθε φορά που χτυπούσε το κινητό της. Στερνή μου γνώση, να σ’ είχα πρώτη. Ένιωθε σφυρηλατημένος από όλα του τα δεινά, με κάθε ένα να αφήνει μια χαρακιά κάπου στο κορμί του. Στη θύμηση, οι χαρακιές πονούν.

Στο ταβερνάκι εκείνο έτρωγαν συχνά, επειδή ήταν δίπλα στο παλιό της σπίτι. Τώρα ούτε που ξέρει πού μένει. Πόσο απεχθανόταν την Κρήνη κι αυτό το μικρό ταβερνάκι. Δεν μπορούσε να κλείσει επιτέλους; Το φαγητό ήταν μέτριο, οι τουαλέτες τρισάθλιες και το αφεντικό πλενόταν σπάνια. Ήταν μάλλον το τέλειο μέρος για να εξιστορεί τον έρωτά τους. Κυριακάτικη μελαγχολία, μουσική ταβέρνας, ψηλά χοντροκομμένα νεροπότηρα και χάρτινο τραπεζομάντιλο που σχίζεται και λεκιάζει. Και πάνω σ’ όλα αυτά, προτηγανισμένα καλαμαράκια. Αφού της άρεσαν, αυτού του περίσσευε.

Τα βήματά του τελείωσαν: δεν είχε άλλη σκάλα, την κατάπιαν όλη. Είχε φτάσει στον έκτο και είχε προσπεράσει τον όροφο παράδοσης, χαμένος στις σκέψεις του. Θύμωσε με τον εαυτό του. Δεν ήταν κανένας ονειροπόλος, κανένας ξεμυαλισμένος. Το μυαλό του ήταν ό,τι είχε. Κατέβηκε τρία-τρία τα σκαλιά και έφτασε γρήγορα στον τρίτο όροφο, όπου τον περίμενε μια ανοιχτή πόρτα και μια νοικοκυρά με τα χέρια σταυρωμένα. Αναρωτήθηκε αν ήταν ανοιχτή η πόρτα όταν ανέβαινε σεληνιασμένος. Δε θα του άρεσε καθόλου να ρεζιλευτεί σ’ αυτήν την κυράτσα. Παραδώστε, υπογράψτε, τελειώσατε. Κανείς από τους δύο δε φαινόταν να εκτιμά ιδιαίτερα τη συντροφιά του άλλου, οπότε ας τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα.

Αυτό ήταν, 2016. Τελειώσαμε και με την πάρτη σου. Αναλογίστηκε για λίγο την αυθαιρεσία που ονομάζουμε χρόνο και πήρε να κατεβαίνει από εκεί που ανέβηκε.

7

Το τοπίο του θύμιζε αυτά τα απαίσια προτηγανισμένα καλαμαράκια. Κι ο γέρος θέλησε να κάτσει εδώ. Όλη τη Θεσσαλονίκη έχουμε φέρει βόλτα, κι ο γέρος θέλει να κάτσει εδώ. Σ’ αυτό το ρημάδι το παγκάκι, που αν ψάξει κανείς προσεκτικά, θα διακρίνει σκαλισμένα δυο γράμματα σε μια καρδιά, μια ύστατη προσπάθεια να εδραιώσουμε αυτό τον έρωτα ως πραγματικό: Σ+Α.

Δεν μπορούσε να καταλάβει αν το τοπίο ήταν όντως άσχημο ή αν ήταν τόσο επηρεασμένος που έτσι του φαινόταν. Το τοπίο μύριζε φτηνό τσίπουρο και Κυριακή. Σε ένα μικρό τραπέζι με ψάθινες καρέκλες, εμφιαλωμένο νερό ΑΥΡΑ και ο ήχος που κάνουν τα κουζινικά όταν χτυπάνε μεταξύ τους. Αυτό ήταν η Κρήνη.

Πέρασε δίπλα από το ερημωμένο νοσοκομείο “ΠΑΝΑΓΙΑ”. Είχαν μπει εκεί μέσα μια μέρα, περισσότερο για να της αποδείξει πως δε φοβάται να μπει. Μα πώς να φοβηθεί, είχε αυτήν στο πλάι του. Μ’ αυτήν, δε φοβόταν τίποτε. Βρήκαν ένα σπασμένο παράθυρο στην πίσω πλευρά, σπάσανε και τα απειλητικά εξέχοντα κοφτερά γυαλιά που δεν είχαν σπάσει οι προηγούμενοι και πήδηξαν μέσα. Όλα ήταν όπως τα είχαν αφήσει πριν το κλείσουν. Ποδιές, ιατρικά όργανα, ξεχασμένα κρεβάτια και μυρωδιά ασθένειας στον αέρα. Λίγος ήλιος έμπαινε μέσα στο ερημωμένο νοσοκομείο. Προχώρησαν παραμέσα, ανοίγοντας μια πόρτα που έτριζε. Αυτή φοβόταν. Κι αυτός τα χρειάστηκε, αλλά δίπλα της δε θα το έδειχνε ποτέ. Μπήκαν σε ένα δωμάτιο πιο ανέγγιχτο από τ’ άλλα. Κρεβάτι, σεντόνι και λιγοστή σκόνη. Σαν να τους περίμενε.

Δεν χρειάστηκε να πουν τίποτε. Στη γλώσσα των εραστών τα σύμφωνα είναι τα αγγίγματα και τα φωνήεντα τα βογγητά. Μέσα σε ένα νοσοκομείο που μύριζε θάνατο και απόγνωση, ο Στάθης και η Αλίκη πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση. Ο έρωτας ξεπηδά στα πιο περίεργα μέρη και βρίσκει γόνιμο έδαφος. Το παλιό κρεβάτι που έτριζε με το σκονισμένο νοσοκομειακό σεντόνι ήταν στα μάτια τους πουπουλένιο πάπλωμα, το στενάχωρο γκρίζο των τοίχων ήταν σπινθηροβόλο κόκκινο και ο λιγοστός ήλιος που έμπαινε στο δωμάτιο σαν να ντρεπόταν ήταν υπεραρκετός. Όλα αρκούν στους ερωτευμένους. Τρέφονται ο ένας με τον άλλον.

Ημίγυμνοι και ευτυχισμένοι ήταν ξαπλωμένοι στο στενό κρεβάτι. Ο καπνός απ’ τα τσιγάρα τους ανέβαινε γαλήνια προς τον χαλασμένο σοβά του ταβανιού, τα ρούχα ήταν χυμένα στο πάτωμα σαν νοσοκομειακές κουρτίνες, δίπλα από σοβάδες και χρόνια σκόνης. Την κρατούσε αγκαλιά και ήταν ευτυχισμένος. Για μια μικρή στιγμή, ένα μονάχα δευτερόλεπτο, με το χέρι του τυλιγμένο γύρω της και τον καπνό από το τσιγάρο του να χτυπάει στο ταβάνι και να ανοίγει σαν μανιτάρι, ένιωσε ευτυχισμένος. Την έσφιξε δυνατότερα για να μη του φύγει, αλλά η ευτυχία δεν φυλακίζεται με ανόητα ανθρώπινα κόλπα. Ούτε και η γυναίκα. Μια στιγμή ευτυχίας αναλογεί στον καθένα, σκέφτηκε. Μονάχα μία.

Περνώντας δίπλα από την εντυπωσιακή κάθετη ταμπέλα ΠΑΝΑΓΙΑ, είδε μια μικροσκοπική φιγούρα ενός γέρου να κάθεται μακριά στο παγκάκι δίπλα από τη θάλασσα. Τάχυνε το βήμα του. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε βαθιά μέσα του την ανάγκη για ανθρώπινη συντροφιά. Χαμογέλασε. Όλα γίνονται λίγο πιο γλυκά όταν τα μιλάς, όταν τα ξεσπλαγχνίζεις.

-Καλώς τον, είπε ο Άγιος. Όλα εντάξει με το πακέτο;

-Όλα όπως πρέπει.

Ο Στάθης έκατσε δίπλα του. Ένας νεαρός με φόρμα εργασίας και ο γέρος των Χριστουγέννων ήταν καθισμένοι σ’ ένα παγκάκι της Κρήνης. Είναι περίεργα τα μονοπάτια που μας επιφυλάσσει η μοίρα. Ο Στάθης κοίταξε τον Άγιο και συλλογίστηκε για πρώτη φορά πως αυτός ο γέρος είναι ο Άγιος Βασίλης.

-Ρε συ Άγιε… Να σου πω λίγο.

-Τι είναι Στάθη παιδί μου;

-Δε νομίζεις πως… πως αν σταματήσεις να μοιράζεις τα δώρα, θα… θα χαλάσουν τέλος πάντων, θα χαλάσει αυτό το πράγμα που λέμε Χριστούγεννα;

-Δε θα χαλάσει τίποτε, Στάθη παιδί μου. Απλώς θα αναλάβει άλλος τη βάρδιά μου.

-Άλλος; Τι εννοείς “άλλος”;

-Άλλος Άι-Βασίλης. Κατά πάσα πιθανότητα, οι Άγιοι της Τουρκίας, της Βουλγαρίας και της Ιταλίας θα μοιραστούν την Ελλάδα στα τρία και θα δουλέψουν υπερωρίες. Θα φάω αρκετό βρίσιμο, αλλά δεν έχω φοβερές σχέσεις με κανέναν απ’ τους τρε…

-Δεν είναι μόνο ένας ο Άι-Βασίλης;

-ΧΟΧΟΧΟ! Τι λες, Στάθη παιδί μου; Πού ακούστηκε, ένας γεράκος να προλάβει να γυρίσει όλον τον κόσμο;

-Δηλαδή υπάρχει ένας ανά κράτος;

-Φυσικά. Στα μεγάλα κράτη, μάλιστα, επιτρέπεται να προσλάβουν και βοηθούς. Στην Κίνα, ας πούμε, υπάρχουν 3, που μιλάνε μάλιστα και διαφορετικές διαλέκτους και δεν μπορούν να συνεννοηθούν. Στην Αμερική που κατοικοεδρεύει ο αρχηγός μας, δεν δουλεύει καν αυτός. Έχει συμβόλαιο με την Coca-Cola που του απαγορεύει να ταλαιπωρείται για να μην αδυνατίσει. Η δουλειά γίνεται από 50 βοηθούς, ένας για κάθε πολιτεία.

-Και στη Ρωσία;

-Στη Ρωσία δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης. Ο Λένιν τον συνέλαβε ως αντικαθεστωτικό γιατί αρνήθηκε να ράψει σφυροδρέπανο στην κόκκινη στολή του. Απέδρασε και δεν ξαναπάτησε ποτέ το πόδι του. Φήμες λένε ότι αναζήτησε πολιτικό άσυλο στις ΗΠΑ.

-Δηλαδή δε θα νοιαστεί κανείς που έφυγες;

-Περίπου. Η γυναίκα μου θα μου τα ψάλλει όταν γυρίσω σπίτι, οι καλικάντζαροι θα βρουν νέο εργοδότη και θα χάσω το χριστουγεννιάτικο επίδομα, αλλά τα Χριστούγεννα θα συνεχίσουν κανονικά. Διότι, Στάθη μου, όπως είπαμε, τα Χριστούγεννα δεν είμαι εγώ, αλλά το ρεβεγιόν, το φλουρί και …

-Και τα δώρα.

-Ακριβώς, και τα δώρα. Το ποιος τα φέρνει, όμως, δεν ενδιαφέρει κανέναν.

Εκείνη την ώρα χτύπησε το κινητό του Στάθη. Επανήλθαν άτσαλα στην πραγματικότητα.

-Έλα Γιάννο, είπε ο Στάθης. Ναι, έλα, τι έγινε, δε σε ακούω καλά, βγες έξω. Έλα, ναι, τώρα καλύτερα. Πώς; Το ποιο; Τρία πήρα, μόλις παρέδωσα το τελευτ… Τι λες τώρα ρε Γιάννο; Είσαι με τα καλά σου ή να βάλω τις φωνές; Όχι ρε γαμώτο, πού ήταν το τέταρτο; Τι εννοείς εκεί δίπλα, δεν είχε τίποτα εκεί δίπλα, κοίταξα. Ε όχι ρε Γιάννο, όχι! Ε τι να κάνω, πρέπει να το παραδώσω αλλιώς δε θα πληρωθώ. Αμάν όμως ρε Γιάννο, δε γίνεται αυτό ρε γαμώτο… Ξεκινάω, μην το κουνήσεις, έρχομαι! Ακούς, έρχομαι!

Ο Στάθης σηκώθηκε φουρτουνιασμένος. Κοίταξε τον Άγιο στα μάτια

-Όπως κατάλαβες, το 2016 δεν μας τελείωσε ακόμη.

-Τι έγινε, Στάθη παιδί μου;

-Όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός γελάει, αυτό έγινε! Δεν πήραμε ένα πακέτο από το μαγαζί. Θα έρθεις;

-Όταν ο Άγιος Βασίλης αρχίζει μια παράδοση, οφείλει να την φέρει εις πέρας. Έχω δώσει όρκο!

Περπάτησαν προς το μηχανάκι. Το κρύο όσο πήγαινε γινόταν και πιο τσουχτερό. Ο ήλιος έδυε ανεπιστρεπτί κι είχε δώσει σε όλα μια πορτοκαλοκόκκινη νότα. Οι δύο άντρες ανέβηκαν στο μηχανάκι. Επέτρεψαν στην αποπνικτική σιωπή να τους κατακτήσει και κίνησαν προς το κέντρο, δίπλα στη Μεθώνης, για να παραλάβουν το τέταρτο και τελευταίο πακέτο εκείνης της κρύας και εορταστικής τελευταίας ημέρας του χρόνου.

(συνεχίζεται εδώ)

 

 

 

 

Advertisements