ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ

(Ο Στράτης, η Σαλώμη, η Λάλα και ο Νικόλας είναι χαρακτήρες από το μοναδικό μυθιστόρημα που έγραψε ο Σεφέρης «Έξι νύχτες στην Ακρόπολη».  Ο Στράτης έχει μόλις επιστρέψει από σπουδές στην Ευρώπη, συναντιέται με μια παρέα Αθηναίων φίλων και αποφασίζουν να αποκτήσουν συνοχή, ανανεώνοντας το ραντεβού τους για κάθε πανσέληνο στην Ακρόπολη. Ο Στράτης εμπλέκεται σε ερωτική σχέση και με τις δύο γυναίκες, χάνεται στις σκέψεις του, μελαγχολεί, βρίσκεται συνεχώς σε αδιέξοδο. Ο σπουδαίος Σεφέρης περιγράφει τη νεανική ανησυχία, τον έρωτα και την Αθήνα, με τελικό πρωταγωνιστή τα μάρμαρα της Ακρόπολης. Το κείμενο αυτό είναι η προσπάθειά μου να ακολουθήσω τον Στράτη και τις ανησυχίες του κάτω από τη νυχτερινή Ακρόπολη, μέσα σε μια παγωμένη αλλά υπέροχη Αθήνα.)

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου. Εγώ και οι δύο μου φίλοι έχουμε περιπλανηθεί αρκετά στην καρδιά της Αθήνας. Σύνταγμα, Ερμού, Πλάκα, Μοναστηράκι. Με μαγεύει η Αθήνα: όπου κι αν κοιτάξεις, αντικρίζεις την Ακρόπολη. Κρύβεται πίσω από κάθε γωνιά, γύρω από κάθε στροφή και σε περιμένει. Προτείνω στους φίλους μου να ανέβουμε στην Ακρόπολη· πρέπει να είναι υπέροχα εκεί πάνω τη νύχτα. Κανείς δεν προβάλλει αντίσταση. Ρωτάμε τον ταμία του μαγαζιού που τρώμε αν και πώς γίνεται να ανέβουμε πάνω. Χαμογελά καλοσυνάτα: σίγουρα σκέφτεται πως οι τουρίστες τις περισσότερες φορές είναι κουραστικοί, αλλά στην τελική απλώς δεν έχουν την τύχη να βλέπουν κάθε μέρα την Ακρόπολη. Μας απαντά πως δεν μπορούμε να ανέβουμε τη νύχτα, το έχουν σταματήσει αυτό εδώ και αρκετά χρόνια. Η Ακρόπολη κλείνει στις 17:00, με τελευταία είσοδο στις 16:30.

Πώς θα αισθανόταν άραγε ο Σεφέρης; Μέσα στο μοναδικό του μυθιστόρημα είναι τυπωμένο το απόκομμα ενός εισιτηρίου, “εισιτήριον νυκτερινής επισκέψεως της Ακροπόλεως κατά Πανσέληνον, Δραχ. Δέκα (10)”. Χρονολογείται από τη νύχτα 26-27 Μαΐου 1926 και συνόδευε το χειρόγραφο του Σεφέρη. Πού να ήξερε ο Σεφέρης πως τόσα χρόνια μετά, για την ακρίβεια σχεδόν 91, κάποιος θα προσπαθούσε να σκαρφαλώσει στον βράχο της Ακρόπολης, μόνο και μόνο επειδή ο ίδιος την επισκέφτηκε εκείνη τη νύχτα και κράτησε το εισιτήριο; Θα αισθανόταν άραγε άσχημα γι’ αυτήν του την παραπλάνηση; Ελπίζω πως όχι, γιατί η Ακρόπολη είναι τόσο όμορφη που αξίζει και μόνο να την κοιτάς από μακριά. Γνωρίζοντας πως στέκεται αγέρωχη στον βράχο της όλα αυτά τα χρόνια, μου αρκεί που κοιτώ τα ίδια μάρμαρα που κοιτούσε κάποτε ο Σεφέρης.

Χαιρετήσαμε τον ταμία και φύγαμε. Στις 17:00 κλείνει η Ακρόπολη, στις 16:30 τελευταία είσοδος, στις 16:00 το άγχος αν θα προλάβεις, στις 15:30 σηκώνεσαι από τον καναπέ, στις 15:00 τελειώνεις γρήγορα-γρήγορα το φαΐ γιατί ξέρεις πως σε μισή ώρα πρέπει να σηκωθείς για να πας στην Ακρόπολη. Πολύ δεσμευτικό τέλος πάντων αυτό το ωράριο της Ακροπόλεως. Φήμες λένε πως η Ακρόπολη κλείνει πιο νωρίς και για λόγους πέραν των προφανών. Ακούγονται ψιθυρίσματα πως φοβούνται κάποιον επίδοξο αυτόχειρα. Ναι, θα ήταν ομολογουμένως τραγικό. “Αίμα στα Λευκά μάρμαρα!”, “στην Άκρη της Ακρόπολης”, “Αυτοκτονία στην Ακρόπολη” -δεν είναι όλοι τόσο ευφάνταστοι. Ναι, τα ΜΜΕ θα έπεφταν σαν τα κοράκια. Μία τέτοια διαφήμιση δεν μας χρειάζεται. Καθόλου.

Ο Στράτης δεν είχε τόσα προβλήματα τη δεκαετία του 1920. Η Ακρόπολη τότε λειτουργούσε τη νύχτα, ή έστω τις νύχτες με πανσέληνο. Η Αθήνα πρέπει να ήταν ένα εντελώς διαφορετικό μέρος να ζεις τότε. Παρόλα αυτά, μια πόλη απαρτίζεται από τους ανθρώπους που την κατοικούν, οπότε οι διαφορές εκείνης της Αθήνας με αυτήν την Αθήνα, είναι όσες και οι διαφορές μεταξύ του Στράτη και ενός σύγχρονου Στράτη. Πρέπει να σταματήσουμε να βλέπουμε τις πόλεις ως αυτόνομες υπάρξεις. Εμείς τις δημιουργούμε, εμείς τους δίνουμε ζωή και, δυστυχώς, αρκετές φορές τους επιτρέπουμε να πάρουν τη δική μας. Όπως και τότε, το εικοσικάτι, έτσι και τώρα, οι άνθρωποι δείχνουν να σκορπίζονται και να αφανίζονται μέσα στην Αθήνα. Τα τραμ πάνε και έρχονται, τα αυτοκίνητα τρέχουν σαν τρελά, ο κόσμος βιάζεται τόσο πολύ… Μα γιατί βιάζονται όλοι τόσο πολύ; Σταματήστε να αντιμετωπίζετε τους εαυτούς σας σαν γρανάζια. Δεν είστε τα γρανάζια, είστε ο μηχανισμός!

Κατευθυνθήκαμε προς την Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Όλα αυτά τα ονόματα μου αρέσουν τόσο πολύ, γιατί στα αυτιά μου ηχούν άγνωρα. Πώς να είναι άραγε η Διονυσίου Αρεοπαγίτου; Ω, μα ποιον κοροϊδεύω; Όπως και να είναι, θα μου αρέσει. Είναι η ρίζα της Ακρόπολης. Αν την πάρεις όλο ευθεία, θα περάσεις το μουσείο της Ακρόπολης και θα βγεις μπροστά από τον λόφο του Φιλοπάππου. Τουλάχιστον έτσι μας είπε ο φύλακας που μας παρακολουθούσε με περιέργεια να ψάχνουμε μέσα στο σκοτάδι έναν τρόπο να δούμε καλύτερα την Ακρόπολη. Είχαμε ήδη παρεκκλίνει από τις οδηγίες του ταμία -αναρωτιέμαι, εγώ φταίω; Τις ακολούθησα -όσο γινόταν- κατά γράμμα, όμως κατέληξα εδώ, σε ένα σταυροδρόμι σε έναν άγνωστο λόφο. Και τα δύο μονοπάτια φαινόντουσαν ανηφορικά. Ακριβώς δίπλα από την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου του Λουμπαδιάρη, ήταν η πρώτη φορά που η Αθήνα μου παρουσίασε ένα δίλημμα. Ένιωσα λίγο σαν τον Στράτη, όταν διέκρινε πρώτη φορά τη γλύκα στα μάτια της Λάλας -με τη διαφορά πως το δικό μου μονοπάτι ήταν απείρως ασφαλέστερο: άβυσσος το βλέμμα της Λάλας, της Σαλώμης, της γυναίκας.

Ακολουθήσαμε το μονοπάτι στα δεξιά, το οποίο νοητά έβγαζε απέναντι από την Ακρόπολη. Ακουγόταν ένα σκυλί να γαυγίζει, το γαύγισμα πλησίαζε όλο και περισσότερο. Α, εντάξει, είναι αυτού του κυρίου και το έχει δεμένο με λουρί. Περνάμε συρματοπλέγματα, πόρτες, σπιτάκια. Ο ανθρώπινος παράγοντας λειτουργεί σαν πυξίδα, ξέρεις πως προχωράς σωστά, ή έστω λανθασμένα μαζί με όλους τους υπόλοιπους. Περπατώντας, σιγομουρμουρίζω το You want it darker του Leonard Cohen. Αυτό το τραγούδι είναι σαν να γράφτηκε γι’ αυτή τη νύχτα στην Ακρόπολη. Φτάσαμε στον χώρο που παλιά δέσποζε η Πνύκα -η Πνύξ, της Πυκνός, το γνωρίζατε; Εδώ παλιά συναθροίζονταν οι Αθηναίοι για τη Συνέλευσή τους -την Εκκλησία του Δήμου. Ήμουν σίγουρος πως οι αρχαίοι ήταν πανέξυπνοι άνθρωποι: συγκεντρώνονταν το σημείο με τη σπουδαιότερη θέα. Απέναντί μου δέσποζε η Ακρόπολη.

Ήταν σίγουρα μακριά, αλλά ένιωθα πως αν άπλωνα το χέρι μου θα μπορούσα να την αγγίξω. Ο τρόπος με τον οποίο τη φωτίζανε την έκανε ακόμη πιο εντυπωσιακή. Το σκοτάδι ήταν πηχτό, αλλά χωρίς αυτό δε θα φαινόταν τόσο περίλαμπρη η Ακρόπολη. Ευτυχισμένος και κρυμμένος μέσα στο σκοτάδι, κοιτούσα μακριά τα γυμνά μάρμαρα. Ένιωσα σαν να κλέβω. Το έχουν κάνει αρκετά δύσκολο να δεις την Ακρόπολη από κοντά το βράδυ. Όλος αυτός ο κόπος με έκανε να νιώσω σαν ηδονοβλεψίας, που κοπιάζει απεριόριστα μόνο και μόνο για να δει φευγαλέα μια καμπύλη του πιο τέλειου σχήματος.

Όταν την είδα, ήμουν βέβαιος. Ο πρωταγωνιστής στο βιβλίο του Σεφέρη ήταν η Ακρόπολη. Όλα περιστρέφονταν γύρω της: οι αντανακλάσεις της Πανσελήνου στα γυμνά της μάρμαρα, οι βαθύτερες επιθυμίες του ανθρώπινου πόθου, τα μονοπάτια  που διασχίζει η σκέψη ενός νεαρού. Κάτι ήξερε ο Νικόλας που πρότεινε να γίνονται υπό το φως της Πανσελήνου οι συναντήσεις της παρέας. Έχει μια μυστήρια επίδραση στα κορμιά αυτή η λάμψη. Αναδύει στην επιφάνεια τις πιο καλά κρυμμένες επιθυμίες και στοιβάζει στη θέση τους το αίσθημα της ντροπής και της αυτοσυγκράτησης. Κάτω από τις ακτίνες της ολόγιομης σελήνης φωτίζεται κάθε σκοτεινή πτυχή της ανθρώπινής μας ύπαρξης, ακόμη κι αυτές που δε θα θέλαμε να βγουν ποτέ στο φανερό. Μια απόκοσμη δύναμη μας μεταμορφώνει, μας κάνει περισσότερο ευαίσθητους στα αγγίγματα και στα βλέμματα. Παραδομένοι, ανήμποροι, σιγιλλάρια -σιγιλλάρια νευροσπαστούμενα*.

*νευρόσπαστα ανδρείκελα

Advertisements
Tagged with: