ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ – PART V

(το προηγούμενο εδώ)

8

Μα πού είχε χωθεί το τέταρτο βρωμοπακέτο και δεν το είχε δει; Είχε κοιτάξει τριγύρω μήπως υπήρχε και κανένα άλλο στο μαγαζί του Γιάννου αλλά δεν είδε τίποτε. Δεν μπορεί, σκέφτηκε, να είναι τόσο βλάκας. Όποιος δεν έχει μυαλό, Στάθη μου, έχει πόδια. Ή, όπως του έλεγε η Αλίκη επειδή οδηγά σαν μανιακός, όποιος δεν έχει μυαλό, δε θα ‘χει ούτε πόδια.

Αλίκη. Το όνομά της ηχούσε ακόμη γνώριμο στ’ αυτιά του. Είναι από αυτές τις λέξεις που, αν τις προφέρεις πολλές φορές συνεχόμενα, αρχίζουν και ηχούν αστείες και γελοίες, χωρίς νόημα. Ίσως το πρόβλημά του ήταν πως πρόφερε συχνά το όνομά της, γιατί συνήθισε και μετά δε μπορούσε να προφέρει άλλο. Ίσως έφταιγε που ήταν τόσο ολοκληρωτικά δοσμένος που βρωμούσε έρωτα· αποπνέουν, άραγε, διαφορετική μυρωδιά οι άνθρωποι ανάλογα με το πώς αισθάνονται; Αν είναι όντως έτσι, ο Στάθης βρωμούσε αποπνικτικά, ατελείωτα, από την κορφή μέχρι τα νύχια έρωτα.

Θα μπορούσε να το έχει προβλέψει, αν ήταν λίγο περισσότερο καχύποπτος μαζί της. Όμως μαζί της δε μπορούσε να είναι καχύποπτος. Δε του ταίριαζε να μην την εμπιστεύεται. Την είχε βάλει τόσο ψηλά, που ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να τη διακρίνει. Ο τρόπος που απέφευγε τις αγκαλιές του και τα φιλιά του, η απάθεια στον τρόπο που του μιλούσε, το άγχος της όταν χτυπούσε το κινητό της. Ο Στάθης δεν ήταν χαζός, ήταν απλώς πολύ ερωτευμένος. Ίσως στο λεξικό θα έπρεπε να τα κάνουν αυτά τα δύο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, συνώνυμα.

Οι έξοδοί τους μειώθηκαν δραματικά, η επικοινωνία τους ελαχιστοποιήθηκε. Η Αλίκη τον έθεσε στο περιθώριο. Μάταια αυτός προσπαθούσε να τη μεταπείσει, ή έστω να την κάνει να του εξηγήσει γιατί. Ο Στάθης έχασε κάθε ίχνος αξιοπρέπειας. Έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να την κερδίσει πίσω, αλλά σε αυτές τις περιπτώσεις, όσο περισσότερο προσπαθείς, τόσα λιγότερα καταφέρνεις. Έβρισκε συνεχώς έναν τοίχο σε κάθε προσπάθεια προσέγγισης, όμως πάλευε με λύσσα να τον σκαρφαλώσει, να τον γκρεμίσει, ή έστω να ανοίξει με τα χέρια του μια τρύπα και να συρθεί από ‘κει μέσα. Θα τα ‘κανε όλα, δυο φορές, τρεις, δέκα, όσες χρειαζόταν· αρκεί στην άλλη πλευρά να τον περίμενε αυτή.

Καθώς έπεφτε ο ήλιος στην ασφυκτιώσα Βασιλίσσης Όλγας, ο Στάθης ελισσόταν ανάμεσα από αυτοκίνητα, λεωφορεία και άλλα μηχανάκια λυσσασμένα. Δεν μπορούσε να το πιστέψει πως θα ξοδέψει άλλες δυο ώρες απ’ τη ζωή του επειδή ο Γιάννος ήταν τόσο βλάκας και δεν έβαλε και το τέταρτο κουτί μαζί. Ο Άγιος πίσω είχε γουρλώσει τα μάτια και κρατιόταν σφιχτά από τον Στάθη, γνωρίζοντας πολύ καλά πως αν είναι να γίνει κάτι, αυτό δεν πρόκειται να τον σώσει. Ο Άγιος, ωστόσο, ήταν πολλά χρόνια σ’ αυτόν τον πλανήτη και ήξερε καλά πως ο πραγματικός λόγος που ο Στάθης έτρεχε εκείνη τη στιγμή τόσο μανιασμένα, ήταν επειδή έτρεχε και το μυαλό του σε αλλοτινούς καιρούς. Αποφάσισε να μην φυτρώσει εκεί που δεν τον έσπειραν και κράτησε το στόμα του κλειστό. Η σιωπή είναι ο καλύτερος σύμβουλος κάτι ώρες σαν κι εκείνη.

Πέρασαν μπροστά από το νέο Δημαρχείο της Θεσσαλονίκης –“νέο” χαριτολογώντας, πάνε και πόσα χρόνια από την κατασκευή του. Και οι δύο το κοίταξαν με αποστροφή. Αν ήταν τέχνη, ούτε η σοφία του Αγίου, ούτε ο κυνισμός του Στάθη μπορούσαν να την εκτιμήσουν. Στην “είσοδο” του κέντρου, εκεί που συναντώνται η Αγγελάκη, η Λεωφόρος Στρατού και η προέκταση της Βασιλέως Γεωργίου, η Ανδρόνικου, επικρατούσε χάος. Σταματημένα αμάξια, βρισιές, κόρνες· μερικοί είχαν βγει από τα οχήματά τους και είχαν πιαστεί στα χέρια. Μερικά μικρά παιδιά έκλαιγαν από βαρεμάρα ή φόβο για τον θόρυβο που επικρατούσε. Ο Στάθης, φυσικά, δεν πτοήθηκε ούτε στο ελάχιστο. Ελίχθηκε σαν σκιά ανάμεσα στα σταματημένα οχήματα και πέρασε σύριζα από τον τροχονόμο που μάταια προσπαθούσε να επιβάλει την τάξη. Στην Τσιμισκή, οπού τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα, ανέβηκε κύριος το πεζοδρόμιο, ανάμεσα σε επιφωνήματα, βρισιές και σύντομα κηρύγματα περί ηθικής και παιδείας, τα οποία έσβηναν μέσα στους καπνούς της εξάτμισης.

Ο Άγιος αποφάσισε πως ήταν καλύτερο να κλείσει τα μάτια. Ο Στάθης ένιωσε το κράτημα του γέρου πιο σφιχτό απ’ ό,τι συνήθως· ένα άγγιγμα που τον παρακάλεσε, χωρίς να ψελλίσει ούτε μια λέξη, να πάει λίγο πιο αργά. Ο Στάθης ενστικτωδώς άφησε το γκάζι.

-Συγγνώμη, του είπε, ξεροβήχοντας απολογητικά.

Σε λίγη ώρα είχε φτάσει στη Δημητρίου Γούναρη. Σκαρφάλωσε τον πεζόδρομο και κατευθύνθηκε ευθεία πάνω. Από μακριά, είδε τον Γιάννο έξω από το μαγαζί του να καπνίζει και να κουνάει νευρικά το πόδι του. Αηδίασε λίγο με τον τρόπο με τον οποίο ζούσε αυτός ο άνθρωπος. Ήταν θωρακισμένος με λίπος σε όλο του το κορμί, και η μόνη του άσκηση ήταν το γρήγορο βάδισμα προς το σπίτι του για τον μεσημεριανό του ύπνο. Η κοιλιά του κρεμόταν και ζόριζε το πουκάμισό του· πόσο ακόμη θα άντεχαν αυτά τα ηρωικά κουμπιά; Σταμάτησε ακριβώς μπροστά του, με ένα βλέμμα θυμού και αποστροφής. Ο Γιάννος ψέλλισε δυο-τρεις κουβέντες, αλλά ο Στάθης είχε αποφασίσει να μην του μιλήσει καθόλου: μόνο νεύρα θα του προσέφερε αυτή η φιλονικία. Ο Γιάννος έδωσε στον Άγιο μια σακούλα με ένα κουτί.

-Σίγουρα δεν έχεις και τίποτα άλλο κρυμμένο πίσω από τον πάγκο; Τον ρώτησε περιπαικτικά ο Στάθης. Να ξέρεις, αν με πάρεις τηλέφωνο και μου πεις πως βρήκες κανένα άλλο πακέτο πίσω από τον πάγκο σου, θα το παραδώσεις εσύ.

-Κόψε τα πολλά, Στάθη. Δε φταίω εγώ αν δε βλέπεις μπροστά σου.

Ο Στάθης είχε κάτι στην άκρη της γλώσσας του για τον Γιάννο, αλλά το κατάπιε. Αρκέστηκε σε ένα ψεύτικο χαμόγελο.

-Καλή χρονιά να έχουμε, είπε στον Γιάννο.

Εξαφανίστηκε μέσα σε ένα νέφος. Κάπου μέσα σε αυτό χώθηκε και η απάντηση του Γιάννου.

9

Μενεμένη. Για εκεί προοριζόταν το τελευταίο πακέτο. Η Μενεμένη ανήκει στα “βαριά” δυτικά της πόλης. Παίρνεις τη Μοναστηρίου, οπλίζεσαι με υπομονή και ξεκινάς. Κι όταν τα κτίρια αρχίζουν να μοιάζουν πιο παλιά, πιο κιτρινωπά και πιο φτηνά, στρίβεις δεξιά. Κάτι στον αέρα σου λέει πως τα πράγματα εδώ γίνονται λίγο διαφορετικά. Τα βλέμματα είναι λίγο πιο εχθρικά, οι συμπεριφορές λίγο πιο ύποπτες. Οι άνθρωποι είναι πιο σκληραγωγημένοι, οι περισσότεροι δε χωνεύουν τους βουτυρόκωλους των ανατολικών προαστίων. Η ζωή δεν τους τα έφερε τόσο γλυκά, αυτό όμως δε τους κάνει κακούς. Ίσα-ίσα, στα μάτια του Στάθη τα παιδιά από τα Δυτικά ήταν και τα καλύτερα.

Ο Στάθης είχε επαφές με τα Δυτικά, αρκετές θα μπορούσαμε να πούμε. Από μικρός έβγαινε εδώ. Αφού πέθανε ο πατέρας του, η μάνα του δεν τον έφερνε με τίποτα ζάφτι. Όταν μεγάλωσε αρκετά, έφευγε από το σπίτι πρωί και γυρνούσε βράδυ. Έκανε παρέα με κάτι “κωλόπαιδα”, μεγαλύτερους. Όλοι έμεναν Μενεμένη, Αμπελόκηπους και Κορδελιό. Άντε, και κανένας ξεχασμένος στον Εύοσμο και την Πολίχνη. Από αυτά τα “κωλόπαιδα” έμαθε πολλά. Αυτοί του έδωσαν το πρώτο του τσιγάρο, όταν ήταν πρώτη γυμνασίου, κι αυτός το κάπνισε και δεν τόλμησε να βήξει γιατί ντρεπόταν να το κάνει μπροστά τους. Δάκρυσε, αλλά δεν έβηξε ούτε μια φορά. Μετά, όταν γύρισε σπίτι, πήγε στο μπάνιο κι έβηξε τόσο πολύ που κόντεψε να φτύσει τα πνευμόνια του. Αλλά ποτέ μπροστά τους.

Από αυτά τα “κωλόπαιδα” είχε μάθει πολλά. Όποτε τους χρειάστηκε, πάντα ήταν εκεί, ειδικά ο καλύτερός του φίλος, ο Κώστας. Σε κάθε στιγμή μοναξιάς, σε κάθε σκηνικό που βρέθηκε “μπλεγμένος”. Η πορεία τους στη ζωή ήταν ανορθόδοξη, αλλά ήταν πάντα εκεί γι’ αυτόν. Του έμαθαν τι πάει να πει φίλος, του δίδαξαν τι πάει να πει οικογένεια. Ήταν μία αγέλη που προσπαθούσε να βρει τα βήματά της, αλλά δεν άφηνε ποτέ κανέναν πίσω. Καθώς περνούσαν τα χρόνια, σπάζανε κι από λίγο. Κάποιος βρήκε γκόμενα, κάποιος μετακόμισε, κάποιος αποφάσισε να σπάσει. Ο Στάθης όμως ποτέ δεν ξέχασε όλα αυτά που του έδωσαν απλόχερα.

Με την πάροδο του χρόνου, άκουγε δεξιά κι αριστερά για έναν ακόμη από την αγέλη που έμπλεξε με ναρκωτικά κι έχει γίνει τελειωμένος. Είχε δει με τα μάτια του πόσο εύκολο ήταν να μπλέξεις. Ξεκινάς με ένα απλό τσιγάρο, έναν “ψεύτη”, και ξαφνικά έχεις χάσει το μυαλό σου. Από μικρός είχε πάρει την απόφαση να μη μπλέξει ποτέ. Είχε δει τι μπορούν να κάνουν τα ναρκωτικά σε ανθρώπους που αγαπά, κι είχε πειστεί να μην το προκαλέσει ποτέ στον εαυτό του.

Είχε περάσει τον Σταθμό. Η Μοναστηρίου είχε πολλή κίνηση, αλλά περιέργως όχι αποπνικτική. Το κρύο ήταν πολύ τσουχτερό τώρα που έφευγε ο ήλιος. Ένιωσε μια ανατριχίλα σε όλο του το κορμί, από τη βάση της σπονδυλικής του στήλης μέχρι τα άκρα του. Πολύ κρύο, ομολογουμένως, όμως αυτό δεν είχε απολύτως καμία σχέση. Στο αριστερό του χέρι, πέρα από τη νησίδα που έκοβε τη Μοναστηρίου στη μέση, ορθωνόταν το σπίτι του Κώστα, σαν να μην πέρασε μια μέρα από την τελευταία φορά που το επισκέφτηκε.

Ο Κώστας ήταν ο μόνος από την αγέλη με τον οποίο κράτησε επαφές και μετά τα εφηβικά του χρόνια. Ήταν μεγαλύτερος, ήταν ο πρώτος που του μίλησε για το σεξ, αυτός που του έδωσε τα πρώτα του προφυλακτικά, αυτός που γέλασε όταν του είπε πως πλέον είναι “άντρας”. Ήταν μαζί πατέρας και αδερφός, μια περίεργη σχέση που σήμαινε τα πάντα γι’ αυτόν. Τον είχε τόσο ψηλά. Δε θαύμαζε πολλούς ανθρώπους, αλλά ο Κώστας ήταν πάντα κιμπάρης. Ήταν ειλικρινής, μυαλωμένος και καθόλου φλύαρος. Είχε ένα κοφτερό μυαλό το οποίο δυστυχώς άφηνε σε αχρηστία κι έκανε τα αδύνατα-δυνατά να το αποδυναμώσει για να το εξισώσει με τα υπόλοιπα μυαλά που συναναστρεφόταν, που στερούνταν φιλοδοξιών και θέλησης.

Ήταν θλιβερό να βλέπεις την κατάσταση του Κώστα. Ένας φωτεινός, αστείος άνθρωπος, κλεισμένος μέσα στο σπίτι του. Κοιμόταν στις 5, σηκωνόταν στις 4 το απόγευμα και μαστούρωνε. Η ζωή του δεν είχε νόημα, το μυαλό του σιγά-σιγά τον εγκατέλειπε. Τα όρια της πραγματικότητας και των σεναρίων που σκαρφιζόταν το εφευρετικό του μυαλό είχαν γίνει πολύ δυσδιάκριτα. Χάθηκε μέσα στη μετάφρασή του, περιπλανήθηκε πολύ περισσότερο μέσα στους δαιδάλους του μυαλού του απ’ όσο μπορούσε να αντέξει. Όσο πιο έξυπνος είσαι, τόσο πιο πολύ σε καταπίνει. Μάταια του φώναζε ο Στάθης. Μάταια τον απειλούσε: στο δίλημμα Στάθης ή ναρκωτικά, ο Στάθης ήξερε πως ο Κώστας θα επέλεγε το δεύτερο. Έχανε τη γη κάτω από τα πόδια του, έχανε τον καλύτερό του φίλο, όμως ποτέ δεν σταμάτησε να ελπίζει.

Ποτέ δε σταμάτησε να ελπίζει. Ήταν πάντα εκεί, τον τραβούσε από το χέρι να βγουν έξω για καφέ, για ποτό, για κανένα μπάνιο. Τον έφερνε σε όλα του τα ραντεβού με την Αλίκη, του έδινε βιβλία να διαβάσει, ταινίες να δει. Του αφιέρωνε όλον του το χρόνο, και η Αλίκη το ίδιο. Με χαρά, έβλεπε αισθητή βελτίωση. Ο Κώστας χαμογελούσε περισσότερο, έβγαινε περισσότερο, διασκέδαζε. Αποφάσισε να πετάξει τον μανδύα της μιζέριας και να αγοράσει έναν απαστράπτοντα καινούριο. Η ζωή του είχε βρει νόημα, χάρη σε ένα ζευγάρι μάτια: αυτό της Αλίκης.

Ο Στάθης τότε κατάλαβε πως, πολλές φορές, τραβώντας κάποιον έξω από έναν λάκκο, σκάβεις τον δικό σου. Ο καλύτερός του φίλος, ο πατέρας του, ο αδερφός του, ο άνθρωπος για τον οποίο αφιέρωσε μήνες από τη ζωή του χαρίζοντάς του την καρδιά του απλόχερα, βγήκε από τον λάκκο του και προς αντάλλαγμα, έριξε τον Στάθη μέσα. Η χημεία του Κώστα με την Αλίκη ήταν προφανής εξαρχής, αλλά ο Στάθης ήταν πολύ απασχολημένος με το να σώζει τον Κώστα που τα μάτια του δεν έβλεπαν τι κρυβόταν πίσω από τα χαμόγελα της Αλίκης και του Κώστα, όταν συναντιόντουσαν στα τριπλά τους ραντεβού.

Ο Στάθης είχε καιρό να περάσει έξω από το σπίτι του. Θεέ μου, πόσο σιχαινόταν τα Δυτικά. Την τελευταία φορά που τον είδε σ’ αυτό το σπίτι, του είπε πως δεν θα του ξαναμιλούσε ποτέ. Μάταια ο Κώστας προσπαθούσε να επικοινωνήσει. Ο Στάθης είχε πάρει την απόφασή του. Είχε δίκιο η μαμά του όταν του έλεγε να μην κάνει παρέα με κωλόπαιδα. Είχε δίκιο ο Κώστας, όταν του έλεγε γελώντας, πως είναι το παιδί που η μαμά του του έλεγε να μην κάνει παρέα.

(συνεχίζεται εδώ)

 

 

Advertisements
Tagged with: