ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ – PART VI

(το προηγούμενο εδώ)

10

Είχε αρχίσει να βραδιάζει κανονικά. Τα περισσότερα αμάξια είχαν ανάψει τα φώτα τους, κι ήταν σαν εκατοντάδες σπίθες να προχωρούσαν αργά-αργά η μια δίπλα στην άλλη. Οι περισσότεροι επέστρεφαν σπίτια τους μετά τους μεσημεριανούς εορτασμούς της τελευταίας ημέρας του χρόνου για να κοιμηθούν, να κόψουν τη βασιλόπιτα, να φιλήσουν σταυρωτά -ή σε ορισμένες περιπτώσεις στο στόμα- τους αγαπημένους τους, να αναλογιστούν πως πέρασε ακόμη ένας χρόνος από την πλάτη τους και τελικά να βγουν και να πιούν το ίδιο αλκοόλ που είχαν καταναλώσει την προηγούμενη αλλά και που θα κατανάλωναν την επόμενη -μέρες εξαιρετικά βαρετές και συνηθισμένες.

Ο Στάθης και ο Άγιος πλησίαζαν στη Μενεμένη. Στο αριστερό τους χέρι έβλεπαν το ύποπτο και μυστηριώδες ξενοδοχείο FILOXENIA, στο οποίο πολλά παράνομα ζευγάρια περνούσαν νύχτες πάθους και ηδονής, ξυπνούσαν, έριχναν λίγο νερό στα μούτρα τους να ξεπλύνουν την αμαρτία της προηγουμένης κι έφευγαν αφού αντάλλασσαν μια κλεφτή ματιά που ψιθύριζε “μέχρι την επόμενη φορά”. Έστριψε στην Αγίας Παρασκευής, έκανε μερικά μέτρα και περίμενε στην φυλασσόμενη σιδηροδρομική διάβαση. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, ένα θορυβώδες τρένο πέρασε από μπροστά τους. Και οι δύο σκέφτηκαν πως η δουλειά του σταθμάρχη και του οδηγού του τρένου ήταν χειρότερη από τη δική τους: ζωή σε προκαθορισμένες αποβάθρες, ή χειρότερα, σε στημένες ράγες. Αυτοί τουλάχιστον δεν ακολουθούσαν την ίδια και απαράλλαχτη διαδρομή κάθε μέρα. Έτσι λοιπόν έστειλαν βουβά το κουράγιο τους μαζί μ’ ένα αδελφικό χτύπημα στην πλάτη στους σιδηροδρομικούς εργαζόμενους και διέσχισαν τη διάβαση, μ’ ένα αισθητό ταρακούνημα κάθε φορά που περνούσαν πάνω από ράγες.

Ο Στάθης είχε πλέον μπει στη νυχτερινή Μενεμένη. Σκοτάδι, εχθρικά βλέμματα και κιτρινωπά κτίρια. Σκέφτηκε πως οι περισσότεροι που μένουν από την άλλη μεριά της πόλης δεν έχουν έρθει ποτέ εδώ. Σίγουρα θα φοβόντουσαν να περπατήσουν σ’ αυτά τα πεζοδρόμια μόνοι τους το βράδυ. Διάολε, κατά πάσα πιθανότητα δεν ήξεραν καν πως περνάει τρένο μέσα από την πόλη! Γέλασε με το πόσο γελασμένοι είναι οι περισσότεροι. Περνιούνται γι’ ανοιχτομάτηδες και διαβασμένοι, ενώ δεν μπορούν καλά-καλά να δουν πέρα απ’ τη μύτη τους. Έχουν γυρίσει όλον τον κόσμο -ή τουλάχιστον έτσι διατυμπανίζουν στα λογύδριά τους- αλλά δεν έχουν δει καν όλη τους την πόλη.

Δίπλα στην ετοιμόρροπη ταμπέλα που κάποτε προσκαλούσε τους πελάτες στη βιοτεχνία λούτρινων παιχνιδιών ΤΣΑΡΛΥ, ο Στάθης σταμάτησε το μηχανάκι του και κατέβασε τον πλάγιο. Ο Άγιος κατέβηκε από το μηχανάκι και κοιτούσε το εγκαταλελειμμένο μαγαζί σαν παιδί. Είχε χρόνια κλειστό, όμως για τον Άγιο Βασίλη, κάθε κλειστό παιχνιδάδικο ήταν μια μαχαιριά στην καρδιά. Τα παιχνιδάδικα δεν πρέπει να κλείνουν ποτέ, συλλογίστηκε ο Άγιος, διότι με κάθε παιχνιδάδικο που κλείνει, κλείνει και η πόρτα ενός παιδιού στο όνειρο.

Ο Στάθης κοίταξε τη διεύθυνση στο κουτί.

-Εδώ είμαστε, είπε και χτύπησε το θυροτηλέφωνο.

Η σιωπή ήταν ανατριχιαστική. Ο Στάθης άφησε μερικά δευτερόλεπτα να κυλήσουν. Και στους δύο άντρες φάνηκε σαν μια αιωνιότητα και κάτι ψιλά. Ο Στάθης ξαναχτύπησε το θυροτηλέφωνο και συνειδητοποίησε πως δε λειτουργεί. Δεν τον παραξένεψε καθόλου. Μάλλον θα ήταν εντυπωσιακότερο αν λειτουργούσε το οτιδήποτε στην παλιά αυτή οικοδομή. Έσπρωξε την εξώπορτα και αυτή άνοιξε σιγά-σιγά με ένα απόκοσμο τρίξιμο που έκανε τους δύο άντρες να ανατριχιάσουν σε όλο τους το κορμί. Μπήκαν σε μια θεοσκότεινη πολυκατοικία δίχως ασανσέρ. Ο Άγιος ψηλάφισε τον τοίχο για να βρει το φως και αντ’ αυτού βρήκε ένα παχύ στρώμα σκόνης που του μαύρισε τα δάχτυλα. Λίγο παρακάτω ο Στάθης διέκρινε μέσα στο σκοτάδι κάτι που έμοιαζε με διακόπτη. Τον πάτησε και μια αρχαιοπρεπής λάμπα άναψε διστακτικά πάνω από τα κεφάλια τους, κάνοντας συνεχώς διακοπές και μυστήριους θορύβους που προοικονομούσαν το σβήσιμό της δια παντός.

Ο Στάθης ανέβηκε την σκάλα με την ξύλινη κουπαστή, με τον Άγιο από πίσω του. Το σάπιο ξύλο της κουπαστής ήταν εντελώς αναξιόπιστο και κανείς δεν το ακουμπούσε. Καθώς έφτασαν στον δεύτερο όροφο που ήταν και ο όροφος παράδοσης, αντίκρυσαν μονάχα δυο πόρτες. Η μία είχε ένα τεράστιο λουκέτο και δίπλα μια ξεχαρβαλωμένη βάση που μαρτυρούσε πως κάποτε εκεί υπήρχε μια ταμπέλα ενός γραφείου που πήγε κατά διαόλου. Η άλλη ήταν μια φτηνή ξύλινη πόρτα. Δεν έμοιαζε σε τίποτα με τις σύγχρονες πόρτες ασφαλείας. Η μόνη ασφάλεια που παρείχε ήταν ακριβώς η φτήνια της, που μαρτυρούσε πως το εσωτερικό αυτού του σπιτιού δεν ήταν και πολύ καλύτερο από το εξωτερικό του.

Ο Στάθης σκέφτηκε πως αν φταρνιζόταν δυνατά, η πόρτα αυτή μπορεί και να έπεφτε, γι’ αυτό τη χτύπησε όσο πιο ελαφρά μπορούσε. Ακούστηκε ένας ξύλινος ήχος μέσα στη σιωπή. Ο Στάθης ένιωσε ανοίκεια. Προκάλεσε τόσο ισχυρό θόρυβο μέσα στο σκοτάδι που ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί. Ξεροκατάπιε και ψέλλισε:

-Δέμα για την Κυρία Παπαδοπούλου.

-Περάστε! Είναι ανοιχτά! Ακούστηκε μια φωνή μέσα από το σπίτι.

Ο Στάθης μόλις που έσπρωξε την πόρτα με τα δάχτυλά του κι αυτή άνοιξε. Το σπίτι που τους παρουσιάστηκε δεν είχε μεγάλη διαφορά από την εξώπορτά του. Μικρό, με ελάχιστα έπιπλα και σκασμένους σοβάδες στους τοίχους. Η πανάρχαια τηλεόραση βούιζε στο μικρό σαλόνι και συνέχεια έκανε νερά και γκρίζαρε. Η κυρία Παπαδοπούλου κρατούσε αγκαλιά ένα μωρό το οποίο είχε μόλις αρχίσει να κλαίει από την ξαφνική αλλαγή στην τάξη πραγμάτων στο μικροσκοπικό διαμέρισμα. Το τάιζε με ένα μπιμπερό και το κουνούσε πέρα-δώθε για να το ξεγελάσει και να σταματήσει να κλαίει. Υπνώττουσα σκόνη εβδομάδων αγκάλιαζε τα παλιά έπιπλα, ενώ στη μέση του σαλονιού στεκόταν ένα σκοροφαγωμένο Χριστουγεννιάτικο δέντρο, με ελάχιστα στολίδια, εκ των οποίων τα μισά και παραπάνω ήταν σπασμένα. Μερικά λαμπάκια το κοσμούσαν, αλλά η ζεστή λάμψη τους στο φτωχό σπίτι έδινε μια νότα μιζέριας στο σκηνικό. Δίπλα από το δέντρο στεκόταν η μεγαλύτερη κόρη της κυρίας Παπαδοπούλου, η εννιάχρονη Έλλη, η οποία είχε τα χέρια της πίσω από την πλάτη της και κοιτούσε ερευνητικά τους δύο αγνώστους. Ο Άγιος Βασίλης της χαμογέλασε τρυφερά, όπως μόνο αυτός ήξερε, κι αυτή ντράπηκε και χώθηκε πίσω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο.

-Με συγχωρείτε πολύ που σας καθυστερώ, είπε η κυρία Παπαδοπούλου. Βλέπετε, ταΐζω το μωρό, έχω μόνο δυο χέρια η καημένη. Έλα αγάπη μου, μη κλαις, ώπα, ώπα, ώπαλάκια, ποιο είναι το καλύτερο μωρό; Ποιο είναι το δικό μου μωρό; Αυτό είναι! Ναι, ααααυτό είναι το αγαπημένο μου μωρό! Αααααυτό!

Η μικρή Μαρία στα χέρια της μαμάς της γέλασε με έναν τρόπο που μόνο το μωρά μπορούν και το γέλιο της πλημμύρισε το φτωχό σπίτι, δίνοντάς του μια γλυκιά ζεστασιά που έκανε τους δύο άντρες να χαμογελάσουν.

-Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, είπε ο Στάθης χαμογελώντας. Πόσο καιρό είχε να χαμογελάσει έτσι ο Στάθης; Ούτε ο ίδιος δε θυμόταν.

Η κυρία Παπαδοπούλου έβαλε την μικρή Μαρία που κουνούσε μανιωδώς τα χέρια της και τα πόδια της στην κούνια της, η οποία με κάθε της κίνηση έτριζε. Γύρισε προς τους δύο άντρες. Ήταν όμορφη, τόσο όμορφη η κυρία Νάντια, όμως η ζωή της είχε σημαδέψει το πρόσωπο πριν την ώρα της. Είχαν περάσει από πάνω της πολύ λίγα χρόνια, με το ζόρι 30. Ο Στάθης αναρωτήθηκε πως γίνεται τα χρόνια να έχουν την ίδια αξία για όλους. Τα δικά της 30 ήταν για άλλους 60. Μια δική της μέρα ήταν για άλλους μια εβδομάδα. Έκανε δύο δουλειές, πρωί-βράδυ, για ένα κομμάτι ψωμί. Ο άντρας της την εγκατέλειψε όταν γεννήθηκε η Μαρία. Αποφάσισε πως αυτό το σπίτι δεν τον κρατούσε άλλο. Ούτε ήξερε η Νάντια που είναι ο άντρας της. Μια στο τόσο την έπαιρνε τηλέφωνο και της ζητούσε να μιλήσει με τα παιδιά του. Τι να έκανε, παιδιά του ήταν.

-Λοιπόν, αυτό είναι το δέμα; Ρώτησε η κυρία Παπαδοπούλου.

-Ναι, ναι, αυτό είναι, είπε ο Στάθης. Υπογράψτε εδώ, παρακαλώ… έτσι, ναι, τέλεια, ευχαριστώ πολύ.

Η κυρία Παπαδοπούλου άνοιξε το πακέτο και χαμογέλασε.

-Έλλη, έλα να δεις! Η γιαγιά σου έστειλε κάτι από το χωριό!

Η Έλλη ήρθε τρέχοντας, ρίχνοντας μερικές καχύποπτες ματιές στους δύο άντρες. Η μητέρα της της έδωσε έναν μεγάλο λούτρινο αρκούδο. Αυτή τον αγκάλιασε σφιχτά για αρκετά δευτερόλεπτα, γύρισε, κοίταξε τον Άγιο Βασίλη στα μάτι και τον ρώτησε:

-Είσαι ο Άγιος Βασίλης;

Ο Άγιος γέλασε και της είπε:

-Ω, όχι γλυκιά μου, δεν είμαι ο Άγιος Βασίλης. Τι σε κάνει να το πιστεύεις αυτό;

-Η μαμά μου λέει πως ο Άγιος Βασίλης φέρνει τα δώρα, είναι χοντρός και έχει μια μεγάλη λευκή γενειάδα!

Η κυρία Παπαδοπούλου γούρλωσε τα μάτια της. Οι δύο άντρες γέλασαν και το ίδιο έκανε και η Έλλη. Όταν γελούσαν οι μεγάλοι, γελούσε κι αυτή. Κάτι παραπάνω ήξεραν.

-Έλλη! Είπε η κυρία Νάντια στην κόρη της. Ντροπή σου! Ζήτα αμέσως συγγνώμη στον κύριο.

-Ω, μα δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος! Είπε ο Άγιος Βασίλης. Χαμογελώντας, έσκυψε στα γόνατά του και ήρθε στο ύψος της Έλλης.

-Ξέρεις, μικρή μου Έλλη, μπορεί να μην είμαι ο Άγιος Βασίλης, όμως είμαι φίλος του! Θέλεις μήπως να του πω κάτι για εσένα; Τη ρώτησε, ενώ ταυτόχρονα κοιτούσε τη μαμά της η οποία χαμογελούσε.

-Ναι, ναι! Του είπε η Έλλη, ενώ κουνούσε πέρα-δώθε τον αρκούδο της από αμηχανία. Θέλω να του πεις, κύριε με τη λευκή γενειάδα, πως σήμερα το βράδυ που θα έρθει, δε θέλω να μου φέρει κανένα δώρο. Φέτος μου πήρε δώρο η γιαγιά. Φέτος το μόνο που θέλω, είναι αύριο όταν ξυπνήσω να μη λείπει η μαμά μου στη δουλειά. Θέλω να ξυπνήσω και να είναι στο σπίτι, σαν να είναι Χριστούγεννα. Ναι, αυτό να του πεις κύριε! Θέλω αύριο όταν ξυπνήσω να είναι Χριστούγεννα!

Το χαμόγελο πάγωσε στο στόμα του Αγίου Βασίλη. Στο πρόσωπο της μικρής Έλλης ζωγραφίστηκε η μικροπρέπειά του σε όλο της το μεγαλείο. Πώς τολμάς, γελοίε, είπε στον εαυτό του, να στερείς από ένα παιδί τα Χριστούγεννα;

Με μάτι λίγο περισσότερο υγρά απ’ ό,τι συνήθως, ο Άγιος Βασίλης κοίταξε το μικρό κορίτσι βαθιά στα μάτια και της είπε:

-Να είσαι σίγουρη, γλυκιά μου, πως αύριο που θα ξυπνήσεις θα είναι Χριστούγεννα.

Ο Άγιος σηκώθηκε και έριξε στον Στάθη μια ματιά γεμάτη νόημα. Ήταν από αυτές τις ματιές μπροστά στις οποίες τα λόγια ωχριούν. Χαιρέτησαν ευγενικά, έκλεισαν σιγά-σιγά την λεπτή πόρτα και κατέβηκαν τις σκάλες. Ο Στάθης ήξερε καλά πως ο Άγιος Βασίλης δε μπορούσε να αθετήσει μια υπόσχεση που έδωσε σε ένα μικρό παιδί. Αυτό που τον προβλημάτιζε περισσότερο όμως, ήταν το γεγονός πως αυτό το ρημάδι το χαμόγελο δεν έλεγε να φύγει από το πρόσωπό του. Μπροστά από το μηχανάκι, ο Άγιος πήρε ένα εξομολογητικό ύφος και μίλησε στον Στάθη.

-Ξέρεις, Στάθη παιδί μου…

-Άσ’ το, Άγιε, του είπε ο Στάθης χαμογελώντας. Μη πεις τίποτα. Ανέβα στο μηχανάκι, ας μη χάνουμε χρόνο.

Ο Άγιος Βασίλης τον κοίταξε με μεγάλα μάτια γεμάτα ερωτηματικά.

-Πώς ήξερες, Στάθη παιδί μου, τι ήθελα να σου πω;

-Ας πούμε πως μετά από μια ολόκληρη μέρα που περάσαμε μαζί, μπορώ κι εγώ να διαβάζω τη σκέψη σου, του είπε ο Στάθης κλείνοντάς του το μάτι.

Κι έτσι ανέβηκαν στο μηχανάκι, για πρώτη φορά με έναν σκοπό αμιγώς Χριστουγεννιάτικο.

11

-Θα συνεχίσεις ευθεία, είπε ο Άγιος στον Στάθη πάνω στο μηχανάκι με τον αέρα να χτυπά δυνατά πάνω στο πρόσωπό του, και θα έχεις το νου σου μήπως δεις κανένα μαγαζί με Χριστουγεννιάτικα ανοιχτό. Είναι η μόνη μας ελπίδα να βρούμε το οτιδήποτε Χριστουγεννιάτικο τέτοια ώρα, γι’ αυτό Στάθη παιδί μου έχε το νου σου! Έχε το νου σου, σε παρακαλώ πολύ!

Ο Στάθης οδηγούσε με σκοπό. Για πρώτη φορά εκείνη την τελευταία μέρα του χρόνου, ένιωθε πως έκανε κάτι σημαντικό. Ένιωθε πως είχε κι αυτός βάλει το χεράκι του στο να σωθούν τα Χριστούγεννα εκείνου του κοριτσιού. Μόνο να μπορούσε να σταματήσει να χαμογελά σαν ηλίθιος. Μόνο αυτό, και όλα θα ήταν τέλεια.

Το κέντρο ήταν Χριστουγεννιάτικα στολισμένο. Υπήρχαν παντού λαμπάκια, φάτνες και καρουζέλ. Οι άνθρωποι είχαν σχεδόν όλοι μαζευτεί στα σπίτια τους και προετοιμάζονταν για τον καινούριο χρόνο. Ο παλιός χρόνος καθόταν στη γωνία του κλαίγοντας και μετρώντας αντίστροφα για το τέλος του. Είχε προετοιμαστεί, ήταν άλλωστε πολύ κουρασμένος. Είχε δουλέψει 365 μέρες χωρίς σταματημό, και επιτέλους θα ξεκούραζε τα μάτια του. Τώρα όμως που πλησίαζε το τέλος του, ευχόταν όλο και περισσότερο να μην έρθει ποτέ. Χάθηκε, σκεφτόταν, να μην τελειώσει ποτέ ο χρόνος και να ζήσω για πάντα; Κι ας δουλεύω κάθε μέρα, δε θα ξαναπαραπονεθώ ποτέ!

Η Εγνατία ήταν αισθητά πιο άδεια. Για πρώτη φορά στη διάρκεια εκείνης της τεράστιας και κουραστικής ημέρας, ο Στάθης δεν χρειαζόταν να ελίσσεται ανάμεσα στα οχήματα, απλούστατα επειδή αυτά δεν ήταν εκεί. Πάνω στην Εγνατία, ο Στάθης και ο Άγιος κοιτούσαν εξεταστικά κάθε τελευταία γωνιά του δρόμου, μήπως και όλως τυχαίως εντοπίσουν κάποιο μαγαζί με Χριστουγεννιάτικα. Ο Στάθης, αν και ήταν αγχωμένος γιατί η ώρα ήταν περασμένη, βαθιά μέσα του ήξερε πως τίποτα δεν μπορούσε να πάει στραβά. Πώς να πάει κάτι στραβά Χριστουγεννιάτικα με τον Άγιο Βασίλη δίπλα του; Ένιωσε ένα περίεργο δέσιμο με αυτόν τον γέρο, που μόλις πριν λίγες ώρες είχε βρει σχεδόν αναίσθητο σε ένα στενό. Αυτός ο γέρος ήξερε καλύτερα απ’ τον οποιονδήποτε τι πάει να πει να παραδίδεις πακέτα την τελευταία ημέρα του χρόνου. Ένιωσε πως αυτό που έκανε, ίσως ήταν και λιγάκι χρήσιμο. Ένιωσε πόσο σπουδαίο ήταν να μοιράζεις αυτή τη χαρά στους ανθρώπους, κι ας τρως όλο αυτό το κρύο στα μούτρα χωρίς ανταμοιβή.

Κοιτάζοντας αριστερά στην Ίωνος Δραγούμη, ο Στάθης είδε με την άκρη του ματιού του το μαγαζί με τα εποχιακά είδη SANDRA. Ένας άντρας έβγαινε έξω και ετοιμαζόταν να κλειδώσει την πόρτα για το κλείσιμο. Ο Στάθης κοκκάλωσε τα φρένα, διέσχισε κάθετα το αντίθετο ρεύμα ανάμεσα από διερχόμενα αυτοκίνητα τα οποία τον κόρναραν και από οδηγούς που τον έβριζαν μανιασμένα, καβάλησε το πεζοδρόμιο και σταμάτησε ακριβώς δίπλα στον έντρομο άντρα ο οποίος είχε γουρλώσει τα μάτια και κοίταζε τους δύο άντρες να του φωνάζουν ακαταλαβίστικα πράγματα. Η επικίνδυνη οδήγηση του Στάθη τους έσωσε την τελευταία στιγμή.

-Είναι άκρως επείγον, σας παρακαλώ μην κλείνετε, είπε ο Άγιος Βασίλης.

-Φίλε κάνε μας τη χάρη και μην βάλεις λουκέτο ακόμη, ούτε δυο λεπτά δε θα κάνουμε, στο λόγο μου, φώναξε ο Στάθης.

Ο υπάλληλος δεν πρόλαβε να μιλήσει. Οι δύο άντρες τον έσυραν από το γιλέκο μέσα στο μαγαζί, ενώ ταυτόχρονα έπαιρναν από τους διαδρόμους ό,τι Χριστουγεννιάτικο μπορούσαν να βρουν. Μία γιρλάντα, ένα όμορφο στολίδι, έναν Άγιο Βασίλη που έπαιζε σαξόφωνο και τραγουδούσε και μια χιονόμπαλα που είχε μέσα ένα λευκό χωριό. Ο υπάλληλος μπήκε πίσω απ’ το ταμείο και ο Άγιος Βασίλης του είπε:

-Σας παρακαλώ πάρα πολύ, πείτε μου πως έχετε μια στολή Αγίου Βασίλη!

Ο άντρας γέλασε χαιρέκακα, κοίταξε τον Άγιο και του απάντησε:

-Τι σας κάνει, κύριέ μου, να πιστεύετε πως έχω στολές Αγίου Βασίλη μερικές ώρες πριν την αλλαγή του χρόνου; Έχουν πωληθεί όλες εδώ και 2 εβδομάδες! Δεν υπάρχει περίπτωση να βρείτε πουθενά τέτοια ώρα!

Ο Άγιος απελπίστηκε. Το βλέμμα του έπεσε στο πάτωμα και καμπούριασε από στενοχώρια. Αυτό ήταν, η μικρή Έλλη δεν θα έκανε Χριστούγεννα εξαιτίας του. Οι ανοησίες του και τα καπρίτσια του θα στερούσαν τη χαρά από χιλιάδες παιδιά. Μα πώς μπορούσε να είναι τόσο αναίσθητος; Πώς μπόρεσε να θυμώσει με τους ανθρώπους και να τιμωρήσει τα παιδιά; Ένιωσε τόσο μικρός, που ήταν σίγουρος πως μπορούσε να χωρέσει μέσα σε μία τσέπη. Ήταν υπεύθυνος για την μεγαλύτερη καταστροφή: την ημέρα που θα δυστυχούσαν χιλιάδες παιδιά. Κι όλα αυτά, μονάχα εξαιτίας του.

Ο Άγιος έκανε να φύγει.

-Πάμε, Στάθη παιδί μου, του είπε με μπάσα φωνή και υγρά μάτια.

Ο Στάθης όμως τον έπιασε γερά από το μπράτσο, τον κοίταξε βαθιά στα μάτια και του είπε:

-Άκου να σου πω κάτι Άγιε και θα το βάλεις καλά στο μυαλό σου. Εδώ και πόσα χρόνια έχεις πάρει στους ώμους σου την ευθύνη της ευτυχίας των παιδιών. Βρέξει/χιονίσει, μια φορά το χρόνο ανεβαίνεις στο έλκηθρό σου και πετάς πάνω από τις πολιτείες, χαρίζοντας απλόχερα δώρα σε όλα τα παιδιά. Είσαι ο πιο ευγενικός και σπουδαίος άνθρωπος σ’ αυτόν τον κόσμο. Είσαι ο λόγος που είμαι περήφανος που είμαι άνθρωπος, γιατί κάνεις κάτι όμορφο με μοναδική ανταμοιβή ένα παιδικό χαμόγελο που δεν βλέπεις καν. Είσαι το πιο υπέροχο παραμύθι -μα τι λέω, είσαι δεκάδες φορές σπουδαιότερος από παραμύθι, γιατί είσαι αληθινός! Είσαι ο λόγος που χιλιάδες παιδιά πετάνε από χαρά την πρώτη ημέρα του χρόνου, βρίσκοντας δώρα κάτω από το δέντρο. Είσαι ο λόγος που φτωχά παιδιά έχουν κι αυτά δικαίωμα στο όνειρο. Όλοι έχουν δικαίωμα στο όνειρο, μα όλοι έχουν δικαίωμα και στο λάθος. Δεν είναι όμως τα λάθη μας που μας χαρακτηρίζουν· είναι ο τρόπος που τα ξεπερνάμε, σηκωνόμαστε και συνεχίζουμε. Έχεις ακόμη χρόνο να το φτιάξεις αυτό το μπάχαλο που έκανες. Το χρωστάς πρωτίστως στα χιλιάδες παιδιά που σε περιμένουν απόψε τα μεσάνυχτα. Γι’ αυτό, σε παρακαλώ πολύ, μη σταματήσεις τώρα. Έχεις κάνει πάρα πολύ δρόμο για να σταματήσεις τώρα, μ’ ακούς;!

Κοιτώντας τον υπάλληλο και τρίζοντας τα δόντια του, ο Στάθης τον πλησίασε και του έριξε μια φλογερή ματιά.

-Όσο για σένα, δε ξέρω τι θα κάνεις, όμως θα κουνηθείς, θα μπεις στην αποθήκη σου, θα την κάνεις φύλλο και φτερό και θα μας φέρεις μια στολή Άγιου Βασίλη. Δε ξέρω πού θα τη βρεις, στην ανάγκη θα την ράψεις μόνος σου, αλλά όταν βγεις από εκεί μέσα θα κρατάς μια στολή στο χέρι σου, αλλιώς θα το κάνω το μαγαζί σου καλοκαιρινό, με κατάλαβες;

Ο άντρας έκανε μερικά πίσω βήματα χωρίς να πάρει το βλέμμα του από τον Στάθη και μπήκε στην αποθήκη. Ο Άγιος Βασίλης κοιτούσε τον Στάθη. Μερικές φορές ακόμη κι αυτός ο πάνσοφος γέρος χρειαζόταν ένα σπρώξιμο από ένα “κωλόπαιδο”. Ο Άγιος χαμογέλασε. Είχε πολλά να μάθει ακόμη, ιδίως από κάτι κωλόπαιδα σαν τον Στάθη. Αν είχε αυτά τα κωλόπαιδα ο κόσμος, δε φοβόταν τίποτα. Ο κόσμος ήταν σε πολύ καλά χέρια.

Λίγα λεπτά αργότερα τα οποία φάνηκαν αιώνες στους δύο άντρες, ο υπάλληλος βγήκε έξω κρατώντας μια στολή Αγίου Βασίλη, μαζί με ένα κατακόκκινο σάκο που είχε μέσα έναν σκούφο.

-Αυτή εδώ η στολή είναι μεταχειρισμένη, τους είπε στραβοκαταπίνοντας. Αν την πουλήσω, θα με βάλουν μέσα. Την βρήκε ένα παιδί που δουλεύει εδώ σε ένα στενό δίπλα στη Δημητρίου Γούναρη, δίπλα από έναν λιπόθυμο σουρωμένο και μύριζε τσιγαρίλα και αλκοόλ.

Ο Άγιος Βασίλης κοίταξε με ανοιχτό το στόμα τη στολή:

-Μα την πίστη μου… Αυτή είναι η στολή μου!

Χωρίς να χάσει χρόνο, έβαλε τη στολή, πέταξε όλα τα πράγματα μέσα στον σάκο και έβαλε τον σκούφο του. Ξερόβηξε, κούνησε το κεφάλι του και -ως δια μαγείας- μια μυστήρια αύρα αναδύθηκε από μέσα του. Η γενειάδα του έγινε πιο λευκή, το βλέμμα του δεν ήταν πλέον κουρασμένο. Η κοιλιά του πήρε όλο της το μεγαλείο και η φωνή του δεν ήταν πια ξεψυχισμένη και βραχνή.

-ΧΟΧΟΧΟ, φώναξε μέσα στο άδειο μαγαζί.

Η φωνή του αντήχησε μεγαλοπρεπής στους διακοσμημένους τοίχους. Η θωριά του, για πρώτη φορά εκείνη την τελευταία ημέρα του χρόνου, φάνηκε πραγματικά εντυπωσιακή.

-Πάμε, Στάθη παιδί μου! Με περιμένει πολύ μεγάλη νύχτα απόψε!

Έβγαλε από την τσέπη του ένα ρολό χαρτονομίσματα και τα πέταξε πάνω στον πάγκο. Κοίταξε τον υπάλληλο στα μάτια και του είπε:

-Ποτέ δεν ξέρεις ποιον θα βοηθήσεις την τελευταία μέρα του χρόνου, καλέ μου άνθρωπε! Καλά Χριστούγεννα!

Έφυγαν τρέχοντας, καβάλησαν το μηχανάκι του Στάθη κι εξαφανίστηκαν πάνω στη Μοναστηρίου, ένας νεαρός κι ένας γέρος με στολή Αγίου Βασίλη, ο οποίος απέπνεε μια τέτοια αύρα που, αν τον έβλεπε ένας νοήμων άνθρωπος, θα έκανε τον σταυρό του και θα έλεγε στον εαυτό του:

-Άσε τις ανοησίες. Αυτά είναι παραμύθια για νήπια και καθυστερημένους.

Πίσω στο μαγαζί, ο υπάλληλος μέτρησε τα λεφτά, χαμογέλασε και ψέλλισε:

-Ρε, κάτι παλαβούς που συναντάς Χριστουγεννιάτικα… Τουλάχιστον πληρώνουν καλά. Άντε, και καλή μας χρονιά!

(συνεχίζεται εδώ)

Advertisements