ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ – PART VII

(το προηγούμενο εδώ)

12

Ο Στάθης ένιωθε λίγο περίεργα με τον Άγιο ντυμένο με τα ρούχα της δουλειάς του. Κι ας το ήξερε εδώ και πολλές ώρες πως αυτός ο παππούλης ήταν ο Άγιος Βασίλης. Ο κόσμος τους κοιτούσε με μεγάλη περιέργεια. Οι περισσότεροι τους περνούσαν για παλαβούς, μερικοί πίστευαν πως είναι ηθοποιοί οι οποίοι τρέχουν για να παίξουν τον Άγιο Βασίλη σε ένα σπίτι σαν αυτό της κυρίας Αρχοντίδου, αλλά κανείς δεν πίστεψε, ούτε καν για μια τόση δα στιγμή, πως αυτός ο παππούς με τη λευκή γενειάδα είναι ο Άγιος Βασίλης. Οι άνθρωποι μπορεί να πιστέψουν τα πιο τρελά πράγματα, αλλά τις περισσότερες φορές δυσκολεύονται με την αλήθεια που βρίσκεται μπροστά στα μάτια τους.

Μα πώς είχε αλλάξει έτσι ο Άγιος Βασίλης; Ο Στάθης μύριζε Χριστούγεννα στον αέρα, παρά το γεγονός πως ο τσουχτερός αέρας έπαιρνε τη μυρωδιά μακριά. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να τους ακολουθήσει πάνω στη Μοναστηρίου και να τους εντοπίσει, μονάχα από την εορταστικότητα που απέπνεε ο Άγιος Βασίλης. Ο Στάθης δεν είχε κάτσει καθόλου εκείνη την τελευταία ημέρα του χρόνου να φιλοσοφήσει τη γνωριμία αυτή. Είχε κάμποσα πράγματα να αναθεωρήσει στη σφαίρα του μεταφυσικού. Θα ήταν σίγουρα όλα πιο εύκολα αν υπήρχε μια λογική εξήγηση. Ο Στάθης έστυβε το μυαλό του. Σίγουρα, μουρμούριζε, υπάρχει μια λογική εξήγηση. Τίποτα δε στέκεται σ’ αυτόν τον κόσμο χωρίς τους φυσικούς νόμους, κι όλα τα’ άλλα είναι σαχλαμάρες. Δε μπορεί, σκεφτόταν. Δε μπορεί να αιωρείται αυτό το έλκηθρο στον αέρα! Δε μπορεί αυτοί οι καταραμένοι τάρανδοι να πετάνε κι αυτός ο γέρος να είναι 400 χρονών! Όχι, αποκλείεται, έλεγε ο Στάθης στον εαυτό του. Για όλα, μουρμούριζε για να καθησυχάσει την καρδιά του, υπάρχει μια λογική εξήγ…

Εκείνη τη στιγμή, ο Άγιος τοποθέτησε το δεξί του χέρι στον ώμο του Στάθη. Του χαμογελούσε, το ήξερε, ένιωθε τη λάμψη στην πλάτη του χωρίς να γυρίσει. Ο Άγιος έσκυψε λίγο μπροστά και ψιθύρισε στο αυτί του Στάθη:

-Όλα θα βγάλουν κάποτε νόημα, Στάθη παιδί μου. Μην κουράζεις τώρα το μυαλό σου.

Οι παλμοί του Στάθη ηρέμησαν. Ζόρικο πράγμα οι σκέψεις. Πόσο εύκολα μπορείς να χαθείς εκεί μέσα; Μια στο τόσο χρειάζεσαι ένα χάδι και μια κουβέντα, πριν χαθείς ολότελα σε μονοπάτια ανεξερεύνητα. Στο κάτω-κάτω, ο Άγιος ήταν εκεί, μαζί του όλη την ημέρα. Έκλαψε μπροστά του, γέλασε, ανέβηκε σκάλες. Του διηγήθηκε ιστορίες, τον ηρέμησε, τον ταξίδεψε. Θα ήταν πολύ ανόητος αν δεν πίστευε στον φίλο του, αυτόν τον αγαπημένο και ευγενικό γεράκο που τον φώναζαν Βασίλη.

Πλησίαζαν στη Μενεμένη πολύ πιο γρήγορα απ’ την προηγούμενη φορά. Σας συμβαίνει κι εσάς όταν πηγαίνετε σε κάποιο μέρος την πρώτη φορά, να σας φαίνεται ο πηγαιμός πολύ μακρύτερος απ’ ό,τι πραγματικά είναι; Ίσως είναι το στοιχείο του αγνώστου που προσθέτει κάτι στη διαδρομή, ένα βάρος, μια αγωνία. Όταν όμως φτάσεις, σκέφτεσαι πόσο ανόητος ήσουν που αγχωνόσουν. Να ‘σαι, έφτασες, αυτό ήταν. Ήταν τόσο δύσκολο; Γρήγορα λοιπόν μαζεύεσαι, ντρέπεσαι για την λιγοψυχία σου και αναλογίζεσαι τι πράμα είναι ο άνθρωπος. Ικανός για τόσο μεγάλα, αλλά και για τα μικρότερα.

Η σιδηροδρομική διάβαση αυτή τη φορά τους έδινε το πράσινο φως. Το τρένο είχε περάσει μόλις δυο λεπτά πριν φτάσουν. Πού να πήγαινε αυτό το τρένο την τελευταία μέρα του χρόνου; Δεν έχουν ενημερώσει τους ανθρώπους πως μέρες σαν αυτές είναι μέρες χαράς; Δεν πρέπει να τις περνάτε στα τρένα αυτές τις μέρες, αντιθέτως πρέπει να τις περνάτε σπίτι σας, χουχουλιασμένοι, τρώγοντας παχυντικά φαγητά και γκρινιάζοντας για τα παραπανίσια κιλά των εορτών. Άουτς, αμάν βρε Στάθη, μην πας τόσο γρήγορα πάνω στις ράγες! Αμάν πια αυτό το παιδί, συνεχώς βιάζεται, κι όταν φτάνει περιμένει τους υπόλοιπους.

Σταμάτησαν ακριβώς κάτω από το σπίτι της μικρής Έλλης. Δυο λυκειόπαιδα που περπατούσαν στο στενό τους κοιτούσαν καχύποπτα. Γέλασαν με τη φορεσιά του Αγίου, βαθιά μέσα τους όμως κάτι τους τσίμπησε την καρδιά γιατί σκέφτηκαν πως είχαν παραμεγαλώσει για τον Άγιο. Ο ένας σκούντηξε τον άλλον και έφυγαν με βιαστικό βήμα. Πόσο γρήγορα μεγαλώνεις στο λύκειο. Κάθε χρονιά κοροϊδεύεις αυτά που έκανες την προηγούμενη. Και κάθε επόμενη, αυτά που κάνεις στην τρέχουσα. Δεν νομίζω πως σταματά ποτέ αυτό. Ναι, νομίζω πως και στον Παράδεισο θα κοιτάς το πώς πέθανες και θα γελάς.

Ο Στάθης κοίταξε τον Άγιο Βασίλη, ο οποίος απέπνεε κάτι το μεγαλειώδες. Ο Άγιος τον κοίταξε στα μάτια, και για πρώτη φορά είδε κάτι το παιδικό. Τον κοιτούσε όπως ένα παιδί κοιτά το αγαπημένο του παιχνίδι, τη μαμά του ή μια μεγάλη σοκολάτα. Όταν τα παιδιά αγαπούν, αγαπούν ολοκληρωτικά και ατέρμονα. Ο έρωτας, η αγάπη, η λατρεία κι ο θαυμασμός είναι επινοήσεις των μεγάλων.

-Να περιμένω εδώ; Τον ρώτησε.

Ο Άγιος τον πλησίασε, του χαμογέλασε, και του είπε:

-Δε θα είχα βγει από το στενό ακόμη, αν δεν ήσουν εσύ. Αν είναι να περιμένει κάποιος κάτω, αυτός θα είμαι εγώ.

Οι δύο άντρες έκαναν ό,τι έκαναν και λίγη ώρα πριν. Η πόρτα άνοιξε με τον ίδιο απόκοσμο θόρυβο. Αναζήτησαν τον διακόπτη. Ο Στάθης τον βρήκε πρώτος, αφού λέρωσε κι αυτός το χέρι του με σκόνη. Τον πάτησε, όμως δεν έγινε τίποτα: το φως είχε επιζήσει αρκετά για να τους δείξει τον δρόμο την πρώτη φορά. Δεν χρειαζόταν πλέον. Ανέβηκαν τη σκάλα στα σκοτεινά, όμως τα βήματα τους πήγαιναν μόνα τους. Όταν έχεις έναν σκοπό, λάμπει σαν πυρσός μέσα στο βαθύ σκοτάδι. Εκεί, μέσα σε μια παλιά πολυκατοικία χαμένη στη Μενεμένη, έλαμπε ένα φως δυνατότερο απ’ όλα τ’ άλλα, κι ας μην έφεγγε ούτε μια σταλιά.

Στον δεύτερο όροφο, στάθηκαν μπροστά στην κλειστή πόρτα. Ο Στάθης είχε πολύ άγχος. Σκεφτόταν τι θα γίνει αν κάποιος είναι ξύπνιος, ή αν ξυπνήσει από τα δικά του άγαρμπα βήματα. Τον γέρο δεν τον φοβόταν, την έκανε χρόνια τη δουλειά, αλλά εκείνος; Μπορεί να μπερδεύονταν τα πόδια του, να έπεφτε και να τα κατέστρεφε όλα. Όμως ο Άγιος, με μία εντυπωσιακή ψυχραιμία που είχε αποκτήσει μετά από τόσα χρόνια, μόλις άγγιξε το πόμολο και κούνησε την κλειδαριά, αυτή υποχώρησε ήρεμα. Ούτε με κλειδί δε θα μπορούσε κάποιος να την ανοίξει πιο γαλήνια.

Μέσα στο σπίτι είχε κρύο. Τα φώτα ήταν σβηστά, το ίδιο και η τηλεόραση που πριν έκανε νερά. Μονάχα τα λαμπάκια του δέντρου έλαμπαν κόκκινα μέσα στο σκοτάδι, και γέμιζαν το σπίτι με μια περίεργη ομορφιά. Ο Στάθης και ο Άγιος, δίχως να πουν κουβέντα, περπάτησαν προς το δέντρο κι άρχισαν να το στολίζουν με στολίδια που μάζεψαν από το μαγαζί. Μπάλες μεγάλες, άσπρες, κόκκινες και μπλε, αστέρια κι αγγελάκια. Γιρλάντες, τάρανδοι, έλκηθρα και κάθε λογής φωτάκια. Μέσα σε λίγα λεπτά, το δέντρο γέμισε τόσο πολύ που ένιωθες πως θα ‘πεφτε. Στολισμένο ασφυκτικά, το δωμάτιο γέμισε Χριστούγεννα, με κάθε λογής λαμπάκια να μετατρέπουν το μίζερο σπίτι σε πολύχρωμη πολιτεία.

Ο Άγιος Βασίλης τότε έβγαλε από την τσέπη του ένα μολύβι κι ένα χαρτί. Στηρίχθηκε στο τραπέζι κι άρχισε να γράφει με όμορφα καλλιγραφικά γράμματα:

Προς την αγαπημένη κυρία Νάντια,

εδώ και 400 περίπου χρόνια, δεν έχω σταματήσει ποτέ να αγαπώ τους ανθρώπους. Μπορεί να είναι άσπλαχνοι, εκδικητικοί και συμφεροντολόγοι, όμως πάντα έχουν κάτι να σου δώσουν. Φέτος, ομολογώ πως έχασα την πίστη μου: σιχάθηκα τη μιζέρια των ανθρώπων. Βαρέθηκα την αγνωμοσύνη τους, την κακία τους και την αδιαφορία τους. Αγανάκτησα με τους ανθρώπους, διότι, αν και είναι ικανοί για τα καλύτερα, πράττουν τα χείριστα. Στα μάτια της κόρης σας διάβασα όλα όσα τα 400 χρόνια σοφίας μου δε μου δίδαξαν ποτέ: να αγαπάς τους ανθρώπους. Να συγχωρείς, να προσπαθείς, να συνεχίζεις. Να είσαι ευχαριστημένος με λίγα, και τα πολλά άσ’ τα για αργότερα. Θαυμάζω τον αγώνα των καθημερινών ανθρώπων, όπως εσείς και η οικογένειά σας. Η ζωή είναι μια συγκυρία, και για μερικούς είναι απείρως ευνοϊκότερη. Συνεχίστε να κάνετε τον κόσμο καλύτερο, με το να χαμογελάτε στα παιδιά σας κάθε πρωί. Το γνωρίζετε καλά, το ξέρω, πως είστε απ’ τους πλουσιότερους ανθρώπους σ’ αυτή τη γη. Φυλάξτε αυτό το γράμμα, κι όταν η μικρή Έλλη μεγαλώσει αρκετά, να της το δείξετε για να καταλάβει πως αυτό που ευχήθηκε, πραγματοποιήθηκε. Όχι μόνο γι’ αυτήν, αλλά για χιλιάδες παιδιά σαν κι αυτήν.

Με όλον τον σεβασμό και την αγάπη που σας αξίζει,

ο γέρος των Χριστουγέννων, Άγιος Βασίλης

Το δίπλωσε με ευλάβεια, το άφησε πάνω στο τραπέζι, κι από πάνω τοποθέτησε ένα τεράστιο πάκο με χαρτονομίσματα. Τα σκουπίδια του ενός, συλλογίστηκε, είναι ο θησαυρός του άλλου.

Περπάτησε προς το δωμάτιο της Έλλης. Περνώντας από το υπνοδωμάτιο, είδε την μαμά να κοιμάται με το μωρό. Στο δωμάτιο της μικρής, τα έπιπλα ήταν ελάχιστα. Το δωμάτιο ήταν μικρό και φτωχικό. Η Έλλη κοιμόταν γαλήνια κι ονειρευόταν ταράνδους, έλατα και χιονισμένες πολιτείες. Ο Άγιος γονάτισε ακριβώς δίπλα στο κεφάλι της μικρής και άφησε στο κομοδίνο την πιο όμορφη χιονόμπαλα. Μια ολόκληρη πολιτεία ήταν κλεισμένη σ’ αυτή τη μπάλα, χιονισμένη, όπως ακριβώς εκείνη στο όνειρο της Έλλης. Ο Άγιος Βασίλης την πλησίασε και της ψιθύρισε στο αυτί:

-Καλά Χριστούγεννα καρδιά μου.

Κάθε κομμάτι στο όνειρο της Έλλης μπήκε στη θέση του. Η πολιτεία ήταν ολοζώντανη και γιορτινή, οι άνθρωποι χαρούμενοι. Ήταν Χριστούγεννα! Η Έλλη χαμογέλασε στον ύπνο της, και το φτωχό σπίτι έγινε από μίζερο, το πιο πλούσιο σπίτι σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Αυτή είναι η δύναμη που κρύβει ένα παιδικό όνειρο, συλλογίστηκε ο Άγιος. Μ’ ένα του χαμόγελο, αλλάζει ολόκληρος ο κόσμος.

Ο Στάθης τον περίμενε στο σαλόνι. Βγήκαν από το σπίτι, έκλεισαν την πόρτα και κατέβηκαν τις σκάλες. Ήταν σαν να μην πέρασε ποτέ κανείς από το σπίτι. Ήταν σαν ένα πνεύμα γιορτινό να μπήκε από τη χαραμάδα της πόρτας, να έλαμψε ένα λαμπρό φως και να μετέτρεψε τη μιζέρια σ’ ευτυχία. Στο μικρό σπίτι, που κανείς δεν πρέπει να τολμήσει να ονομάσει φτωχό, ζούσαν οι τρεις πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι στον κόσμο· κι ας μην είχαν ξεστρατίσει ούτε μια φορά από το όριο των ονείρων τους.

13

-Δηλαδή τώρα θα παραδώσεις τα δώρα κανονικά, όπως κάθε χρόνο; Ρώτησε ο Στάθης τον Άγιο Βασίλη καθώς ανέβαινε στο μηχανάκι του.

-Βεβαίως, Στάθη παιδί μου. Έχω όσο χρόνο χρειάζομαι.

Ο Στάθης ξερόβηξε για να σπάσει την άβολη σιωπή.

-Θέλεις να σε πάω κάπου; Τον ρώτησε. Άλλωστε, δεν έχω και τίποτα να κάνω.

-Δεν χρειάζεται Στάθη· έχω τον τρόπο. Να είσαι καλά, για όλα. Να συνεχίσεις να είσαι αυθεντικός και σωστός. Μου δίνεις κουράγιο, μονάχα κάνοντας αυτό που πρέπει.

-Έλα, άσε αυτά τα γλυκανάλατα ρε γέρο.

Τη στιγμή εκείνη, ο καπνός του Στάθη γλίστρησε από την τσέπη του. Σκύβοντας να τον πάρει, άκουσε τον Άγιο Βασίλη να του λέει:

-Κι άλλωστε, Στάθη παιδί μου, έχεις κι εσύ να κάνεις κάτι σήμερα.

-Τι εννοείς; Τον ρώτησε καθώς σηκώθηκε.

Κι όμως, ο Άγιος δεν ήταν πουθενά. Έκλεισε τα μάτια του, τα ξανάνοιξε, τα έτριψε, κι ήταν ακόμη εξαφανισμένος. Κοίταξε τριγύρω, πουθενά. Τον φώναξε δυο-τρεις φορές, κάτι του απάντησαν κάτι τύποι που ήταν εκεί κοντά, όμως δεν τους έδωσε καμία σημασία. Ο Στάθης δεν ήξερε αν έπρεπε να πιστέψει ακόμη παραπάνω στις δυνάμεις του Αγίου, ή στο γεγονός πως έχανε τα λογικά του. Αποφάσισε πως δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει από το να φύγει· όμως τι εννοούσε ο Άγιος, όταν είπε πως έχει κι αυτός πράγματα να κάνει;

Τη στιγμή εκείνη, κοίταξε ψηλά, κι είδε έναν περίεργο κομήτη να πετά πάνω απ’ το κεφάλι του. Δεν ήταν όμως ούτε πορτοκαλί, ούτε φλεγόμενος. Η ουρά του ήταν ένα έλκηθρο γεμάτο δώρα και μπροστά 9 τάρανδοι το τραβούσαν στο νυχτερινό ουρανό. Μέσα στον ήχο που έκαναν τα κουδουνάκια των ταράνδων, ο Στάθης άκουσε το γέλιο που είχε ακούσει τόσες φορές στη διάρκεια εκείνης της ημέρας: “ΧΟΧΟΧΟ”, κι έναν άγιο Βασίλη να του κουνά το χέρι από μακριά και να εξαφανίζεται για να πετάξει πάνω απ’ όλες τις πολιτείες.

Ο Στάθης ανέβηκε στο μηχανάκι του χαρούμενος. Ποτέ δε ξέρεις πώς θα σου πάει η μέρα, συλλογίστηκε. Ακόμη κι ένας σουρωμένος μέσα σ’ ένα στενό, μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή.

Ο Στάθης οδηγούσε στη Μοναστηρίου, όμως κάτι είχε αλλάξει από όλες τις προηγούμενες φορές· πλέον, δεν πήγαινε σαν παλαβός. Οδηγούσε αργά, με πράο τρόπο, ακολουθώντας σιγά-σιγά το ρεύμα κυκλοφορίας και σιγοτραγουδώντας έναν σκοπό:

Δεν είσαι δαίμονας στη γη, στην κόλαση είσ’ αγγελούδι

κι αν δε γυρίσεις σελίδα θα τελειώσει το τραγούδι

Κάθε άστρο στον ουρανό έλαμπε σαν να ήταν ο Άγιος Βασίλης. Ο Στάθης κοιτούσε πάνω και συλλογιζόταν πως ο ουρανός απέχει μονάχα ένα βήμα. Μόλις πριν από λίγο, είχε πάνω στο μηχανάκι του το πιο λαμπρό αστέρι.

Ο Στάθης έκανε δεξιά και σταμάτησε πάνω στη Μοναστηρίου. Μπήκε σε ένα μίνι-μάρκετ, πήρε δυο μπύρες, πλήρωσε τον υπάλληλο και του είπε να κρατήσει τα ρέστα. Βγήκε έξω, έκανε μερικά μέτρα και πήρε να ανεβαίνει τις σκάλες για την είσοδο μιας πολυκατοικίας. Να συγχωρείς, ρε, φώναζε στον εαυτό του. Να αγαπάς και να συγχωρείς! Μόνο έτσι γίνεται!

Καθώς χτύπησε το θυροτηλέφωνο, ακούστηκε η γεμάτη απορία φωνή του Κώστα να ρωτά “ποιος είναι;” Ο Στάθης τότε χαμογέλασε και φώναξε με όλη του τη δύναμη γι’ άλλη μια φορά:

-Μόνο έτσι γίνεται!

ΤΕΛΟΣ

Advertisements