ΟΙ ΠΑΡΕΕΣ ΤΩΝ ΡΑΔΙΟΦΩΝΩΝ

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2017. Η εξεταστική πλησίαζε στο τέλος της. Την Παρασκευή παρέδιδα εργασία και έγραφα το τελευταίο μάθημα, γι’ αυτό πήγα στη βιβλιοθήκη του ΑΠΘ να διαβάσω. Πήγα λοιπόν, βρήκα θέση -μετά από ψάξιμο μισής ώρας-, έβγαλα όλα μου τα βιβλία και την κασετίνα μου, έκατσα και, αφού σκρόλαρα λίγο στο Facebook, συνειδητοποίησα πως σε λίγη ώρα, στις 4, έχουν εκπομπή στο ραδιόφωνο δύο συμφοιτήτριές μου. Όπως καταλαβαίνετε, σηκώθηκα, έβαλα όλα μου τα βιβλία πίσω στην τσάντα, δέχθηκα τα υποτιμητικά βλέμματα των τριγύρω γιατί έκατσα-δεν έκατσα 5 λεπτά και εξαφανίστηκα με βήμα ταχύ.

Η Βιολέτα και η Ελένη έχουν αρκετό καιρό την εκπομπή τους (Indigo Sounds στο Radio Nowhere), παρόλα αυτά μόλις την προηγούμενη εβδομάδα αξιώθηκα να δώσω το «παρών». Η αλήθεια είναι πως ανέκαθεν μου άρεσε το ραδιόφωνο, επηρεασμένος από τον πατέρα μου που του έχει απίστευτη αδυναμία. Δε μοιράζομαι το ίδιο πάθος, όμως πάντα με μάγευε η ιδιαίτερη σχέση που σου επιτρέπει να αποκτήσεις με τους ακροατές σου. Αυτή η μαγική συντροφιά που σου κρατά και αυτά τα αστεία που το ραδιόφωνο τα κάνει λίγο πιο «παρεΐστικα».

Με το ραδιόφωνο έχω ιδιαίτερη σχέση από μικρός, από τότε που ο πατέρας μου με πήρε πρώτη φορά στο Ράδιο Θεσσαλονίκη. Θυμάμαι ακόμη την πρώτη μέρα: πρώτα έκανε εκπομπή ο Διαμαντόπουλος, μετά ο Στρατάκης και μετά ο πατέρας μου. Η εκπομπή του Στρατάκη κρατούσε 15 μόλις λεπτά· 15 λεπτά θυμού και φωνών.

Ο κύριος Στρατάκης κατά πάσα πιθανότητα δεν ήταν έτσι όπως έχει χαραχθεί στη μνήμη μου. Στα παιδικά μου μάτια τον έβλεπα συνοφρυωμένο με μουστάκι, να μπαίνει θυμωμένα στο στούντιο, να φωνάζει 15 λεπτά και να φεύγει. Θυμάμαι πως όταν ο πατέρας μου με γνώρισε στον κύριο Στρατάκη ως «μικρό Βασιλάκη» -ακόμη έτσι με φωνάζει-, είχα πολλή αγωνία «επειδή ο κύριος Στρατάκης όλο φωνάζει». Ο κύριος Στρατάκης όμως μου είπε κάτι που δε θα ξεχάσω ποτέ. Με ρώτησε αν μου αρέσει το ραδιόφωνο, και του είπα πως μου αρέσει πάρα πολύ, όμως με εκνευρίζει πολύ που όλες αυτές οι διαφημίσεις μπαίνουν στη ροή των εκπομπών. Αυτός γέλασε και μου είπε: «Βασιλάκη αγόρι μου, δεν μπαίνουν οι διαφημίσεις στη ροή των εκπομπών… Οι εκπομπές μπαίνουν στη ροή των διαφημίσεων». Και κάπως έτσι έφαγα μια «σφαλιάρα» σοφίας, την οποία μπορούσα να εξαργυρώσω μονάχα πολλά χρόνια μετά. Κύριε Στρατάκη, αν διαβάζετε, σας ευχαριστώ.

Την Δευτέρα εκείνη, αρκετά πλέον χρόνια μεγαλύτερος, έψαξα αρκετή ώρα παρκάρισμα. Τελικά βρήκα στη ρωμαϊκή αγορά, μετά κόπων και βασάνων. Δεν αγχωνόμουν, είχα αρκετό χρόνο. Έβγαζα τις καθιερωμένες φωτογραφίες -ξέρετε, αυτές που εμφανίζονται μπροστά σας καθώς με διαβάζετε-, όταν είδα έναν κύριο μαζί με την κόρη του να με κοιτά ασκαρδαμυκτί μέσα από την φωτογραφία που τον είχα μόλις τραβήξει:

-Είσαι αρχάριος φωτογράφος νεαρέ;

-Ορίστε; Ε, τι να σας πω, βασικά…

-Ναι, προφανώς είσαι αρχάριος. Φαίνεται.

-Φαίνεται; Τι εννοείτε «φαίνεται»;

Ο κύριος με τα γκρίζα μακριά μαλλιά άρχισε να μου εξηγεί πώς πρέπει να κρατώ την κάμερα. Με κατσάδιασε γιατί δεν ερεύνησα περισσότερο ποια κάμερα να αγοράσω και μου είπε πως είναι επαγγελματίας. Τα μάτια του ήταν πολύ εκφραστικά καθώς με επέπληττε με μια περίεργη οικειότητα, η οποία είχε τόσο καλοπροαίρετο και πατρικό χαρακτήρα που μόνο να χαμογελάω μπορούσα. Η κόρη του του έλεγε συνεχώς πως με έχει πάρει από τα μούτρα και να με αφήσει ήσυχο να βγάλω φωτογραφίες. Του εξήγησα πως δεν είμαι φωτογράφος και του έδωσα μια κάρτα. Η κόρη του αναγνώρισε το επίθετο και ανέφερε κάποιους κοινούς γνωστούς. Εν συντομία, η Θεσσαλονίκη έκανε πάλι το θαύμα της. Πόσο διαφορετική θα ήταν όμως αυτή η συνάντηση, αν του είχα πει «δε μας χέζεις μεσημεριάτικα»;

Η κουβέντα κράτησε περισσότερη ώρα απ’ όση υπολόγιζα και συνειδητοποίησα πως η εκπομπή αρχίζει σε λιγότερο από 10 λεπτά. Έφυγα με βήμα ταχύ προς τον σταθμό, γεμάτος άγχος πως έχω αργήσει. Σταμάτησα και πήρα έναν καφέ -χωρίς καφέ δεν πας πουθενά- και με την ψυχή στο στόμα έφτασα στο στούντιο στις 4 παρά 2. Η Βιολέτα (η οποία είναι γνωστή και ως très violette, fashion blogger που διαβάζω ακόμη κι εγώ κι ας είμαι παντελώς άσχετος σε θέματα μόδας) μου άνοιξε και μου είπε να περάσω. Σαν στο σπίτι σου, μου είπε. Και όντως, κάπως έτσι ένιωσα σ’ εκείνο το ραδιοφωνικό στούντιο. Σαν να είμαι σπίτι μου, καθισμένος σε αναπαυτικό καναπέ με την παρέα μου, ακούγοντας μουσική, ενοχλώντας ελαφρώς τους γείτονες.

Η Ελένη καθόταν δίπλα στη Βιολέτα και εξηγούσε την ιστορία που κρύβει κάθε κομμάτι που αναμεταδίδουν. Μετά έκανε το ίδιο η Βιολέτα. Το Lullaby από Cure και οι φοβίες μας να κοιμηθούμε όταν ξέρουμε πως θα δούμε εφιάλτη. Το Get Out των Archive -τους έχω δει live, εσείς; Ακροατές ζητούν συγκεκριμένο τραγούδι: άλλοι το ακούν, άλλοι δεν στέκονται τόσο τυχεροί. Τι σπουδαίο πράγμα να αναμεταδίδεις ένα τραγούδι. Πόσο ακόμη σπουδαιότερο να ακούς το κομμάτι που ήθελες τόσο πολύ στο ραδιόφωνο· είναι σαν τα ραδιοφωνικά κύματα να σου έκαναν αυτή τη φορά το χατίρι, να συγχρονίστηκαν και να εκτέλεσαν αυτό το ερτζιανό θαύμα.

Μέσα στο στούντιο ήμασταν η ίδια παρέα που είμαστε κι έξω από αυτό. 5 φίλοι που κοροϊδεύουν ο ένας τον άλλον και γελάνε κατά λάθος με ανοιχτά τα μικρόφωνα. Σκέφτηκα πως αυτό είναι το ραδιόφωνο: η παρέα μας. Ο φίλος που ακούει τελείως διαφορετική μουσική και η κοπέλα με το έξαλλο ντύσιμο. Ο μονίμως μελοδραματικός και συχνά σπαστικός, η κοπέλα που κάνει συνεχώς περίεργες γκριμάτσες και μια ακόμη, που κάθεται ήσυχα και ακούει. Το ραδιόφωνο είναι μια τεράστια παρέα. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις για να μπεις σε αυτήν, είναι να συντονιστείς στην κοινή μας συχνότητα. Τι μας ενώνει; Πως είμαστε όλοι εκεί. Τα αφήσαμε όλα στην άκρη. Κάνουμε ησυχία, γελάμε, συγκινούμαστε. Το μόνο που ακούγεται είναι το τραγούδι που έβαλε η Βιολέτα και η Ελένη.

Can’t fight the temptation

When you get the vibration

Ο κύριος Στρατάκης είχε τόσο δίκιο σ’ αυτό που είπε. Πράγματι, το ραδιόφωνο δε μπορεί να υπάρξει χωρίς τα λεφτά των διαφημίσεων. Πράγματι, ανάμεσα στις διαφημίσεις παρεμβάλλονται κάτι ενοχλητικοί τύποι που όλο μιλάνε και αναμεταδίδουν υπέροχα τραγούδια. Όμως αν τύχει και τους ακούσεις να μιλούν, να γελούν, να κοροϊδεύουν γλυκά ο ένας τον άλλον, θα νιώσεις να αιωρείσαι, θα νιώσεις τους τοίχους να πέφτουν, θα νιώσεις μέλος μιας συχνότητας. Η δύναμη, η σπουδαία αυτή δύναμη του ραδιοφώνου να σου κρατά συντροφιά είναι αυτό που το κάνει λίγο πιο «δικό μας» απ’ τα υπόλοιπα. Είναι σαν να έχεις χτίσει ένα καλυβάκι ψηλά στα σύννεφα, και, πιστός στο ραντεβού σου, να παίρνεις το δρόμο και να το επισκέπτεσαι, κάθε μέρα την ίδια ώρα.

Advertisements
Tagged with: