ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑΤΑ

Μερικά κείμενα είναι πιο δύσκολα από τα άλλα, με τον ίδιο τρόπο που μερικές μέρες είναι πιο δύσκολες από τις υπόλοιπες. Τα δύσκολα κείμενα ταιριάζουν με τις δύσκολες μέρες, «κουμπώνουν» περιέργως όμορφα σε ένα σαδιστικό καπρίτσιο. Και σε μέρες δύσκολες όπως αυτές, θα ήμουν δειλός αν επέλεγα να γράψω ένα εύκολο κείμενο.

Οι μέρες αυτές είναι δύσκολες για χίλιους λόγους. Σε μια εποχή που μπορούμε να αντικρύσουμε τον πόνο σε όλη τη γη, να τον βιώσουμε κανονικά μέσω live video 360 μοιρών, να τον κατεβάσουμε και να τον έχουμε στο κινητό μας για να ανατρέχουμε σε αυτόν όποτε εμείς το επιθυμήσουμε, είναι δύσκολο να βρεις έναν αξιοπρεπή λόγο να χαρακτηρίσεις τη μέρα σου δύσκολη. Η συνεχής πρόσβαση στην απελπισία και τη φρίκη μας κάνει πιο ανθεκτικούς, πιο σκληρούς. «Σκρολάρουμε» με τεράστια ευκαιρία πάνω από παιδικά πτώματα καθώς είναι καθημερινό θέαμα στις αρχικές μας σελίδες. Κι αφού έχεις δει τι εστί πόνος, αφού έχεις αναγνωρίσει πως σε μια γωνιά αυτού του πλανήτη οι άνθρωποι έχουν έναν σοβαρότερο από εσένα λόγο να πονούν, με ποιο δικαίωμα θα πονέσεις εσύ;

Πριν μερικές μέρες «έφυγε» μια συμφοιτήτριά μου η οποία αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας, σε καμία περίπτωση αρκετά σοβαρό για να «φύγει» τόσο νωρίς. Και ξαφνικά δεν είσαι πλέον τόσο ανθεκτικός στον πόνο. Είναι πολύ πραγματικός και πολύ εγγύς για να τον αγνοήσεις. Η αδικία είναι υπερβολικά έκδηλη για να την προσπεράσεις. Η θλίψη είναι μεγαλύτερη από τις αμφιβολίες σου ως προς το να μιλήσεις επειδή δεν την ήξερες «τόσο» καλά. Χιλιάδες ερωτήσεις συρρέουν στον εγκέφαλό σου. Πώς; Πότε; Γιατί; Με ποιον τρόπο; Η ανθρώπινη περιέργεια. Η ανάγκη σου να μάθεις. Το βαθύτερο αίσθημα που σε προτρέπει να μην.

Συνειδητοποιείς πως δεν έχει σημασία να μάθεις περισσότερα. Ξέρεις όσα πρέπει για να αρχίζεις να κατηγορείς. Θεούς, γιατρούς, την τύχη, την κατάρα, κάποιον. Κάποιος πρέπει να φταίει, και ξέρεις γιατί; Γιατί η ανθρώπινη ζωή είναι πολλά περισσότερα από ένα νήμα που κόβεται με ένα κοφτερό ψαλίδι. Είναι τόσες αναμνήσεις, τόσα όνειρα και τόσες φιλοδοξίες μαζεμένες μέσα σε ένα κορμί με μια καρδιά που χτυπά, που δεν μπορείς να συνειδητοποιήσεις πώς είναι τόσο εύκολο αυτή να σταματήσει. Τικ-τακ. Ράγισμα. Θρύψαλα.

Θα δοκιμαστεί ενδεχομένως και η πίστη σου. Τι Θεός είναι αυτός, θα πεις, που παίρνει νέους ανθρώπους; Και όχι μόνο, θα συμπληρώσει κάποιος άλλος. Δες τι γίνεται στον κόσμο, θα σου πει. Πείνα κι εξαθλίωση. Πού είναι ο Θεός σας; Γιατί δεν φροντίζει γι’ αυτά; Γιατί τα επιτρέπει; Ποιος Θεός θέλει τους νέους κοντά του κι άλλους άθλιους τους θέλει ζωντανούς; «Ήμαρτον, Θεέ μου -καμιά φορά το ξεχνάς και ζητάς από τον άνθρωπο πιο πολλά κι από τους αγγέλους.»

Πόσο εύκολο είναι να χαθείς; Να απελπιστείς, να δεις πόσο εύκολο είναι να τελειώσει η παρτίδα της ζωής σου και μετά να μη μπορείς να το ξεδείς. Αυτό είμαστε; Ένα πυροτέχνημα, μια φωτοβολίδα. Μία σπουδαία παράσταση. Κρότος, λάμψη, υπέροχα χρώματα. Πίδακες χιλίων χρωμάτων, απαστράπτουσες εκρήξεις παντός τύπου. Χειροκροτήματα και ενθουσιασμοί. Σπινθηροβόλοι εντυπωσιασμοί εκπάγλου κάλλους. Φως στον νυχτερινό ουρανό, συγκίνηση, μαεστρία και σπουδαιότητα. Λάμψη παντού, και ξαφνικά παντού σκοτάδι. Οι εκρήξεις χάθηκαν και κάπου πίσω μόνο μείνανε τ’ αστέρια. Ο κόσμος κάτω μουδιασμένος συνειδητοποιεί πως το θέαμα έλαβε τέλος. Χασμουρητά. Ένα μωρό κάπου κλαίει. Ο κόσμος σπάει. Φωνές και βήματα απομακρύνονται, για ν’ απομείνει μόνο ένα θέαμα που ήταν, και το πηχτό σκοτάδι.

Είναι άξιο ν’ αναρωτηθείς αν πράγματι τελειώνουμε τόσο εύκολα. Ένα δευτερόλεπτο αρκεί για να χωρίσουν σώμα και ψυχή. Μια στιγμή, απαράλλαχτη από την προηγούμενη, όμως τόσο ριζικά διαφορετική. Ποια είναι η δύναμή μας μπροστά σ’ αυτό το τέρας που ονομάζεται θάνατος; Τι μπορούμε να κάνουμε εμείς, εμείς που τόση ώρα βλέπουμε την έκρηξη να σβήνει;

Δεν μπορούμε να τη σταματήσουμε. Μπορούμε να την παρατείνουμε. Να κρατήσουμε τη φλόγα λίγο παραπάνω. Να βλέπουμε τη σπίθα να χορεύει στ’ αστέρια λιγάκι περισσότερο, αλλά δεν μπορούμε να την κάνουμε να κρατήσει για πάντα. Κάποτε θα σβήσει, δυστυχώς κάποιες φορές πριν σβήσουν τα όνειρά της. Μπορούμε να κλάψουμε και να θρηνήσουμε τη σπίθα όπως της αξίζει. Να την ευχαριστήσουμε, να τη χειροκροτήσουμε για την παράσταση που έδωσε απλόχερα. Να της χαμογελάσουμε, να τη θαυμάσουμε και να συγκινηθούμε από τον όμορφο χορό της. Δε μπορούμε να κάνουμε πολλά· μπορούμε όμως να θυμόμαστε τη σπίθα αυτή για πάντα.

Είναι η αλήθεια πως αντιμέτωπος με τον θάνατο, ο άνθρωπος λυγά και γονατίζει, σπάει στα δυο σαν λεπτό στάχυ, κλαίει, χτυπιέται και παρακαλά. Είμαστε αδύναμοι μπροστά στο πρόσωπό του. Κι είναι τόσο δύσκολο να τον κοιτάξεις στα μάτια. Είναι ακόμη πιο δύσκολο να τον προσπεράσεις, να τον αγνοήσεις και να αφήσεις τη σκέψη και τη θύμησή σου αμίαντη. Τη σπίθα σου να τη θυμάσαι χωρίς αυτόν· δε της αξίζει να τον έχει πλάι της. Τη σπίθα σου θα την έχεις για πάντα στην καρδιά σου, για το χορό και την παράσταση που έδινε κάθε μέρα στον έναστρο ουρανό. Τη σπίθα σου, άνθρωπε, θα την έχεις κλεισμένη στην πιο γλυκιά γωνιά του νου σου, όπου κανένας θάνατος και καμιά μιζέρια δε τη φτάνουν.

Μια στο τόσο, να πας μονάχος μακριά, μονάχα εσύ και τ’ άστρα. Τότε θα ξεκλειδώνεις το νου σου, και ξάφνου ο ουρανός θα γεμίζει χιλιάδες χρώματα, φωτάκια και σπίθες ολόλαμπρες. Εκρήξεις, φωτιές και στολισμοί που θα καλύψουν τ’ άστρα.

Η σπίθα σου, άνθρωπε, δε θα πεθάνει ποτέ αν της δίνεις χώρο να χορεύει.

 

Αφιερωμένο εξαιρετικά, βγαλμένο βαθιά μέσα απ’ την καρδιά μου,

σε μια σπίθα που δε θα πεθάνει ποτέ.

 

Advertisements