ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΟ

Τώρα στα τέλη του χειμώνα και τις αρχές της άνοιξης αποφάσισα να αυτοεξοριστώ για μερικές ημέρες στην εξωτική Χαλκιδική. Άλλοι θα με πουν πειραγμένο, άλλοι θα ζηλέψουν και θα με πουν ευλογημένο. Καλή η ησυχία και η ανάγνωση, αλλά όπως πάντα, η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Δε θέλει και πολύ να γίνεις σαν τον Καρυωτάκη. Ησυχία, ησυχία, νέκρα και λίγη ακόμη ησυχία. Ε άι στον κόρακα! Φοράς μια καμπαρντίνα, αφήνεις κι ένα σπαρακτικό σημείωμα και δώσ’ του στη θάλασσα.

Εκτός από το ότι ενδέχεται να περπατήσεις μέσα στη θάλασσα από την πλήξη, τις νυχτερινές ώρες το εξωτικό Πολύχρονο -ειδικά στο παραλιακό μέτωπο- είναι σαν να βγήκε από θρίλερ. Ανατριχιαστικός φωτισμός, ψιλή ομίχλη και αέρας που σφυρίζει. Δεν υπάρχει ψυχή. Πού και πού νιαουρίζει καμιά γάτα ή περνάει κανένας πολύ μυστήριος τύπος με φακό, κοιτώντας σε σαν να σου λέει πως εσένα θα σφάξει μετά. Η αλήθεια είναι πως όλοι σε κοιτούν περίεργα, διότι αποτελείς μία πνοή φρέσκου, ανοιξιάτικου αέρα στη χειμωνιάτικη πλήξη. Αλλά όπως και να ‘χει, τι κάνει αυτός ο περίεργος εκεί πέρα με το φακό; Όχι πως φοβάμαι, δηλαδής, δυο μέτρα άντρας. Αλλά να, κλείδωσα καλού-κακού 5-6 φορές, έβαλα και το πλυντήριο πίσω από την πόρτα. Ποτέ δεν ξες.

Σε γενικές γραμμές ο χειμώνας στα καλοκαιρινά θέρετρα δεν είναι ιδιαίτερα ευχάριστος, κι αν δεν πιστεύετε εμένα, πιστέψτε τον σουβλατζή του Πολυχρόνου ο οποίος, αν και Θεσσαλονικιός, αποφάσισε να περάσει ετούτον τον χειμώνα στο χωριό. Έκανε 25 λεπτά να ψήσει τα σουβλάκια και όταν τα πήρα να φύγω με κρατούσε κλαίγοντας από το πόδι. Η ανθρώπινη επαφή είναι πράγμα σπάνιο τον χειμώνα σε τέτοια μέρη.

Όλοι ταμπουρώνονται στα σπίτια τους και δε βγαίνουν έξω. Δεν τους κατηγορώ, είναι η αλήθεια. Άλλωστε, τι μπορείς να κάνεις στη Χαλκιδική χειμωνιάτικα; Αυτή η ερώτηση μου βασανίζει το μυαλό τις τελευταίες μέρες. Έτσι, τη μία από τις ημέρες απομόνωσής μου πήρα το αμάξι και γύρισα το πρώτο πόδι.

Αρχικά, πέρασα από το Angels. Η καλύτερα, έξω από το Angels. Ή, ακόμη καλύτερα, έξω από εκεί που νομίζω πως είναι το Angels, γιατί η ταμπέλα δεν είναι πουθενά. Δύο είναι τα τινά: ή τους την κλέψανε, ή την έκρυψαν για να μην τους την κλέψουνε. Πάντως είναι πραγματικά εντυπωσιακό το πόσο νεκρό φαίνεται το μαγαζί. Δεν μπορείς να πιστέψεις πως σε λίγο καιρό εδώ πέρα θα γίνεται του Κουτρούλη ο γάμος. Μου φαίνεται περίεργο που είναι τόσο άδειο το προαύλιο, αλλά τώρα που το ξανασκέφτομαι, νομίζω πως θα ήταν ακόμη πιο περίεργο να ήταν γεμάτο 1 Μαρτίου στις 2 το μεσημέρι από καλοντυμένα, μαυρισμένα και παρφουμαρισμένα κορμιά.

Έφυγα από το Angels. Είδα μερικούς τύπους να με κοιτούν με περίεργο ύφος μέσα από τα διερχόμενα αυτοκίνητα. Τι κάνει ετούτος ο περίεργος έξω από το Angels, αναρωτήθηκαν. Μπήκα στο αμάξι και κατευθύνθηκα προς τον λεγόμενο δρόμο «του βουνού», που ενώνει τη Χανιώτη με τη Νέα Σκιώνη και σε βγάζει από πολλούς μπελάδες αν θέλεις να πας στην άλλη μεριά του ποδιού.

Ο δρόμος αυτός είναι κάπως κακός. Είναι γεμάτος στροφές, πολύ στενός σε κάποια σημεία, με μηδενική ορατότητα για το τι έρχεται από την άλλη πλευρά. Η θέα είναι ωστόσο φοβερή. Κάθε φορά που περνάω πιάνω τον εαυτό μου να χαζεύει πέρα μακριά τη θάλασσα και το πράσινο. Σε κάποια φάση στο δεξί σου χέρι, λίγο πριν περάσεις από το νεκροταφείο, θα δεις το γνωστό εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο του πρώτου ποδιού.

Κάτι με πιάνει με τα εγκαταλελειμμένα. Στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο έχω ξαναπάει (βλέπε Το Ξενοδοχείο στην Άκρη του Χρόνου), αλλά έχω μπει και σε ένα ερημωμένο νοσοκομείο στην παραλία της Κρήνης (βλέπε Ερημωμένο Νοσοκομείο “Παναγία”). Όλα αυτά τα κείμενα θα μπορούσαν να τιτλοφορηθούν «Τι κάνει ο άνθρωπος για ένα κείμενο», αλλά ούτε αυτή το φορά μπόρεσα να κρατηθώ. Σταμάτησα κάπου δεξιά, πήρα την κάμερα και πήδηξα την περίφραξη.

Ήταν όλα όπως τα άφησα: διαλυμένα. Σπασμένα γυαλιά, διαλυμένα μάρμαρα και ξύλα. Πρόκες στο πάτωμα, βλάστηση που αγριεύει, νικά και εκδικείται τον άνθρωπο για τις ανόητες προσπάθειές του να επιβληθεί. Ο αέρας σφυρίζει περίεργα κι ας είναι μεσημέρι, η καρδούλα μου το ξέρει. Η πισίνα συμπληρώνει το τραγικό σκηνικό, γεμάτη με ένα απροσδιόριστο υγρό που γυαλίζει κάτω από το φως του άρχοντα ήλιου. Πηδώ μερικά φυτά και σπασμένα ξύλα για να προσεγγίσω την κάποτε μεγαλόπρεπη στριφογυριστή σκάλα και να ανέβω στην ταράτσα.

Είναι η αλήθεια πως ούτε και τότε αλλά ούτε και τώρα έψαξα να μάθω περισσότερα γι’ αυτό το ξενοδοχείο. Δε θέλω να μάθω τίποτε. Δε θέλω να του βάλω όνομα ούτε να του προσθέσω ιδιοκτήτη. Στο μυαλό μου, είναι δικό μου. Το χτίσανε γκρεμισμένο για να ‘ρχομαι και να το βρίσκω στην άκρη του χρόνου, όποτε περνώ από δίπλα και βλέπω την αραχνιασμένη του πισίνα. Πάνω σ’ αυτήν την ταράτσα με την όμορφη θέα νιώθω ιδιοκτήτης ενός γκρεμισμένου και άχρηστου κτιρίου. Και πώς γίνεται να νιώθω τόσο πλούσιος;

Κατέβηκα από την ταράτσα και γύρισα στο αμάξι. Κοιτούσα το ξενοδοχείο να μακραίνει στον καθρέφτη, με μια γλυκιά σιγουριά πως δε θα μου το πειράξει κανείς όσο θα λείπω. Συνάντησα πάλι τον περιμετρικό της Κασσάνδρας και έστριψα δεξιά με ρότα προς Ποσείδι.

Για το Ποσείδι έχω ξαναγράψει στο παρελθόν (βλέπε Το Αγαπημένο μου Μέρος στο Πρώτο Πόδι), πώς θα μπορούσα άλλωστε να μην; Έχω περάσει πολλά καλοκαίρια εκεί, παρέα με πολλούς φίλους δίπλα στην ωραιότερη θάλασσα στο πρώτο πόδι. Περνάω τον Ποσειδώνα, κρατάω δεξιά στη διχάλα  και ξανά δεξιά προς Αιγαιοπελαγίτικα. Η χριστιανική κατασκήνωση στο αριστερό μου χέρι μου θυμίζει μια βραδιά που γυρνούσαμε σπίτι μας από αυτόν τον δρόμο με αυτοκίνητο και βρήκαμε έναν σουρωμένο να κοιμάται κυριολεκτικά στον δρόμο. Ο σουρωμένος σηκώθηκε, κάτι μουρμούρισε και πήρε να σκαρφαλώνει το βουνό για να πάει σπίτι του.

Έφτασα στη μεγάλη ευθεία των Αιγαιοπελαγίτικων. Κι εδώ είναι όλα ίδια, μια υπέροχη γαλήνη πλανάται στον αέρα, μια σιγή βγαλμένη από την καρδιά του χειμώνα σ’ ένα πάντρεμα που ονομάσαμε Άνοιξη. Η θάλασσα φαίνεται να μην κουνιέται. Κρατάω την αναπνοή μου να μην την ξυπνήσω. Οι πατημασιές μου στην άμμο συναντούν άλλες και σχηματίζουν περίεργα, ασύμμετρα σχήματα.

Συνειδητοποιώ πως άλλη θάλασσα είχα βρει εδώ πέρυσι. Η θάλασσα κινείται διαρκώς, γλιστρά απ’ τα χέρια σου ανθρωπάκο, δραπετεύει. Δε μπορείς να τη φυλακίσεις. Κάθε χρόνο έρχομαι σ’ έναν καινούριο τόπο, που βρέχεται μ’ ένα νερό καινούριο και ταξιδεμένο στα βάθη του κόσμου.

Η ομορφιά της στιγμής πεθαίνει μαζί της. Θα μπορούσα να κάτσω πολλές ώρες σ’ αυτήν την αμμουδιά, είναι αγχολυτικό, αλλά δεν πρέπει. Μια στιγμή αρκεί, ένα βλέμμα και μια μυρωδιά. Θα τα ξαναπούμε σε λίγο καιρό, μη πας μακριά, ναι; Ένας τύπος μακριά ψαρεύει. Βάζω μπροστά το αμάξι, τον ενοχλώ. Γυρνά το κεφάλι, χαιρετώ, ξαναγυρνά και κάνει πως δε με είδε.

Το Ποσειδάκι είναι μπροστά μου. Κοιτάω δεξιά τη θάλασσα και βλέπω κάτι που δεν είχα παρατηρήσει ξανά. Σταματώ δεξιά και κατεβαίνω στην αμμουδιά. Δίπλα από εκεί που σκάει το κύμα στέκεται περήφανος ένας βαμμένος βράχος, η Μονόπετρα που φρουρεί το όριο του καλοκαιριού. Κοιτά τη θάλασσα περιφρονητικά, βαθιά μέσα στα μάτια και της λέει πως το καλοκαίρι, ακόμη κι αν δε θέλει να ‘ρθει, θα το σύρει αυτή από το μαλλί.

Το καλοκαίρι δεν είναι εποχή, μια σκέψη φλογερή είναι. Ένας ήλιος άρχοντας και μια θάλασσα πλατιά από κάτω. Ο βράχος μου ξεκινά κάθε χειμώνα να παλεύει με τα κύματα. Αγκομαχά, πνίγεται, μάχεται κι επικρατεί. Κάθε καλοκαίρι είναι εκεί και μας φυλά από τις μαύρες μεγάλες νύχτες.

Χτύπα όσο θέλεις χειμώνα. Έχω κλειδώσει καλά το καλοκαίρι μου, κάτω στην ακροθαλασσιά. Δε θέλει πολύ, να, πίσω απ’ τη γωνία είναι, έρχεται. Να μπορούσα μονάχα να ‘χω ένα βενζινάδικο δίπλα απ’ τον βράχο μου, να τον βλέπω να παλεύει με τους χειμώνες και ν’ αντλώ κουράγιο.

Κάθε που είμαι στις μαύρες μου από το κρύο και τη μουντίλα του χειμώνα, θα σκέφτομαι τα χωραφάκια μου στη Χαλκιδική. Ένα ετοιμόρροπο ξενοδοχείο κι έναν περήφανο λεβέντη βράχο που τον γλείφει το κύμα. Κι αφήστε με στη Χαλκιδική, σ’ ένα παλιό βενζινάδικο.

Advertisements