ΟΔΟΣ ΑΓΑΠΗΣ

Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου. Η Θεσσαλονίκη είναι αναποφάσιστη. Μια μας βρέχει και μια μας λυπάται. Τα σύννεφα είναι μονίμως από πάνω, περιμένουν απειλητικά. Μπαίνω στο αμάξι. Ακούω “Shake it loose” από Astronauts, etc. Η μουντίλα του καιρού εξισορροπείται κάπως. Τι σου είναι η διάθεση· καθαρίζει τα σύννεφα ακόμη και στις βροχερότερες των ημερών.

Κάθε φορά που κατεβαίνω στο κέντρο ακολουθώ την ίδια διαδρομή. Νομίζω πως τρέφομαι από τη συνήθεια. Κάθε φορά που αλλάζουν τα εμπόδια που πρέπει να υπερπηδήσουμε λόγω των έργων του μετρό -δηλαδή περίπου 3 φορές την εβδομάδα- νιώθω άγνωστος στην ίδια μου την πόλη. Πλέον πατάω σε άλλη λακκούβα με λασπόνερα, με γρατζουνάει άλλο κλαδί δέντρου και κινδυνεύω να με πατήσουν σε άλλο σημείο του οδοστρώματος. Σε κανέναν δεν αρέσει η αλλαγή.

Αφήνω στο αριστερό μου χέρι την οδό Δεσπεραί. Τι δρόμος. Είναι από τους πιο ιδιαίτερους του κέντρου. Είναι πολύ φαρδύς για τυπικό στενό και εξαιρετικά κοντά στον Λευκό Πύργο. Είναι μακρύς και τίγκα στα αμάξια και τα σκουπίδια. Ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του φιλέλληνα αρχιστράτηγου των συμμαχικών δυνάμεων στο Μακεδονικό Μέτωπο -κρατηθείτε- Louis Félix Marie François Franchet d’Espèrey. Φτου. Πείτε το 10 φορές γρήγορα με κλειστή τη μύτη. Ο παπάς ο παχύς έφαγε φακά παπή, τι, όχι, πώς, τι έλεγα; Α ναι, η Δεσπεραί. Καλό μέρος να παρκάρεις είναι η αλήθεια. Φοιτητογειτονιά, υποβαθμισμένη με ορισμένα πλούσια σπιτικά στα ρετιρέ.

Την παίρνω προς τα κάτω και προχωρώ. Βγαίνω στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη, περνώντας μερικές φοιτητικές καφετέριες. Η Τσιμισκή είναι γεμάτη αυτοκίνητα. Το μουντό κλίμα κάνει το σκηνικό θλιβερό. Οι άνθρωποι είναι περισσότερο ανυπόμονοι, κορνάρουν πιο εύκολα. Πεζοί χώνονται ανάμεσα στα λεωφορεία και νευριάζουν ακόμη περισσότερο τους οδηγούς. Πού πας κυρά μου; Να πας από τη διάβαση. Άντε, θα σε πατήσω και θα σε πληρώνω για άνθρωπο. Πράσινο, επιτέλους. Προχώρα ρε ηλίθιε. Πρέπει να αλλάξω λωρίδα, αυτός ο ηλίθιος δεν προχωρά. Είμαι σίγουρος πως μπορεί να κάνει κάτι για τα 400 αμάξια μπροστά του, αλλά επίτηδες με καθυστερεί.

Προχωρώντας πάνω στη γκρίζα Τσιμισκή κοιτώ την αντανάκλασή μου σε κάτι τζάμια λίγο μετά τη ΧΑΝΘ. Μια ζωή με θυμάμαι να κάνω το ίδιο πράγμα. Αναρωτιέμαι πόσοι έχουν κοιτάξει τα μούτρα τους εδώ. Λίγα μέτρα παρακάτω, μετά την Εθνικής Αμύνης, στο αριστερό μου χέρι βλέπω ολόκληρο τον Λευκό Πύργο.

Έχω ξαναγράψει πολλές φορές γι’ αυτόν τον υπέροχο δρόμο. Η ιστορία του ονόματός του είναι προφανής. Ονομάστηκε έτσι προς τιμήν της μυστικής αυτής εταιρίας του Τσακάλωφ, του Σκουφά και του Ξάνθου για την ανατροπή του Οθωμανικού ζυγού. Είναι πολύ τυχεροί αυτοί οι τρεις. Μπορεί να μη τους έδωσαν πλατύ και μεγαλειώδη δρόμο, αλλά τους έδωσαν πραγματικά την ομορφότερη θέα. Τους φαντάζομαι να βγαίνουν στο μπαλκόνι τους με καφέδες στα χέρια, να κοιτούν τον λευκό πύργο και να σκέφτονται πως άξιζε ο κόπος. Μας βγήκε ο τάκος, Εμμανουήλ, αλλά όχι, πες… δε γαμάει η θέα;


Προχωρώ στο επόμενο στενό, το προσωπικό μου αγαπημένο. Στη συμβολή των οδών Τσιμισκή και Νικηφόρου Φωκά έχει πραγματοποιηθεί η σπουδαιότερη των ειρωνειών. Ο Νικηφόρος Β’ Φωκάς ήταν βυζαντινός αυτοκράτορας, θείος του μετέπειτα αυτοκράτορα, Ιωάννη Τσιμισκή. Ο τελευταίος συνωμότησε με την γυναίκα του Νικηφόρου -η οποία ήταν και ερωμένη του- και τον δολοφόνησαν μέσα στο παλάτι του, την ώρα που κοιμόταν. Ο Νικηφόρος μάλιστα επειδή ήταν πειθαρχημένος στρατιωτικός κοιμόταν στο πάτωμα και οι συνωμότες στην αρχή νόμισαν πως είχε καταλάβει τη συνωμοσία και είχε διαφύγει. Τον βρήκαν ωστόσο κουλουριασμένο και ταπεινό στη γωνία του να κοιμάται.

Τον δολοφόνησαν εν ψυχρώ και εν μία νυκτί ο ανιψιός του έγινε αυτοκράτορας με συνοπτικές διαδικασίες. Σήμερα, ο Τσιμισκής έχει τον πιο γνωστό δρόμο της Θεσσαλονίκης στα πόδια του, ενώ ο Νικηφόρος Φωκάς το μικρό στενό του. Σίγουρα του ταιριάζει περισσότερο. Ήταν ένας ταπεινός στρατιωτικός. Τόσο ταπεινός, όσο και το στενό του, κάθετο στον μεγαλοπρεπή δρόμο του ανιψιού του.

Άι στο καλό, συγκινήθηκα. Άσε που στην Τσιμισκή μου έχουν πάρει τις πινακίδες. Τώρα που το σκέφτομαι, αυτός ο καραγκιόζης ο Τσιμισκής φταίει. Άμα τον δείτε πείτε του πως μου χρωστάει 80 ευρώ. Τι γαϊδούρι κι αυτός. Όχι μόνο δολοφόνησε τον θείο του, αλλά συνωμότησε και με τη γυναίκα του, με την οποία -όσο πιο κόσμια μπορώ- «μπαλαμουτιάζονταν» κι όλας. Μα καλά, ένα μάθημα ενδοοικογενειακής διαπαιδαγώγησης στο Βυζάντιο δεν είχαν;

Ανεβαίνω στην Αλεξάνδρου Σβώλου και φτάνω σε ένα στενό το οποίο οι περισσότεροι περνούν για πιλοτή. Είναι το στενό του Καπετάν Πατρίκη. Το πιο σπουδαίο πράγμα στο στενό αυτό είναι το κρυμμένο ινδικό εστιατόριο που είναι χωμένο πίσω από τις πολυκατοικίες. Δεν ξέρω τι στοίχημα έχασε ο ιδιοκτήτης και πήγε και το στρίμωξε εκεί πίσω, αλλά αφού δεν έχει κλείσει κρυμμένο εκεί μέσα τόσα χρόνια, το μαγαζί σίγουρα πουλάει φοβερό φαγητό -ή ναρκωτικά.

Θα αναρωτιέστε, ποιος είναι τέλος πάντων αυτός ο καπετάν Πατρίκης και του έδωσαν και δρόμο; Κι εγώ είχα την ίδια απορία και θα ρίξω φως στην υπόθεση. Ο καπετάν Πατρίκης ήταν ένας άντρας που τον έλεγαν Πατρίκη λογικά στο όνομα (μπορεί και στο επώνυμο, δεν είμαι σίγουρος) και ήταν καπετάνιος. Μόνο αυτά μπόρεσα να βρω για τον καπετάν Πατρίκη. Εντάξει, από το μυαλό μου τα έβγαλα. Αν ξέρετε ποιος είναι ο καπετάν Πατρίκης, να μου πείτε κι εμένα.

Έφυγα συγχυσμένος και από εκεί. Και γιατί δεν ονόμασαν την οδό «Λεωφόρος Σερβετά»; Μπορεί να μην είμαι καπετάνιος, αλλά με όλες αυτές τις βλακείες που γράφω σίγουρα μπορεί οποιοσδήποτε να μάθει ποιος είμαι ανά πάσα στιγμή! Ενώ αυτός ο κρυψίνους ο καπετάν Πατρίκης, με το τσιγκέλι του τα βγάζεις! Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, πες μας δυο λόγια για σένα! Τίποτα ο καπετάνιος, τουμπεκί, κατάπιε τη γλώσσα του.

Με αυτά στο μυαλό μου περπατούσα στη Θεσσαλονίκη. Πήρα ευθεία την Ερμού κι έφτασα στη Βαλαωρίτου, κι από εκεί κατηφόρισα λίγο στην αγαπημένη μου γειτονιά: τα Άνω Λαδάδικα. Έχουν κάτι το μαγευτικό, έναν αέρα βγαλμένο από ιστορία του πατέρα μου, ίσως και του παππού μου. Τριγύρω παλιές ταμπέλες, λερωμένοι τοίχοι και ετοιμόρροπα κοντά κτίρια. Ψιλικατζίδικα, καθαριστήρια, επιγραφές, ορισμένα παλαιά παντοπωλεία και μαγαζιά που πουλάνε «νεωτερισμούς» προ πολλού παλαιωμένους. Έφτασα στον αγαπημένο μου δρόμο σ’ αυτήν την πόλη, την Ερνέστου Εμπράρ.

Ο δρόμος είναι αφημένος στην καρδιά των Λαδάδικων. Είναι σαν τον παππού που όλοι περιμένουν να ξεψυχήσει. Ξεχασμένος, περιτριγυρισμένος από γκρίζα κτίρια και αόριστες μελωδίες από μερικές μπάντες που κάνουν πρόβα. Ένα εστιατόριο είναι ανοιχτό σ’ αυτόν τον δρόμο, η Μικρή Μαρμίτα, κι από πάνω της είναι κρεμασμένες μερικές χάρτινες λάμπες. Το σκηνικό μαρτυρά ελπίδα. Ένα κόκκινο πάθους μέσα στο τριγύρω γκρίζο, κι ένας δρόμος γερασμένος που ανασηκώνεται, στολίζεται και φτάνει στην εντελέχειά του στο πέρασμα κανενός χαμένου διαβάτη. Για όσους δε γνωρίζουν, ο Ερνέστ Εμπράρ είναι ο αρχιτέκτονας που ανοικοδόμησε τη Θεσσαλονίκη μετά τη μεγάλη πυρκαγιά. Είναι υπεύθυνος για μερικά από τα ομορφότερα κτίρια αυτής της πόλης, και ως αντάλλαγμα τον κρύψαμε εδώ πάνω.

Ερνέστ, δε ξέρω κατά πόσο σε ενδιαφέρει, αλλά εμένα ο δρόμος σου είναι ο αγαπημένος μου. Έρχομαι συχνά εδώ, κοιτώ τις χάρτινες λάμπες και τις βγάζω όσο περισσότερο όμορφες φωτογραφίες μπορώ. Κι ας πάνε όλοι οι υπόλοιποι στην Αριστοτέλους, να μείνουν μόνοι τους.

Έφυγα από τα Άνω Λαδάδικα με τη σκέψη του κρυμμένου δρόμου στο μυαλό μου. Ξαφνικά, θυμήθηκα ένα ακόμη στενό που είχα ξεχάσει να φωτογραφίσω. Το είδα τυχαία τις προάλλες με την άκρη του ματιού μου, όταν περνούσα από τη Σκρα με έναν φίλο μου. Ψιλοβαρέθηκα, να σας πω την αλήθεια, αλλά με έτρωγε η περιέργεια γιατί είναι πραγματικά από τα μικρότερα που έχω δει. Πήγα λοιπόν πάλι προς τη Σβώλου κι έστριψα αριστερά στη Σκρα. Έκανα μερικά μέτρα, βρήκα το μικρό στενό. Το λένε Αγάπη.

Οδός Αγάπης λοιπόν. Αυτό είναι το στενάκι που κόντεψα να προσπεράσω από τη βαρεμάρα μου. Η αλήθεια είναι πως αν η αγάπη ήταν δρόμος, θα ήταν κρυμμένος μέσα στο τσιμέντο. Μακριά από τα φώτα των μεγάλων δρόμων, με μια όμορφη, μικρή σχολή χορού στο βάθος. Είναι εύκολο να την προσπεράσεις, πολύ εύκολο. Οι περισσότεροι δε θα περάσουν καν απ’ έξω. Θα γνωρίσουν μια άλλη οδό ξελογιάστρα με πολλές λωρίδες, μια Λεωφόρο Αμαλίας, μια Εγνατία, μια Τσιμισκή. Μη σας ξεγελάνε οι επιγραφές, τα φώτα και τα μαγαζιά. Μην κοιτάτε τους πολλούς, χαρούμενους διαβάτες.

Η οδός Αγάπης δεν είναι λεωφόρος. Είναι ένας μικρός μονόδρομος που βγάζει σε αδιέξοδο.

Advertisements