ΜΑΝΤΑΜ ΖΑΪΡΑ

-Τι σε τυραννάει αγόρι μου;

-Ορίστε…;

-Γυναίκα, επαγγελματικά, υγεία, τι είναι; Τι θες να σου πει ο καφές;

-Ξέρετε, εγώ…

-Γυναίκα σε βασανίζει. Φαίνεται.

Και κάπως έτσι, η κυρία Άννα μου αποκάλυψε πως μια γυναίκα μου βασανίζει το κεφάλι. Και τι να της πω; Αυτή ξέρει καλύτερα. Πρέπει όμως να τα πάρω απ’ την αρχή.

Τετάρτη, 15 Μαρτίου. Η Θεσσαλονίκη φόρεσε τα καλά της. Ο ήλιος μ’ έχει τυφλώσει, βάζω τα γυαλιά μου και βρίζω ελαφρώς. Είμαι σε μία από τις αγαπημένες μου γειτονιές, τα παλιατζίδικα. Ψάχνω απεγνωσμένα μια ταμπέλα που είδα κάποτε, η οποία γράφει «Καθημερινά σας λέμε το φλυτζάνι και τα χαρτιά…».

Μα πού είναι κρυμμένη τέλος πάντων; Το ‘χω βάλει στο νου μου πως σήμερα θα μου πούνε τον καφέ. Και μάλιστα, όχι μόνο θα μου πούνε τον καφέ, αλλά δε θα γελάσω ούτε μία φορά με την όλη διαδικασία. Όπως καταλαβαίνετε, είχα θέσει πολύ ψηλά τον πήχη εκείνη την ημέρα.

Περπατούσα στην Ολύμπου, όταν ξαφνικά στο αριστερό μου χέρι αντίκρισα την πινακίδα που έψαχνα. Το μαγαζί λέγεται «Μπερεκέτι». Θυμάμαι πως την πρώτη φορά που είδα την ταμπέλα, το βλέμμα μου μετά έπεσε σε μια κυρία που καθόταν μέσα. Τα μάτια της κοιτούσαν στο άπειρο, χαμένο το βλέμμα της. Από τα δάχτυλα του αριστερού χεριού της κρεμόταν ένα τσιγάρο με μια τεράστια κάφτρα, ενώ το σκηνικό βρωμούσε ρουτίνα με μια δόση απόγνωσης. Αναρωτιόμουν για τι αγωνιούσα περισσότερο: για τον λόγο που η κυρία αυτή μελαγχολεί, ή για την κάφτρα που σε λίγο θα λερώσει το σκονισμένο πάτωμα;

Έκανα να ανοίξω την πόρτα, κλειδωμένη. Περίεργο, μέσα το μαγαζί φαίνεται να λειτουργεί. Δεν έχει κανέναν πελάτη και κανέναν υπάλληλο, όμως οι στημένες καρέκλες και κάποια φώτα μαρτυρούν ανοιχτό μαγαζί. Από το δίπλα μαγαζί με τα χαρτικά βγαίνει η κυρία Κατερίνα, η οποία με κοιτά με μισό μάτι.

-Δεν είναι εδώ η κοπέλα, έχει φύγει.

-Μάλιστα… Θέλω να πιώ έναν καφέ.

-Ε, πάνε παραδίπλα, εδώ βρήκες;

Η κυρία Κατερίνα δεν είχε άδικο. Το «Μπερεκέτι» δεν είναι η πρώτη επιλογή σου όταν ψάχνεις καφετέρια. Είναι μάλλον το μέρος που καταλήγεις αν όλα είναι γεμάτα ή αν έχεις ξεποδαριαστεί. Την κοιτώ, δαγκώνομαι ελαφρώς, ξύνω αμήχανα το κεφάλι μου και της λέω:

-Ξέρετε… Θέλω να μου πούνε τον καφέ.

-Ε πες το έτσι βρε αγόρι μου, είπε η κυρία Κατερίνα με μάτια που έλαμπαν. Θα σε στείλω εγώ στην κυρία Άννα που τον λέει εξαιρετικά τον καφέ. Έλα ‘δω, βλέπεις την κόκκινη ομπρέλα; Το ξύλινο μαγαζί στην γωνία, εκεί θα πας και θα ζητήσεις την κυρία Άννα. Πες, σ’ έστειλε η Κατερίνα.

Την ευχαρίστησα κι έφυγα. Στα λίγα μέτρα που χώριζαν το μαγαζί με τα χαρτικά της κυρίας Κατερίνας και το μαγαζί που λέει τον καφέ η κυρία Άννα, αναρωτιόμουν τι είναι αυτό που κάνει την καφετζού καλή. Είναι τάχα η σιγουριά, ο καλός καφές ή η ευχέρεια να κοιτάς τον άλλον στα μάτια, να του λες πως θα διαβεί μια μεγάλη πόρτα και να μην ξεραίνεσαι στα γέλια;

Έξω από το μαγαζί με την ξύλινη πρόσοψη με περίμενε μια κυρία ντυμένη στα μοβ. Υπέθεσα πως ήταν η κυρία Άννα, όμως έσφαλα οικτρά. Βλέπετε, δεν μου είχαν πει ακόμη τον καφέ κι έτσι δεν είχα τρόπο να προβλέψω το μέλλον. Η κυρία με τα μοβ μου είπε να περάσω. Είχε ήδη μιλήσει στο τηλέφωνο με την κυρία Κατερίνα. Είχαν -δεν είχαν περάσει 30 δευτερόλεπτα από τη στιγμή που έφυγα από τα χαρτικά. Απ’ ό,τι φαίνεται, η βιομηχανία του καφέ και της χειρομαντείας κινείται με ρυθμούς γοργότερους από εμένα.

Μέσα το μαγαζί ήταν ακριβώς όπως πρέπει να είναι ένα μαγαζί που λέει τον καφέ. Θυμίζει το σπίτι της γιαγιάς σας, ντυμένο με ζεστό ξύλο, διάφορους πίνακες και περίεργες μάσκες. Μια παρέα δίπλα μου πίνει τσίπουρα, είναι άλλωστε 3 το μεσημέρι. Στην παρέα κάθεται κι η κυρία με τα μοβ. Θα ήταν ωραίο να προσθέσω εδώ πως με κοίταξε και ήπιε στην υγειά μου, όμως αυτό δεν έγινε ποτέ.

Η κυρία Άννα καθόταν στο βάθος και έριχνε τα χαρτιά σε μια άλλη κυρία. Το τι λέγανε, δεν είναι δουλειά μας. Το μέλλον του καθενός είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση. Κάθισα ήσυχα-ήσυχα στην καρέκλα μου και ρούφηξα κάπως ηχηρά τον ελληνικό -λένε πως αν δεν το κάνεις δε θα βγει καλό το φλυτζάνι σου. Περίμενα υπομονετικά την κυρία Άννα να τελειώσει και συνειδητοποίησα πως ένα μέρος του εαυτού μου είχε πράγματι αγωνία για το τι θα ακούσει. Το λογικό μου κομμάτι έδωσε μια δυνατή σφαλιάρα στον μικρό του αδερφό, τον δεισιδαίμονα. Μαλώνουν συχνά αυτοί οι δύο, όμως επικρατεί ο λογικός -και είμαι απίστευτα ευτυχής για ετούτη την εξέλιξη.

Η κυρία Άννα ήρθε προς το μέρος μου. Τη ρώτησα πώς να γυρίσω το φλυτζάνι. Με κοίταξε βλοσυρά και μου είπε πως προφανώς θα το γυρίσει αυτή. Η αλήθεια είναι πως δεν έχω ιδέα πώς γυρνάνε ένα φλυτζάνι· δεν ήξερα όμως πως είναι τόσο κακό να το προσπαθήσω.

Η κυρία Άννα με κοίταξε και με ρώτησε αν βιάζομαι. Από την απόκρισή μου εξαρτιόταν το αν θα έτρωγε τώρα ή μετά από το φλυτζάνι. Τη ρώτησα πόσο κρατάει η όλη διαδικασία και μου είπε πως δεν παίρνει παραπάνω από 5-6 λεπτά. Κομμάτια να γίνει, της λέω. Ας μου το πείτε τώρα, να φάτε μετά με την ησυχία σας. Δεν δυσανασχέτησε καθόλου. Άφησε το τάπερ με το σουποειδές περιεχόμενο στο μπαρ και κατευθυνθήκαμε προς το μαγικό τραπέζι.

Εκεί υπήρχαν διάφορα αντικείμενα. Διάφορες τράπουλες, ένα σημειωματάριο, ένα κινητό, ένα στυλό, μια θήκη γυαλιών και το προσφάτως ακουμπισμένο φλυτζάνι μου. Απογοητεύτηκα. Όλα αυτά τα αντικείμενα φαντάζουν εμφανώς απλά και καθημερινά. Περίμενα κάποιο μαντζούνι, κάποιον μαύρο φύλαρχο, κάποια ύποπτη σκόνη από οστά νυχτερίδας, ξέρετε, για το μαγικό φίλτρο. Η κυρία Άννα ωστόσο κάθισε και με κοίταξε με ένα βλέμμα σαν να μου έλεγε: «και τι ακριβώς περίμενες, ας πούμε;

Το ότι με βασάνιζε γυναίκα ήταν προφανές για την κυρία Άννα. Αυτό που δεν ήταν προφανές ήταν πώς θα με έπειθε ότι ήξερε ακριβώς πώς τη λένε, πόσων ετών είναι, τι σπουδάζει και αν είμαστε μαζί ή αν απλώς τη διεκδικώ. Την προσπάθεια της κυρίας Άννας να μάθει όλα αυτά από το φλυτζάνι μου δυσκόλευε ακόμη περισσότερο το γεγονός πως δεν υπάρχει μια τέτοια γυναίκα. Κι όμως, η εμπειρία και το φλυτζάνι έκαναν το θαύμα τους. Όχι μόνο υπάρχει αυτή η γυναίκα, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται με θέλει κι αυτή.

Στη συνέχεια η κυρία Άννα μου είπε να αναποδογυρίσω μερικά χαρτιά. Το πρώτο έλεγε πως είμαι τολμηρός αλλά πεισματάρης, το δεύτερο πως πρέπει να ξεφύγω από το νοσηρό μου παρελθόν και το τρίτο δεν θα μάθω ποτέ, διότι, σύμφωνα με το πρωτόκολλο, το τρίτο φύλλο δε το βλέπω ποτέ εγώ, αλλά μόνο η κυρία Άννα. Λυπήθηκα που δεν θα μάθω τι έλεγε το τρίτο φύλλο. Μπορεί να έλεγε πως έχω δύο χέρια, μπορεί να έλεγε πως όταν διψάω πίνω νερό, διάολε, μπορεί να έλεγε ακόμη και πως αναπνέω!

Η κυρία Άννα μου είπε 4 γράμματα. Όταν είδε πως δεν αντιδρώ, είπε κι ένα πέμπτο. Δεν ήθελα να τη στενοχωρήσω. «Αυτό είναι», της είπα. «Ε, είδες;» μου είπε. Κάτι στο βλέμμα της μαρτυρούσε πως, βαθιά μέσα της, κι αυτή ξέρει πως δεν τα πιστεύω όλα αυτά. Πόσες χιλιάδες φορές έχει κάτσει στο ίδιο τραπέζι, λέγοντας ελαφρώς διαφορετικά πράγματα σε εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους;

Οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη τη σταθερότητα. Θέλουμε να πιστεύουμε πως ελέγχουμε τη μοίρα μας, ή έστω πως γνωρίζουμε τι θα γίνει στη συνέχεια ώστε να προετοιμαστούμε γι’ αυτήν όσο καλύτερα μπορούμε. Η κυρία Άννα δεν είναι ο μάντης Κάλχας ούτε η Πυθία. Η κυρία Άννα είναι η φωνή της λογικής. Η κυρία Άννα είναι ο φίλος που θα σου πει να μιλήσεις στην κοπέλα που τόσο αγαπάς, η μητέρα που θα σε παρακαλέσει να κόψεις τον τζόγο και ο αδερφός που θα σε συμβουλέψει να μην οδηγείς μεθυσμένος.

Κάποιες φορές οι απλούστερες συμβουλές μεταμφιέζονται. Γίνονται φλυτζάνια, μαγικές κάρτες και προβλέψεις της μοίρας. Γίνονται αόριστα σχήματα σε αυλάκια καφέ, ντάμα κούπα η άσσος μπαστούνι. Ο άνθρωπος δεν ακούει ποτέ αυτό που του λένε, αλλά αυτό που θέλει να ακούσει. Η κυρία Άννα ξέρει πάρα πολύ καλά τι θέλετε να ακούσετε. Εδώ και 25 χρόνια σας το λέει, με την ελπίδα πως αν σας το πει και κάποιος άλλος θα το κυνηγήσετε.

Την ευχαρίστησα, σηκώθηκα, πλήρωσα 3 ευρώ και έφυγα. Μου είπε πως είναι εκεί Δευτέρες, Τετάρτες και Παρασκευές, στο ίδιο τραπέζι. Όταν βγήκα από την «Ανεμώλια», σκέφτηκα πόσοι άνθρωποι έχουν βγει από εδώ μέσα ευτυχισμένοι και ανακουφισμένοι. Καθόλου δεν τους ένοιαζε αν δεν πιστεύω σε δεισιδαιμονίες, κάρτες ταρό και αυλάκια καφέ. Ήταν απλώς ευτυχισμένοι που θα κυνηγούσαν την τύχη τους, ντυμένη ντάμα κούπα.

Advertisements