ΠΑΛΑΙΟΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Δευτέρα, 27 Μαρτίου. Η Θεσσαλονίκη είναι ιδιαίτερα μουντή. Είναι από αυτές τις μέρες που βγαίνεις έξω και το μετανιώνεις κατευθείαν, ελπίζοντας να μπορούσες να κάνεις μεταβολή και να κλειστείς στο σπίτι σου. Ρίχνει ένα ενοχλητικό ψιλόβροχο που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν αξίζει τον κόπο να τρέχεις κάτω από τα υπόστεγα, ή απλώς πρέπει να το υποστείς και να βραχείς όσο χρειάζεται για να σου χαλάσει η διάθεση.

Περιέργως, η μουντή αυτή η μέρα ταιριάζει γάντι με την κλεισούρα και την ελαφριά μυρωδιά μούχλας που επικρατεί σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο. Έχω μερικά στο μυαλό μου τα οποία είναι σαν να έχουν χτιστεί μια τέτοια μέρα και φτάνουν στην εντελέχειά τους σε γκρίζες μέρες σαν κι αυτή. Πάρκαρα λοιπόν -ως συνήθως- μετά κόπων και βασάνων και ξεκίνησα να επισκέπτομαι τα μέρη στα οποία κινδυνεύεις ανά πάσα ώρα και στιγμή να σε πλακώσουν τόνοι μουχλιασμένων βιβλίων: ένας θάνατος τραγικός, όμως καλλιεργημένος -σαν τη μούχλα που κρύβουν τα παλιά αυτά βιβλία.


Το πρώτο που επισκέφτηκα είναι και το πιο γνωστό: η Παλαιοβιβλιοθήκη Καραμουζά (Πλατεία Αγίου Παντελεήμονος 5), ακριβώς δίπλα από το σινέ Φαργκάνη. Αυτή η παλαιοβιβλιοθήκη βρίσκεται εκεί εδώ και 40 χρόνια. Θυμάμαι σαν σε όνειρο να την επισκέπτομαι με τους γονείς μου πριν από πολλά χρόνια. Το ενδιαφέρον μου τότε τράβηξαν μερικά αρχαιοπρεπή κόμικς, τα οποία με ξεπερνούσαν κατά πολύ ηλικιακά.



Μπαίνοντας, διαβάζεις μια ταμπέλα που σε προειδοποιεί να αφήσεις τις τσάντες σου στην είσοδο, διότι διάφοροι, στην προσπάθειά τους να ελιχθούν ανάμεσα στα βιβλία, γκρεμίζουν τους «βιβλιοπύργους» τους οποίους οι ιδιοκτήτες έχουν χτίσει με στοργή και προδέρμ. Υπάρχει και μια άλλη ταμπέλα η οποία σε προειδοποιεί πως υπάρχει σκάλα ακριβώς με το που μπεις, αλλά αν την δεις αφού μπεις, είναι ήδη αργά. Αν δεν την δεις πριν μπεις θα κουτρουβαλήσεις στο υπόγειο, προκαλώντας ένα βιβλιοντόμινο, μία βιβλιοκατολίσθηση δίχως προηγούμενο, ένα χάος, μία λογοτεχνική καταστροφή. Μετά θα σηκωθείς, θα πατήσεις πάνω σε τόνους βιβλίων και θα βγεις από το μαγαζί, αφού πρώτα μαζέψεις τα πράγματά σου δίπλα από την πόρτα και πεις «σόρι» στον υπάλληλο -ο οποίος εκείνη τη στιγμή θα έχει περίπου 21 πίεση.



Πρόσεχε λοιπόν πού πατάς, ατζαμή. Αναρωτιέμαι, δεν τρέμει το φυλλοκάρδι του ιδιοκτήτη κάθε φορά που κατεβαίνουν 5 άτομα στο υπόγειο; Αν φταρνιστείς δυνατά, λογικά δε θα σε βρουν ποτέ. Στο μνήμα σου θα αναγράφεται με μεγάλα γράμματα: R.I.B. (Rests In Books). Εγώ μέσα από αυτόν τον βιβλιοσωρό ξεχώρισα ένα βιβλίο του Έκο, το Όνομα του Ρόδου, από τα Ελληνικά Γράμματα. Το ότι ο εκδοτικός οίκος έχει κλείσει, κάνει τη συγκεκριμένη μετάφραση λίγο σπάνια. Επίσης με ενθουσιάζει το ότι το βιβλίο είναι καλομεταχειρισμένο -φαίνεται πως είναι διαβασμένο, αλλά δεν είναι καθόλου σκισμένο/μουτζουρωμένο/σημειωμένο. Γενικότερα μου αρέσει να κρατάω τα βιβλία που διαβάζω, δε θέλω να τα δανείζομαι και να τα επιστρέφω. Νομίζω πως κατά κάποιον τρόπο δενόμαστε με τα βιβλία που διαβάζουμε. Το ότι ήταν κάποιου άλλου πριν, δεν με στενοχωρεί ιδιαίτερα -πόσο μάλλον όταν αυτός ο κάποιος το μεταχειρίστηκε με τόσο σεβασμό.


Η επόμενή μου στάση ήταν το ελληνοαρμενικό κέντρο πολιτισμού Ροστώμ Αλατζιάν (Αλεξάνδρου Σβώλου 55), το ημιυπόγειο δίπλα από το οποίο περνάω πολλά χρόνια και στο οποίο ποτέ μέχρι τώρα δεν είχα μπει. Σταμάτησα απ’ έξω να τραβήξω μερικές φωτογραφίες και κατευθείαν με προσέγγισε ο κύριος Χρήστος Βουλγαρίδης, ο γαμπρός του Ροστώμ Αλατζιάν, ο οποίος εκτός από μία τεράστια συλλογή παλιών και σπάνιων βιβλίων/χαρτών/γραμματοσήμων/εφημερίδων και χιλίων άλλων, είχε και μία εξαιρετική έφεση στην ομιλία. Μόνο τα μισά από αυτά που είπε να είχα σημειώσει, θα είχα υλικό για 4 κείμενα.


Κατεβήκαμε κάτω, στο βομβαρδισμένο από βιβλία τοπίο το οποίο χρησιμεύει και σαν στέγη καλλιτεχνών παντός είδους -αν καταφέρουν να χωρέσουν την καρέκλα τους ανάμεσα στα βιβλία. Εκεί ο κύριος Χρήστος μου έδωσε 2 CD (!!!) με μουσικές συνθέσεις πολυπράγμονων συγγενών του και άρχισε να μου μιλά για τα παμπάλαια βιβλία που μπορεί κανείς να βρει εκεί μέσα. Μου έδωσε να φωτογραφίσω ένα χειρόγραφο του 1800, μερικά εβραϊκά βιβλία και κάποια παμπάλαια χριστιανικά συγγράμματα. Είμαι ωστόσο πεπεισμένος πως τα αρχαιότερα βιβλία βρισκόντουσαν στον πάτο του σωρού βιβλίων πάνω στον οποίο είχα ακουμπήσει την κάμερά μου.

Βγήκα από το μικρό αυτό πολιτισμικό κέντρο σκεπτόμενος πως ένα τέτοιο μέρος, όσο μπάχαλο κι αν φαίνεται με την πρώτη ματιά, έχει μια απίστευτα μεγάλη ποσότητα συσσωρευμένης, ακατέργαστης γνώσης και λεκτικού πλούτου. Δεν είναι λίγες οι φορές που βρίσκεις το φεγγάρι πεταγμένο στα σκουπίδια -σκέψου τι μπορείς να βρεις σε έναν σωρό παλιών βιβλίων.

Κατευθύνθηκα προς τα παλιατζίδικα, την γειτονιά στην οποία μπορείς να βρεις πραγματικά πάνω από 20 παλαιοπωλεία τα οποία διαθέτουν και αξιοπρεπέστατες συλλογές βιβλίων. Με το «αξιοπρεπέστατες» φυσικά εννοώ το πόσο μπορείς να γελάσεις με αυτά που θα βρεις. Σε κάθε περίπτωση, έχεις πολλές πιθανότητες να βρεις κάτι εξαιρετικά αξιόλογο σε εξευτελιστική τιμή, αν είσαι διατεθειμένος να παλέψεις λίγο με τη μούχλα. Για να μην κουράσω και να μην μακρηγορήσω, θα αναφέρω τα 2 αγαπημένα μου παλαιοπωλεία στα οποία μπορεί κανείς να αγοράσει βιβλία. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να κάνουν μια βόλτα στα τριγύρω μαγαζιά -το προτείνω ανεπιφύλακτα.

Το πρώτο είναι ένα Παλαιοπωλείο στην οδό Αγνώστου Στρατιώτου, του οποίου η ταμπέλα γράφει «Στέγη Αδελφότητας Παναγίτσας Πέλλας». Μην σας αγχώνει όμως αυτό. Μέσα, εκτός από βιβλία θρησκευτικού ενδιαφέροντος, μπορείτε να βρείτε Σιμόν ντε Μπωβουάρ, τις καλύτερες συνταγές για τη γιορτή του έρωτα από τη Βέφα Αλεξιάδου, τον Ερωτόκριτο του Βιτζέντζου Κορνάρου, ένα σημείωμα από την Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή και ένα τεύχος της Σούπερ Κατερίνας από τον Αύγουστο του 1985 με εξώφυλλο έναν από τους πρώην άντρες της Ρούλας Κορομηλά, όταν ήταν ακόμη φίρμα, το οποίο όταν πρωτοκυκλοφόρησε κόστιζε 120 δραχμές.

Να 5 αντικείμενα τα οποία κανείς, ποτέ δε φαντάστηκε πως μπορούσαν να συγκεντρωθούν στον ίδιο χώρο. Να όμως που συγκεντρώθηκαν. Σε περίπτωση που εύλογα αναρωτιέστε «και γιατί συγκεντρώθηκαν;», σας απαντώ πως στα παλιατζίδικα ισχύουν άλλα μέτρα κι άλλα σταθμά. Πίστευε και μη ερεύνα, σύγχρονε Ιούδα.

Όταν σταμάτησα να γελάω, συνέχισα να περπατώ στα παλιατζίδικα και πέρασα από την οδό Τοσίτσα. Εκεί συνάντησα τον άνθρωπο ο οποίος όταν ονόμαζε το παλιατζίδικό του βαριόταν αφάνταστα, έτσι το ονόμασε όπως αυτός: Παναγιώτης, και άι στο διάολο μεσημεριάτικα. Ο κύριος Παναγιώτης είναι από τις πιο υπέροχες και αυθεντικές φιγούρες που θα συναντήσετε στα παλαιοπωλεία και έχει τόσα δόντια όσους και τόνους από παλιατζούρες: 4. Όταν τον ρώτησα πώς λέγεται ο δρόμος του μαγαζιού, μου είπε «τι;» Όταν τον ξαναρώτησα πιο δυνατά, μου απάντησε «Κουφίτσα.» Μετά το ξανασκέφτηκε, και είπε «Τοσίτσα».


Στην Τοσίτσα λοιπόν -αυτή πάνω από την Αριστοτέλους, διότι υπάρχει κι άλλη στη Θεσσαλονίκη- μπορείτε να βρείτε τον Λόρδο Τζιμ, ένα αφιέρωμα της εφημερίδας Το Βήμα για τον εμφύλιο, ένα συντακτικό της αρχαίας, ένα βοήθημα ιστορίας κατεύθυνσης Γ’ Λυκείου (!!!) και τη Χιονούλα και τη Ροδούλα.


Εάν δεν σας ικανοποιούν όλα αυτά, μην ανησυχείτε. Είμαι βέβαιος πως το παλαιοπωλείο αυτό, όπως και κάθε άλλο σε αυτή τη συνοικία, κρύβουν θησαυρούς που θα ικανοποιήσουν και τους απαιτητικότερους των αναγνωστών. Αν κάνετε αυτή τη βόλτα, να την κάνετε με καλή διάθεση και σεβασμό. Να αγαπάτε αυτούς τους ανθρώπους που έχουν τόσο σπουδαίες ιστορίες να σας πουν. Κι αν έχετε χρόνο, να τους ακούσετε. Όταν ένα άγαλμα δείχνει τον ουρανό, λένε, ο χαζός κοιτά το δάχτυλο.

Advertisements