ΛΑΔΑΔΙΚΑ – LIVE SESSIONS

(12:52) Οδηγώ σαν μανιακός για να φτάσω στα Λαδάδικα. Μια υποχρέωση με καθυστέρησε και κυνηγώ τον χρόνο, ντυμένος γαμπρός -ή καλύτερα, σκαρπινόφλωρος.

(12:59) Πάρκαρα στο parking της Πλατείας Ελευθερίας. Γίνεται το σώσε. Σε λίγο θα πρέπει να κάνουμε κράτηση για να παρκάρουμε σε parking. Η τύχη μου χαμογέλασε και βρήκα μια τρύπα να στριμώξω το MiTo. Μετά ελίχθηκα σαν αίλουρος ανάμεσα από τα αυτοκίνητα υπό τα εξεταστικά βλέμματα των παρκαδόρων που αναρωτιόνταν “τι κάνει ετούτος ο καλοντυμένος καραγκιόζης;”

(13:06) Μετά από κόπους και βάσανα, κατάφερα να φωτογραφίσω κάποια στενά των Λαδάδικων στα οποία δεν ήταν αφημένο βανάκι με αλάρμ. Χαρούμενος με αυτήν την εντυπωσιακή μου επιτυχία και κάτω από τα γέλια διαφόρων που παρακολουθούσαν έναν κλαρινογαμπρό να τρέχει στα Λαδάδικα και να φωνάζει “Ε ΟΧΙ ΚΙ ΕΔΩ ΒΑΝΑΚΙ ΓΑΜΩ ΤΟΝ ΜΠΕΛΑ ΜΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΤΙΚΑ”, κάθισα σε ένα ειδυλλιακό καφέ δίπλα από το σιντριβάνι των Λαδάδικων. Ή, τουλάχιστον, εκεί που νομίζω πως είναι το σιντριβάνι των Λαδάδικων, διότι δε φαίνεται από τις 60 παρκαρισμένες μηχανές.


(13:11) Η σερβιτόρα μόλις σταμάτησε να γελάει. Δε βλέπεις και κάθε μέρα έναν τύπο με 3 τσάντες ντυμένο γαμπρό να κάθεται σε ένα τραπεζάκι και να βγάζει λάπτοπ, κάμερες, κινητά, καλώδια, φορτιστές και να σου παραγγέλνει καπουτσίνο. Α, να ξέρετε, είναι πολύ ωραία εδώ. Αν εξαιρέσεις το παιδάκι με το ακορντεόν που μου έχει σπάσει τα νεύρα. Όχι, δεν έχω μισό ευρώ να σου δώσω. Ναι, δεν έχει σημασία που φοράω γραβάτα, είναι όλα μία πλάνη, θα σταματήσεις να παίζεις το “άσε τα μαλλάκια σου ανακατεμένα” μέσα στο αυτί μου;



(13:14) Το καπουτσίνο ήρθε. Δεν θέλω καθόλου να πιω καφέ, αλλά έπρεπε να παραγγείλω κάτι. Με τέτοια αμφίεση, έπρεπε να έχω παραγγείλει periet με μία φέτα λεμόνι, αλλά ντράπηκα. Αρκέστηκα σε έναν απλό, καθημερινό καπουτσίνο, ο οποίος, έτσι πως βλέπω το αφρόγαλα λίγο καμένο, είναι περισσότερο “πουτσίνο”.

(13:20) Δίπλα μου κάθεται ένα ζευγάρι το οποίο με κοιτά -κι αυτό- περίεργα. Πίνουν και οι δύο εσπρεσάκια, ο ένας σε μαύρο και η άλλη σε κόκκινο φλυτζανάκι. Μα πού έχω το μυαλό μου; Εσπρέσο έπρεπε να έχω παραγγείλει, με αμφίεση γνήσιου Ιταλού. “Παιδί, μπορείς να μου αλλάξεις τον καπουτσίνο και να τον κάνεις εσπρέσο, διότι ταιριάζει περισσότερο με την αμφίεσή μου;” Αν άκουγα αυτήν την πρόταση σε ένα καφέ, θα ήθελα να χαστουκίσω αυτόν που την ξεστόμισε μετά μανίας. Καλύτερα να το βουλώσω και να πιω τον πουτσίνο μου.

(13:25) Αυτό το ενοχλητικό παιδί με το ακορντεόν δε λέει να φύγει πάνω από το κεφάλι μου. Μάλλον δεν γνωρίζει τι συνέβη σ’ εκείνο το παιδί από την παλιά μου γειτονιά, που ήξερε κι έπαιζε το ακορντεόν. Του λέω “δεν ξέρεις τι συνέβη σ’ εκείνο το παιδί από την παλιά μου γειτονιά που ήξερε κι έπαιζε το ακορντεόν;” Με κοίταξε με βλέμμα αδιαφορίας και αγανάκτησης. “Έχεις ένα ευρώ ρε;” Εγώ φταίω, ρε αχάριστε, που θέλω να σου μάθω 5 πράγματα για τον Μάνο Λοΐζο. 


(13:31) Με περιτριγυρίζουν γιγαντιαία κουνούπια. Είναι δυνατόν από ολόκληρη πλατεία να ήρθατε σ’ εμένα, που είμαι ο πιο καλοντυμένος; Να φύγετε, ενοχλητικά κουνούπια, να πάτε αλλού, σε κάποιον με λιγότερο εντυπωσιακή περιβολ… ΑΟΥΤΣ. Νισάφι πια. Δεν σέβονται τίποτε αυτά τα αιμοβόρα πλάσματα. Σας εύχομαι ολόψυχα να βρείτε μαρτυρικό θάνατο μέσα στον πουτσίνο.

(13:37) Τα κουνούπια με έχουν τσιμπήσει σε μέρη που δε θα έπρεπε ποτέ να αγγιχθώ. Και κάπως έτσι, στη μέση της πλατείας των Λαδάδικων, νιώθω πιο ευάλωτος από ποτέ. Και το χειρότερο ξέρετε ποιο είναι; Αφού με τσίμπησαν και πήραν αυτό που ήθελαν από εμένα, με παράτησαν, (κλαρινο)γαμπρό στην εκκλησία -σχεδόν κυριολεκτικά-, σαν στημένη λεμονόκουπα. Και μόνη μου παρηγοριά, ο πουτσίνο. 

(13:42) Ο κόσμος έχει αρχίσει να με συνηθίζει. Η  φιγούρα του μυστήριου, υπερβολικά καλοντυμένου τύπου που γράφει μανιωδώς και γελάει μόνος του στη μέση της πλατείας δεν τους ξενίζει πλέον. Αναρωτιέμαι, γιατί; Πραγματικά, αν εγώ καθόμουν στο διπλανό τραπέζι, μπορεί και να μου άφηνα κανένα δίευρο και να με χτυπούσα φιλικά στον ώμο, ξεστομίζοντας μια παρηγορητική φράση σε στυλ “κουράγιο αδερφέ… θα περάσει.”

(13:47) Δύο άντρες ήρθαν κι έκατσαν στο διπλανό τραπέζι. Μιλάνε μια μυστήρια, βαριά γλώσσα, βαρύτερη ακόμη κι από τα Ρωσικά -πράγμα το οποίο μέχρι πρότινος θεωρούσα αδύνατον. Επίσης, βλέπω καλά…; Στο απέναντι τραπέζι, ήρθε κι έκατσε ένας τύπος που είναι ακόμη πιο καλοντυμένος από εμένα! Σακάκι, σκαρπίνι, γραβάτα και γυαλί ηλίου. Ποιος νομίζεις πως είσαι ρε καράφλα, που έρχεσαι στο μαγαζί μου και μου το παίζεις εμένα γαμπρός; Θα γίνει χαμός -επιστρέφω σε λίγο.


(13:52) “Δε μου λες ρε… πόσα κιλά είσαι;” πάω και λέω στον τύπο που ήρθε και μου το παίζει ωραίος. “110” μου λέει. “Δε μου λες ρε”, τον ξαναρωτάω, “τι ύψος έχεις;” “2.05” μου λέει. “Δε μου λέτε… Σας έχει πει κανείς πόσο ωραίο είναι το κουστούμι σας;”

Πείτε ό,τι θέλετε. Καλύτερα φλώρος, παρά κρεμασμένος από τη γραβάτα μου.

(13:58) Δύο παιδιά ήρθαν κι έκατσαν στο τραπέζι όπου πρωτύτερα καθόταν το ζευγάρι με τα εσπρεσάκια διαφορετικών χρωμάτων. Δεν μπορεί να είμαι τόσο τυχερός: είναι πρώτο ραντεβού. Είναι-δεν είναι 17 χρονών. Αυτός είναι απίστευτα αγχωμένος και έχει ιδρώσει ακόμη και στους αγκώνες, ενώ αυτή κρατά αμυντική στάση και απαντά απότομα. Έλα βρε κοπέλα μου, σε παρακαλώ, μη φέρεσαι έτσι στο παλικάρι. Είναι άβγαλτος ο καημένος, κάν’ του λίγα νάζια να πάρει μπρος.

(14:02) Υπήρξα μάρτυρας μιας από τις σκληρότερες στιγμές της ζωής αυτού του παιδιού. Της λέει ο κακομοίρης, όλο ελπίδα “θα με αφήσεις να πληρώσω, έτσι;” Κι η κακούργα του απάντησε “δε συνηθίζω να αφήνω τους φίλους μου να πληρώνουν για μένα”. Θα ήθελα, ό,τι κι αν κάνετε, να το σταματήσετε. Του αξίζουν 5 λεπτά σιγής. Κουράγιο αδερφέ μου.


(14:07) Για το όνομα του Θεού, είτε το πιστεύετε είτε όχι, ξεκίνησε να βρέχει. Και μάλιστα, όχι καμια-δυο ψιχάλες. Καρεκλοπόδαρα. Το λάπτοπ, η κάμερα, το κινητό -όλα ήταν εκτεθειμένα. 4 υπάλληλοι του καταστήματος τρέξανε να ανοίξουν την ομπρέλα, η οποία επειδή κολλούσε στη σόμπα δεν άνοιγε. Μετακινήσαμε λοιπόν τη σόμπα, ένα τραπέζι και 3 καρέκλες γιατί πάλι δεν άνοιγε η ομπρέλα. Ή ομπρέλα τελικά άνοιξε με κόπους και βάσανα, αφού οι συσκευές μου είχαν γίνει υδρόβιες. Τουλάχιστον, το αγόρι στο πρώτο ραντεβού μπορούσε να λέει πως την έκανε να τρέχει από πίσω του -καθώς έτρεχαν κάτω από το υπόστεγο να προστατευτούν από τη μπόρα. 



(14:11) Η μπόρα έχει κόψει αρκετά. Κάθομαι κάτω από την ομπρέλα, ελαφρώς βρεγμένος. Μια κοπέλα με χειροποίητα παστέλια περνά από πάνω μου και με ρωτά αν θα ήθελα να δοκιμάσω -αρνούμαι ευγενικά.

Δεν ξέρω τι ακριβώς είναι αυτό που πουλάνε τα Λαδάδικα, αλλά περιέργως είναι ακριβώς αυτό που θέλω.

This Live Session has ended. See you next Friday.

Advertisements