ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ GOINGPRO

Σήμερα, ήταν μια κανονική ημέρα. Σηκώθηκα το πρωί και τελείωσα τη Λέσχη του Τσίρκα. Καιρός ήταν. Πού καιρός για χαρές και ανασκόπηση, συνεχίζουμε με την υπόλοιπη τριλογία. Όχι όμως τώρα. Προς το παρόν, σηκώθηκα από το κρεβάτι και ακολούθησα πεισματικά τη ρουτίνα. Ντύθηκα, φόρεσα τα ακουστικά μου και βγήκα από το σπίτι. Ακολούθησα τη γνωστή διαδρομή προς το καφέ από το οποίο παίρνω έναν καπουτσίνο στο χέρι κάθε μέρα για να συναντήσω την ίδια υπάλληλο που συναντώ κάθε μέρα. Κρατώ πάντα τις αποστάσεις, αν και μετά από τόσο καιρό θα μπορούσα να της μιλώ στον ενικό. Αναρωτιέμαι τι σκέφτεται για μένα. Ευχαριστώ, να είστε καλά, καλή συνέχεια.

Μπήκα στο αμάξι. Έβαλα τον καφέ στην τυπική του θέση. Έχει χαλάσει η θέρμανση και λειτουργεί μόνο στο τέρμα. Ή κρυώνεις ή βγάζεις τη μπέμπελη -διαλέγεις και παίρνεις. Κατευθύνθηκα προς το κέντρο ακούγοντας μουσική που επέλεγα εγώ από το κινητό μου, σκεπτόμενος υποθετικά σενάρια τα οποία ποτέ δεν θα πραγματοποιηθούν. Μα και να πραγματοποιηθούν, θα μοιάζουν αλλιώς απ’ ό,τι τα περίμενες. Η ευτυχία ποτέ δε μοιάζει με τις υποσχέσεις της, όταν έρθει είναι κάτι άλλο -κάτι που ωριμάζει.

Processed with VSCO with f2 preset

Πότε πέρασε ένας χρόνος; Σαν χθες μου φάνηκε που έκανα εκείνο το εργαστήριο της Διαδικτυακής Δημοσιογραφίας στη ΔΕΘ. Κάναμε, λέει, εισαγωγή στις πλατφόρμες για blogging.  «Ανοησίες» με θυμάμαι να σκέφτομαι και θυμώνω με τον εαυτό μου. Η υποτίμηση είναι η πιο δειλή αντίδραση.

Θυμήθηκα τις δεκάδες αποτυχημένες μου προσπάθειες να γράψω κάτι με πρόγραμμα. Έχω δημιουργήσει και διαγράψει πολλά blog, έχω διαχειριστεί σχολική εφημερίδα, έχω αγοράσει τετράδια για να τα γεμίσω και λέρωσα μονάχα 2 σελίδες με σκόρπιες σκέψεις. Κάθε που ξεκινούσα κάτι, αφιέρωνα πάρα πολύ χρόνο στο να το στήσω. Έβαζα ωραίο τίτλο, όμορφο θέμα και το πλαισίωνα με τα πιο όμορφα χρώματα και την πιο έξυπνη λεζάντα. Αγόραζα το πιο ακριβό τετράδιο με το πιο υπέροχο, κιτρινισμένο χρώμα και αυτήν την μεθυστική μυρωδιά που αναδύεται από την καρδιά του χαρτιού. Κι ύστερα το κατέστρεφα, γράφοντας στις δυο πρώτες σελίδες και παρατώντας το να σκονίζεται σ’ ένα ράφι.

DCIM100GOPROGOPR1343. Processed with VSCO with f2 preset

Όταν ερχόταν λοιπόν η ώρα του γραψίματος, ήμουν εξαιρετικός -για δυο φορές. Μετά το άφηνα. Κι αύριο μέρα είναι, ίσως και μεθαύριο, πού καιρός για τέτοια μωρέ, μια άλλη φορά που θα μου περισσεύει χρόνος. Κι έτσι θυσιάζονταν ξεδιάντροπα οι χιλιάδες δυνατότητες στο βωμό μιας οκνηρίας, μιας θλίψης που όπου κι αν την άγγιζες, ανάβλυζε χαμένες ευκαιρίες.

Έναν χρόνο πριν έκατσα μπροστά στο λάπτοπ μου. Ήταν Δευτέρα. Στο μυαλό μου στροβιλιζόταν η δυνατότητα και μου σφυροκοπούσε τα μηνίγγια. Προσπαθούσα να τη διώξω ο δειλός μα δε μ’ άφηνε· επέμενε, σαν καλός φίλος και αυστηρός πατέρας. Άνοιξα τον κειμενογράφο. Η λευκή σελίδα ξάπλωνε απειλητικά μπροστά μου, σαν γυναίκα την οποία δεν μπορείς να ικανοποιήσεις, όμως δε το ξέρει και σε κοιτά μαυλιστικά. Το μάτι είναι δειλό, μα το χέρι τολμηρό. Τα δάχτυλά μου πήγαιναν μόνα τους. Αποφασιστικά, προσπαθώντας να κρύψω από κάθε φανταστικό παρατηρητή πως φοβόμουν τη λευκότητα της σελίδας· δεν ήμουν έτοιμος να διαταράξω αυτήν τη λευκή αρμονία.

Processed with VSCO with c7 preset

Στο μυαλό μου γυρνούσε η προσφάτως αγορασμένη κάμερά μου, η GoPro. Έγραψα τότε για την πρώτη φορά που την κρέμασα πάνω από την αριστερή ρόδα του αμαξιού μου και έκανα βόλτα στην Κρήνη (βλέπε εδώ). Στο μυαλό μου γυρνούσε μια ονομασία: Goingpro. Απλό, λιτό, προφανές. Τυχαία, σκέφτηκα ένα όνομα με πολλές δυνατότητες κι ακόμη περισσότερες συνδηλώσεις. Κάτι που ξεκίνησε ως προέκταση της GoPro, ωρίμασε και την ξεπέρασε. Κάτι που ξεκίνησε με την προοπτική να τελειώσει ως συνήθως σε 2 βδομάδες, επέζησε κι έγινε ανάγκη.

Το πρώτο κείμενο μου άρεσε. Έστησα στα γρήγορα το blog και το ανέβασα. Πήρα μια βαθιά ανάσα και το ανέβασα και στο Facebook. Φοβόμουν την αντίδραση του «κοινού» -δε τους είχα συνηθίσει σε τέτοιες δραστηριότητες. Μου άρεσε τόσο πολύ να παρακολουθώ τα στατιστικά που έκατσα να γράψω και δεύτερο κείμενο για τον αγαπημένο μου δρόμο στη Θεσσαλονίκη (βλέπε εδώ). Αυτό, δε το ανέβασα εκείνη την ώρα. Περίμενα την επόμενη μέρα το μεσημέρι.  Ακούμπησα στην πλάτη την καρέκλας μετά από πολλή ώρα. Ο αέρας βρωμούσε δυνατότητα. Ήταν πλέον Τρίτη, 4 Απριλίου 2016.

Ένιωθα τόσο στεγνός μετά από τα δύο αυτά πρώτα κείμενα. Πίστευα πως κάθε μετέπειτα κείμενο θα είναι υποδεέστερο. Θεωρούσα πως δεν έχω άλλα τραγούδια να γεμίσω αυτόν τον δίσκο. Δεν μένει τίποτε να γράψω, είπα, τα ‘χω γράψει όλα. Κι έναν χρόνο και 114 κείμενα μετά, μένουν όλα, λέω, δεν έχω γράψει τίποτε.

Processed with VSCO with f2 preset

Μέσα σ’ αυτόν τον χρόνο έξυσα την επιφάνεια των πραγμάτων που μπορούν να με ερεθίσουν. Πάτησα πάνω σ ένα ξύλινο κασελάκι και κοίταξα πάνω από τον πέτρινο τοίχο που λέγεται Φόβος, μόνο για ν’ αντικρύσω την απεραντότητα του κόσμου και της δυνατότητας. Είμαστε μικροί, πολύ μικροί μπροστά σ΄ αυτό το τέρας που ονομάζεται Ύπαρξη. Και με κάθε μας σχέδιο, ο Θεός γελά, του δίνει μια και το διαλύει. Κι όμως, είδα ανθρώπους να γκρεμίζουν τείχη και Θεούς, μονάχα με τη δύναμη των ονείρων τους.

Όταν έφτασα στο κέντρο και βρήκα επιτέλους να παρκάρω, βρέθηκα να περπατώ και να ταξιδεύω στον τελευταίο χρόνο: Κόκκινη Πλατεία, Αλεξάντερπλατς, Λαμπινού στο Πήλιο· ένα χαμένο Βουλκανιζατέρ κάπου έξω από την Καλαμάτα, ένας ιδρωμένος Ιταλός στα Καβαλικευτά της Λευκάδας και ένα καταφύγιο στις κορυφές του Ολύμπου· ένα ολόδικό μου σπίτι στην καρδιά του Βερολίνου, ένας Τούρκος πωλητής ντονέρ 3 στάσεις μετρό παραδίπλα κι ένας βράχος που φυλά το όριο του καλοκαιριού στην παραλία του Ποσειδίου. Κι εκεί όπως περπατούσα τα έβλεπα να ζωντανεύουν μπροστά μου, να παίρνουν θέση δίπλα από τα Παλιατζίδικα,  την Ερνέστου Εμπράρ με τη Μικρή Μαρμίτα και την τουαλέτα της γιαγιάς μου που τελικά δεν κοιτά στον Λευκό Πύργο. «Δε φτάνουν όλα αυτά;» αναρωτιόμουν.

Processed with VSCO with f1 preset

Ξαφνικά, ένας πωλητής σαλεπιού ρώτησε μια κοπέλα αν θέλει σαλέπι. «Πώς σε λένε;» τη ρώτησε. «Πία» του είπε. Κεραυνοβολήθηκε. «Πία; Από το Ευλαμπία;» Ένας οδηγός φορτηγού σταμάτησε ακριβώς πάνω στη διάβαση της Εγνατίας. Γνωρίζοντας πως όλοι θα πέσουν να τον φάνε, σήκωσε τα χέρια ζητώντας μια οικουμενική συγγνώμη σ’ όποιον τυχόντα τον έβριζε. Δυο πλανόδιοι πωλητές έτρεχαν κουβαλώντας την πραμάτεια τους. Στάζανε στον ιδρώτα μα χαμογελούσαν ρίχνοντας κλεφτές ματιές πίσω, αναζητώντας τους αστυνομικούς εξαιτίας των οποίων ξεκίνησε το κυνηγητό αυτό. «Όσο υπάρχουν άνθρωποι, δειλέ, θα υπάρχουν κι ιστορίες», είπα στον εαυτό μου.

Processed with VSCO with f3 preset

Γύρισε το θηρίο και με ρώτησε, ψιθυρίζοντάς μου στ’ αυτί:

-Λοιπόν, δε φτάνουν όλα αυτά;

Έσφιξα τα δόντια, το κοίταξα στα μάτια και του απάντησα:

-Δεν έχω καν αρχίσει.

Advertisements