ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΓΑΛΕΡΙΟΥ – LIVE SESSIONS

(12:42) Μπήκα φουριόζος στην Ισαύρων αναζητώντας την Τρίλιζα -τον παλιό Λοξία- στην οποία μπορεί να βρει κανείς ένα από τα πιο ιδιαίτερα μέρη στη Θεσσαλονίκη: το μπαλκόνι που κοιτά στον Γαλέριο. Μπήκα λοιπόν μέσα και εξήγησα -κουτσά-στραβά- στα παιδιά που δουλεύουν εδώ τι ακριβώς θέλω να κάνω. Οι αντιδράσεις δεν θα με κουράσουν ποτέ.

(12:47) “Θέλεις να γράψεις… live?” με ένα υπέροχο βλέμμα απορίας. “Ναι. Θα στηθώ με το λάπτοπ μου και θα γράψω, μέχρι τις 2” Υπήρχε βέβαια ένα μικρό πρόβλημα με το μπαλκονάκι, το οποίο έχει να κάνει με τα μετεωρολογικά καπρίτσια της Θεσσαλονίκης. Η τελευταία αποφάσισε σήμερα πως ήθελε να παίξει κρυφτό με τον ήλιο. “Ε να, ξέρεις, ίσως θα ήταν καλύτερα να γίνει μια άλλη μέρα, με καλύτερο καιρό…” Έλα όμως που δε γίνεται να γίνει άλλη μέρα διότι το ραντεβού μας είναι κάθε Παρασκευή στη 1. Στολιστήκατε, παρφουμαριστήκατε, βάλατε τα καλά σας εσώρουχα και θα σας αφήσω σύξυλους; 

(12:54) Ο υπέροχος υπάλληλος -ο οποίος λογικά διαβάζει, σ’ ευχαριστώ φίλε, να είσαι καλά- έβγαλε ένα τραπέζι και δύο καρέκλες στο μπαλκόνι για να βγάλω τις φωτογραφίες μου και να γράψω το κείμενό μου. Έλα όμως που μετά από 5 λεπτά -αψόγως ελληνιστί- “το δάγκωσα” και ο υπάλληλος έπρεπε να τα μαζέψει και να τα ξαναβάλει μέσα -εκεί ακριβώς που ήταν 15 λεπτά πριν εμφανιστώ σαν λοιμός στη ζωή του. Δεν μου είπε τίποτε. Χαμογέλασε και μου έφερε έναν καφέ φίλτρου. Το τι έλεγε από μέσα του, είναι δική του υπόθεση. Εγώ κάθομαι κολλητά με το μπαλκόνι του Γαλέριου. Μας χωρίζει μόνο μια ξύλινη μπαλκονόπορτα. Μην αγχώνεστε, η θέα είναι ακριβώς ίδια, και το αίσθημα πανομοιότυπο.


(13:06) Μου φαίνεται απίστευτο πως εδώ κι έναν χρόνο δεν έχω γράψει σχεδόν τίποτε για την πλατεία Ναυαρίνου. Όταν ήμουν μικρός, οι γονείς μου με έπαιρναν από το χέρι, έπαιρναν και 5 μπλούζες για αλλαξιά επειδή ίδρωνα πολύ ο δόλιος και κατεβαίναμε όλοι μαζί στην Πλατεία Ναυαρίνου. Αυτοί -παλιά- καθόντουσαν στο Forum και αργότερα στο μικρό της κυρίας Λίτσας, δίπλα από τα ψιλικά του Μιχάλη στη γωνία. Εγώ πάλι έτρεχα σαν το άλογο στην πλατεία -γι’ αυτό και οι 4 αλλαξιές. Επέστρεφα στο καφέ που καθόντουσαν οι γονείς μου, έπινα λίγο νερό, άκουγα κάθε φορά τα ίδια σχόλια (“Παναγία μου, πώς ίδρωσες έτσι;”), άλλαζα μπλούζα κι έτρεχα ξανά στην πλατεία. Καταλαβαίνω πλέον γιατί οι γονείς μου δεν έκαναν δεύτερο παιδί. Άντε να τα κυνηγάς και τα δύο.

(13:13) Παίζαμε διάφορα παιχνίδια -ποδοσφαιρικά πάντα. Γερμανικό, διπλό, μονό, γαλλικό, αμερικάνικο. Είχαμε δημιουργήσει διάφορες εκδοχές για να λέμε πως κάνουμε και τίποτε διαφορετικό από το να κλωτσάμε ένα τόπι. Η αλήθεια είναι πως τότε δεν τα φιλοσοφούσαμε τα πράγματα πάρα πολύ -απλώς κλωτσούσαμε το καταραμένο τόπι με όλη μας τη δύναμη. Θυμάμαι ακόμη τον καλύτερό μου φίλο (χοντρό τότε, αν και τώρα έχει γίνει παιδαράς και γυμνασμένος, πληροφορίες inbox) να κάθεται δίπλα από το αντίπαλο τέρμα με τα χέρια στη μέση, περιμένοντας την μπάλα και φωνάζοντας “ε θα δώσετε καμια πάσα ρε;” Σου το είχα πει, μαλάκα, πως μια μέρα θα γράψω κάτι ντροπιαστικό για σένα για να σου αποδείξω πως ξέρω πως κάνεις share τα κείμενά μου χωρίς να τα διαβάζεις.

(13:20) Το αγαπημένο μας παιχνίδι βεβαίως ήταν να σημαδεύουμε τα παιδάκια που έκαναν κούνια -ή καλύτερα, τις γιαγιάδες τους. Δε χωράνε εδώ ηθικά διλήμματα: έτσι ήταν το έθιμο που μας κληροδότησαν οι παλαιότεροι. Θα χαλούσαμε εμείς τις Παραδόσεις; Δε θα ‘στε με τα καλά σας. Δώστου λοιπόν να σημαδεύουμε τις γιαγιάδες. Θυμάμαι ακόμη μια φορά που κάποιος κλώτσησε αριστοτεχνικά τη μπάλα με εσωτερικό φάλτσο, κι αυτή σηκώθηκε πολύ ψηλά, μόνο για να καταλήξει με ακρίβεια διαβήτη στο κεφάλι μιας γύφτισσας μαμάς με 4 παιδιά. Αυτή αμέσως ήρθε και χαστούκισε το παιδί που την χτύπησε στο κεφάλι: σκάνδαλο. Ήρθε αμέσως ο πατέρας του παιδιού και έγινε της κακομοίρας. Την απείλησε πως θα καλέσει την αστυνομία. Δεν την ξαναείδαμε έκτοτε.


(13:28) Ετούτος ο νεαρός -για όσους δεν τον γνωρίζουν- είναι ο Νικολάκης. Κατουράει ασταμάτητα εδώ και πόσα χρόνια. Για όσους από εσάς κάνετε διαγωνισμό για το ποιος θα κατουρήσει περισσότερη ώρα κι έχετε ρεκόρ τα 54 δευτερόλεπτα, σας προειδοποιώ: ο Νικολάκης σας έχει φάει λάχανο. Θυμάμαι πολλές φορές που, απ’ όλη την πλατεία, η μπάλα έβρισκε να πέσει μέσα στο συντριβάνι. Ο πιο γενναίος -ή ο πιο ανόητος, δεν έχω καταλήξει ακόμη- έκανε την παλικαριά να σκύψει για να πιάσει την μπάλα. Όλοι οι υπόλοιποι φυσικά τον έβρεχαν ή, ακόμη χειρότερα, τον έριχναν μέσα στο συντριβάνι. Μια ακόμη φορά μια κοπέλα έβαλε το χάμστερ της μέσα στο συντριβάνι, κι αυτό κολυμπούσε το καημένο μέσα σε χλώριο, ούρα ναρκομανών και ίσως λίγο ξεχασμένο νερό. Α, ρε Νικολάκη, τι έχουν δει τα μάτια σου. 

(13:34) Τα “ούρα ναρκομανών” δεν είναι υπερβολή ούτε εικασία. Το έχω δει να συμβαίνει, αμέτρητες φορές. Οι ναρκομανείς ήταν τόσο συνυφασμένοι με την πλατεία Ναυαρίνου, που προοδευτικά οι άνθρωποι ξεκίνησαν να πιστεύουν πως οι ναρκομανείς κατοικοέδρευαν στην πλατεία προτού αυτή δημιουργηθεί. Ένα ερώτημα σε στυλ”τι ήρθε πρώτα, η κότα ή το αυγό”, αλλά μετουσιωμένο σε “τι ήρθε πρώτα, η πλατεία ή η πρέζα;”

(13:37) Σ’ ετούτο μπορώ να απαντήσω, κι αν όχι εγώ, σίγουρα μπορούν οι παλαιότεροι. Πρώτα ήρθε η πλατεία, η οποία παλιότερα ήταν πραγματικά στις δόξες της. Τα μαγαζιά ήταν γεμάτα, εκατοντάδες παιδιά έπαιζαν και σερβιτόροι διέσχιζαν τη Σπύρου Λούη περνώντας σύριζα από τα διερχόμενα μηχανάκια. Η πλατεία έσφυζε από ζωή και οι ναρκομανείς ήταν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της. Θυμάμαι πως παίζαμε ποδόσφαιρο και στο παγκάκι που είχαμε ορίσει ως τέρμα καθόντουσαν δύο ναρκομανείς, συζητώντας για πολιτική και για το πώς τους τα ‘φερε η ζωή. Δε βαριέσαι. Πιάσε μια μπύρα. Σου βρίσκεται κάνα ψιλό;


(13:42) Πώς μπορούσε να μου εξηγήσει ο κυρ-Βασίλης, ο ιδιοκτήτης του μικρού καφέ στην Πλατεία, γιατί αυτός ο κύριος που χθες καθόταν στο παγκάκι που χρησιμοποιούσαμε για τέρμα, τώρα είναι ξαπλωμένος μπροστά μου, έχει σπασμούς και βγάζει αφρούς από το στόμα; Ήμουν πολύ μικρός για να συλλάβω την ακάθαρτη δίψα του ανθρώπου που τον πηγαίνει στη φθορά. Όσο για τον κυρ-Βασίλη, κάθε μέρα τα ίδια. Τους έδινε κόκα-κόλα για τη ζάχαρη, καλούσε και κανένα ασθενοφόρο να τους πάρει, μόνο και μόνο για να τους ξαναδεί το ίδιο βράδυ να κόβουν βόλτες στην πλατεία. Σκληρή δουλειά αυτή του μάρτυρα: βλέπεις πολλά, λες λίγα κι έχεις ελάχιστα να κάνεις.

(13:48) Μια νύχτα η πλατεία ήταν γεμάτη. Παιδιά έπαιζαν ποδόσφαιρο, γιαγιάδες έκαναν κούνια-μπέλα τα μωρά τους. Τσουλήθρα, γύρω-γύρω όλοι. Τα καφέ ασφυκτιούσαν από κόσμο, ίσως είχε κάποιο ματς που τους τραβούσε όπως το λαμπάκι στο εξοχικό σας τραβά τα μυγάκια τις νύχτες. Ξαφνικά, ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος που ακολουθήθηκε από έναν εκκωφαντικό γδούπο: είχε σπάσει ένα τεράστιο κλαδί από τον γερο-πλάτανο που αγκαλιάζει στοργικά τόσα χρόνια την πλατεία Ναυαρίνου. Κι είχε πέσει μάλιστα ακριβώς πάνω στα παγκάκια που συχνάζουν οι ναρκομανείς. Όλοι μαζεύτηκαν τριγύρω με αγωνία. Στο παγκάκι που πάντα καθόντουσαν και συζητούσαν για τη ζωή και το μεγάλο αδιέξοδο, στο παγκάκι μπροστά από το οποίο όποια ώρα κι αν περνούσες θα ήταν γεμάτο, εκείνη την ώρα δεν ήταν: δεν καθόταν κανείς.


(13:55) Δεν ξέρω ποιος είναι αυτός που μοιράζει τις δεύτερες ευκαιρίες σαν να ήταν διαφημιστικά φυλλάδια. Όμως ώρες-ώρες είμαι σίγουρος πως είναι ένα πλάσμα με πολύ χιούμορ. Αυτά συζητούσαν κι αυτοί που συχνάζουν στο παγκάκι ετούτο, το πόσο τυχεροί είναι και πόσο φτηνά τη γλύτωσαν. Λίγα σάλια τους τρέχουν απ’ την άκρη των χειλιών τους. Ο αέρας μυρίζει έντονα μπύρα κι απλυσιά. Σκέψεις για μια άλλη ζωή, καλύτερη, ίπτανται πάνω απ’ την πλατεία. Μετά από κάθε κρίση, έρχεται, ακόμη και στα πιο μπερδεμένα μυαλά, το αίσθημα των τύψεων. Μια προσπάθεια για αλλαγή που κρατά μερικές ώρες, μέχρι την επόμενη δόση. 


(13:59) Κοιτάω από το μπαλκόνι του Γαλέριου. Μέσα σ’ αυτά τα αρχαία τα οποία φωτογραφίζουν οι τουρίστες, ο πατέρας μου μικρός έπαιζε ποδόσφαιρο. Οι μεγαλύτεροι εδώ μέσα μας κλωτσούσαν τις μπάλες για να τρέχουμε να τις παίρνουμε. Μερικές φορές μας κυνηγούσε ο φύλακας. Τις προάλλες έμαθα πως το παιδί που μας κλωτσούσε τις μπάλες πέθανε. Από τι, δεν είναι ανάγκη να το συζητήσουμε. Κάποιες φορές η διαίσθηση είναι τόσο προφανής που σε πνίγει. Ατενίζοντας την πλατεία, θυμάμαι. Και μαζί μ’ αυτό θλίβομαι, χαμογελώ, απελπίζομαι κι ελπίζω ταυτοχρόνως. Ελπίζω πως κάποτε ο άνθρωπος θα σταματήσει να οδεύει ανερυθρίαστα στη φθορά· όμως δε μπορώ παρά να ελπίζω.

Τι μου θύμισες, μικρό μπαλκονι. Να τι εννοούσε ο Καζαντζάκης όταν έγραψε “βίγλα αψηλη στα φρένα μας η μνήμη”.

This Live Session has ended. See you next Friday.

Advertisements