ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ – LIVE SESSIONS

(12:49) Πάρκαρα στο parking του αεροδρομίου (το οποίο παράλληλα λειτουργεί και ως φαρμακείο), τελείωσα τον καφέ που είχα πάρει στο χέρι και κατευθύνθηκα προς τα ενδότερα του Αεροδρομίου «Μακεδονία», το προσφάτως αγορασθέν -μαζί με 13 ακόμη σε όλη την Ελλάδα- από την Fraport. Σε αντίθεση με την κοινή γνώμη, το αεροδρόμιο ούτε θα μετονομαστεί, ούτε θα το βάψουν ροζ με κίτρινες βούλες, ούτε θα του τοποθετήσουν δύο τεράστια κέρατα στην οροφή.

(12:56) Όλα φαίνονται να λειτουργούν κανονικά στο αεροδρόμιο. Ποιος ξέρει άλλωστε τι πραγματικά συμβαίνει σε ένα αεροδρόμιο; Όλα τα αεροδρόμια μου φαίνονται εξαιρετικά απρόσωπα -ίσως αυτό ακριβώς προσπαθούν να πετύχουν. Η φωνή της κοπέλας που εκφωνεί τις αναχωρήσεις και τις αφίξεις αγκομαχά να ακουστεί οικεία και ζεστή, αλλά αποτυγχάνει. Οι τυρόπιτες και οι καφέδες παλεύουν να αποδείξουν πως είναι το τελευταίο όμορφο πράγμα που θα θυμάσαι από την πόλη που φεύγεις, αλλά άθελά τους μετατρέπονται στο πρώτο πράγμα που θα ήθελες να ξεχάσεις.

(13:04) Αποφάσισα για πρώτη φορά στη ζωή μου -απ’ όσο θυμάμαι δηλαδή- να καθίσω για καφέ στο “Goodbye” καφέ-μπαρ-εστιατόριο-lounge-waiting room-γραφείο καθησυχάσεως φοβισμένων. Βρίσκεται στον δεύτερο όροφο του “Μακεδονία” κι έχει θέα στον αεροδιάδρομο. Όλα εδώ μέσα είναι στημένα σε στυλ αεροδρομίου: ένα τελευταίο πριν φύγεις. Ένας τελευταίος καφές, ένα τελευταίο κομμάτι μηλόπιτας αγνώστου ημερομηνίας λήξεως. Φυτά εσωτερικού χώρου, όμορφος φωτισμός, χαλαρωτική μουσική. Και στη μέση, τεράστιες οθόνες με τις αναχωρήσεις και τις αφίξεις. Ντιν-ντιν: last call. Πρέπει να φύγεις. Ω, και σ’ είχαν κάνει να αισθάνεσαι τόσο όμορφα, που δε θέλεις καθόλου.


(13:08) Το καφέ “Goodbye” έχει προσαρμόσει και τις ταπετσαρίες στο στυλ του αεροδρομίου. “Your next destination is taste”. Όχι, ο προορισμός μου είναι το Βερολίνο, το Παρίσι, το Λονδίνο ή όπου στο καλό πάω. Προς το παρόν, κάντε μου σας παρακαλώ έναν καφέ, φρέντο εσπρέσο μέτριο. Πόσο κάνει; 3,90; Πλάκα έκανα, δεν θέλω καφέ, δώστε μου παρακαλώ ένα καλαμάκι και μισή χαρτοπετσέτα -μην το φάμε ξεροσφύρι.

(13:13) Αυτόν τον καφέ θα τον πάρω σπίτι. Πρέπει να είναι υψηλά ιστάμενος στην κοινωνία των καφέδων, τίποτε άλλο δε θα μπορούσε να εξηγήσει την τιμή του. Μήπως είναι κάποιος πρέσβης-καφές; Μήπως είναι κάποιος πασίγνωστος ηθοποιός-καφές; Μήπως είναι ο Παντελής Καφές; Μήπως ανήκει στον κλήρο και είναι Καπουτσίνος; Αποκλείεται, για φρέντο εσπρέσο μου τον πούλησαν οι απατεώνες. Το καλό που του θέλω να πίνεται, γιατί έδωσα έναν σκασμό λεφτά.

(13:19) Εντάξει, ο καφές είναι αρκετά καλός. Αλλά είναι “3,90 του ευρώ” καλός; Η θέα στον αεροδιάδρομο είναι, πάντως, φοβερή. Και σ’ αυτά τα μέρη, θα μου πείτε, δεν πληρώνεις τον καφέ, ανόητε, αλλά τον περιβάλλοντα χώρο και τη μαγευτική θέα. Σωστά. Απέναντί μου, ένας παππούς με επιθετική αραίωση μασάει μανιωδώς μία σκληρή σφολιάτα και πετάει παντού κομματάκια. Δίπλα, η κόρη του πίνει τον καφέ της σαν να μην συμβαίνει τίποτε, αν και ο πατέρας της κάνει περισσότερο θόρυβο από την τουρμπίνα της Αεροφλότ που περνάει από τον αεροδιάδρομο. Στα αριστερά μου, ένας τουρίστας κοιμάται του καλού καιρού με ορθάνοιχτο στόμα. 2 φορές το λεπτό κάνει ένα περίεργο ρουθούνισμα και τινάζεται, χωρίς να ξυπνά. Είναι εξοπλισμένος με τα μεξιλάρια εκείνα για τον σβέρκο που σε κάνουν να μοιάζεις λες και κόλλησε το κεφάλι σου μέσα σε καμπινέ. Ναι, βεβαίως, έχετε δίκιο. Γι’ αυτήν την συνθήκη αξίζει να πληρώσει κανείς 3,90. Είναι σαν κωμωδία του Αριστοφάνη.


(13:26) Στα αεροδρόμια γινόμαστε πραγματικά καχύποπτοι. Μας ξυπνάνε ένστικτα, αυτό της αυτοσυντήρησης κι εκείνο του ντετέκτιβ. “Αυτός θα μπορούσε κάλλιστα να είναι τρομοκράτης”, ενώ στην πραγματικότητα δεν έχει πειράξει ούτε μύγα στη διάρκεια της ζωής του. “Αυτός εδώ είναι σοβαρός κύριος, προτιμώ να κάτσω δίπλα του”. Βέβαια. Τα ρούχα είναι ένας εξαιρετικά αξιόπιστος τρόπος να καταλάβεις το ποιόν ενός ανθρώπου. Το καρό πουκάμισο είναι μάλλον δείγμα ευνουχισμού, ανάμεσα σε κυρίαρχα αρσενικά που βάλλονται από τα πρωτόγονά τους ένστικτα.

(13:31) Στο δίπλα τραπέζι ήρθε κι έκατσε μια οικογένεια. Οι γονείς με το κοριτσάκι τους. Δεν ταξιδεύουν, περιμένουν φίλους οι οποίοι φτάνουν εντός ολίγου. Παρήγγειλαν να φάνε, ο μπαμπάς πήρε πορτοκαλάδα κι είχε χρόνια να πιει. Εξηγεί στην κόρη του πώς απογειώνονται τα αεροπλάνα. Δεν έχει ιδέα πώς, κι όμως να βλέπατε με τι θαυμασμό τον κοιτά η κόρη του. Ο μπαμπάς της, είναι ο κόσμος της ολόκληρος σ’ ένα κορμί. Κι εγώ είμαι αρκετά τυχερός που μου επιτρέπεται να μπαίνω στο σαλόνι μιας ξένης ζωής, να βγάζω μια φωτογραφία και να φεύγω χωρίς να πειράξω τίποτε.


(13:39) Το αεροδρόμιο έχει ακούσει προσευχές πιο αληθινές από κάθε εκκλησία, και στέκεται σιωπηλός μάρτυρας σε στιγμές σκληρών αποχωρισμών. “Θα μου λείψεις… Σ’ αγαπώ.” Στέκονται αγκαλιασμένοι μπροστά από τον έλεγχο αποσκευών. Αυτός πρέπει να φύγει, κλυδωνίζεται ανάμεσα στο σκότος και στο φως. Τι είναι αυτό που τον διώχνει από κοντά της; Ίσως το ίδιο που σε μερικά χρόνια θα τον έχει πλέον πείσει πως ποτέ δεν ένιωσε τίποτε.

(13:47) Ένα μικρό, συμβατικό αυτοκίνητο τρέχει στον αεροδιάδρομο. Φαντάζει τόσο γελοίο δίπλα στα μεγαθήρια που το περιβάλλουν. Είναι σαν ενοχλητικό κουνούπι το οποίο βουίζει στ’ αυτιά σου, κι ο μόνος λόγος που δε το λιώνεις είναι επειδή βαριέσαι να κουνήσεις το χέρι σου. Σταματάει δίπλα στο πράσινο αεροσκάφος της transavia. Ένα μεγάλο, κίτρινο λεωφορείο με διαφήμιση Hertz κινείται προς το ίδιο αεροπλάνο. Από μέσα του βγαίνει ένα πλήθος και επιβιβάζεται στο αεροπλάνο. Πόσο λιγότερο εντυπωσιακή είναι μια πτήση όταν δεν την βιώνεις εσύ. Πώς τα ξεθωριάζει όλα η πατίνα του χρόνου και της ρουτίνας, μετατρέποντας τις πιο σπουδαίες ηδονές σε βαρετά απογεύματα Τρίτης.

(13:52) Θυμάμαι πως αύριο θα επιστρέψω στο αεροδρόμιο, αυτή τη φορά για σκοπούς πιο πρακτικούς. Πετάω για Πετρούπολη το απόγευμα. Τόσους μήνες δούλευε και ωρίμαζε μέσα μου η σκέψη του ταξιδιού, κι όμως ήρθα νωρίτερα στο αεροδρόμιο, απροσδόκητα. Η βιομηχανία των αερομεταφορών κινείται με ασύλληπτους ρυθμούς, και μέχρι να προετοιμαστείς εσύ για το δικό σου ταξίδι, αυτή έχει εκτελέσει εκατομμύρια. Ωστόσο, μια περίεργη δυναμική κρύβεται μέσα σ’ όλα τα αντικείμενα του αεροδρομίου. Ο καφές που χρυσοπλήρωσα, οι ξύλινες προτηγανισμένες τηγανιτές πατάτες του τουρίστα παραδίπλα μου, οι ξύλινες προσεγμένες καρέκλες του “Goodbye”, ακόμη κι εγώ ο ίδιος έχουμε εμποτιστεί με τη δύναμη της δυνατότητας. Ο κόσμος είναι μια τεράστια μπίλια, κι όμως τη φέραμε έναν κύκλο. Ή καλύτερα, την φέρνουμε καθημερινά χιλιάδες κύκλους. 


(14:02) Μια μαμά κρατά στο ένα χέρι το μωρό της και στο άλλο μια σμαραγδί βαλίτσα. Έχει δεμένη στη μέση της μια ζακέτα άτακτα, της οποίας το ένα μανίκι κοντεύει να αγγίξει το πάτωμα. Κοιτώντας δεξιά, το πράσινο αεροπλάνο της transavia έχει εξαφανιστεί και, μέχρι να ξαναγυρίσω το κεφάλι, είχε εξαφανιστεί κι η μαμά με το μωρό της. Αυτός ο κόσμος τρέχει τόσο γρήγορα, που ακόμη και το τώρα είναι ξεπερασμένο. Έχει φύγει ήδη, από την έξοδο Α3. 

This Live Session has ended. See you next Friday.

Advertisements