ΜΙΑ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΟΔΥΣΣΕΙΑ – ST.PETERSBURG STORIES

Τις τελευταίες ημέρες -από το Σάββατο για την ακρίβεια- βρίσκομαι στην Αγία Πετρούπολη, ή αλλιώς «το πολιτιστικό κέντρο της Ρωσίας», ή αλλιώς -και ακριβέστερα, συμπληρώνω- «το μέρος στο οποίο θα σου πέσουν τα νύχια από το κρύο αν το επισκεφτείς Πασχαλιάτικα».

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Ήταν Σάββατο όταν, ενώ όλοι προετοιμάζονταν ψυχολογικά για σπάσιμο αυγών και κατανάλωση μεταμεσονύχτιας μαγειρίτσας, εγώ έκανα τη βαλίτσα μου και χτυπούσα το κεφάλι μου να θυμηθώ τι στον κόρακα ήταν αυτό που έχω ξεχάσει. Ρούχα, διαβατήρια, εισιτήρια, δεύτερο ζευγάρι παπούτσια, εσωθερμικά παντός τύπου, γάντια, σκούφοι και τετράδιπλα μπουφάν. Όλα φαινόντουσαν στη θέση τους. Έτσι, πήρα ταξί και πήγα στο αεροδρόμιο για να προλάβω την πρώτη πτήση, από Θεσσαλονίκη για Μόσχα.


Στην πτήση αυτήν όλα κύλησαν κανονικότατα. Ακόμη και το φαγητό ήταν αξιοπρεπέστατο, σε αντίθεση με το περσινό «σνακ» -ο Θεός να το κάνει- της πτήσης μου για Ρωσία (βλέπε εδώ). Οι επιλογές μας ήταν κάτι με κοτόπουλο και κάτι που δεν κατάλαβα. Προτίμησα το κοτόπουλο. Όταν ήρθε η ώρα του χυμού προτίμησα χυμό μήλου, γιατί δε θυμάμαι πως είναι ο χυμός πορτοκάλι κι επειδή ντρέπομαι να πως στη Ρωσίδα αεροσυνοδό «πιάσε ετούτο εδώ κουκλίτσα μου» και να δείξω με το δάχτυλο, αφού έχω δώσει έναν σκασμό λεφτά σε μαθήματα ρωσικής γλώσσας. Όσον αφορά τον καφέ, της ζήτησα σε άπταιστα ρωσικά να μου βάλει γάλα στον καφέ. Δεν ήθελα γάλα στον καφέ, αλλά θυμόμουν πώς το ζητάς. Εύκολο το έχετε;

Στον αέρα, οι αεροσυνοδοί έπαιζαν το εύκολο παιχνίδι «βρείτε τους Έλληνες». Μέσα στην σιγαλιά της πτήσης ακουγόντουσαν «έχει φέρει κανείς βότκα;», «αυτός ο μαλάκας έχει πάει τουαλέτα 10 φορές», «λογικά θα έχει συχνοουρία», «έχει δει κανείς την κωλάρα της αεροσυνοδού;» και άλλα τέτοια παρόμοια. Οι καημένοι μας συνεπιβάτες δεν είπαν κουβέντα ή, ακόμη κι αν είπαν, κανείς δεν τους κατάλαβε, διότι την είπαν στα ρωσικά.


Όταν προς τεράστια ευχαρίστηση των συνεπιβατών μας προσγειωθήκαμε στη Μόσχα, ήρθε και μας παρέλαβε ένα λεωφορείο. Νομίζοντας βλακωδώς πως η απόσταση που θα κάλυπτε το λεωφορείο είναι η τυπική απόσταση μερικών μέτρων που καλύπτει το λεωφορείο στο αεροδρόμιο «Μακεδονία» της Θεσσαλονίκης, γεμάτοι άγχος περιμέναμε να δούμε που μας πάει αυτό το καταραμένο λεωφορείο και γιατί τέλος πάντων αργεί τόσο πολύ. Αφού σπάσαμε τα νεύρα των συνεπιβατών μας και σε δεύτερο όχημα και σχολιάζαμε τους πάντες υποθέτοντας πως δεν μιλούν ελληνικά, φτάσαμε στο αεροδρόμιο της Μόσχας, σαν τον Οδυσσέα μετά από δεκαετή περιπλάνηση στο Αιγαίο πέλαγος.

Η διαφορά μας βέβαια με τον Οδυσσέα ήταν πως στην Ιθάκη δεν μας περίμενε η Πηνελόπη φορώντας ένα νεγκλιζέ, αλλά μερικές εκατοντάδες θυμωμένοι Ρώσοι που περίμεναν να περάσουν τον έλεγχο διαβατηρίων. Στηθήκαμε λοιπόν στην ουρά και ελιχθήκαμε άκρως ελληνικά, κυνηγώντας ευνοϊκή θέση στις καινούριες ουρές που άνοιγαν στην γιγαντιαία σάλα. Στις αριστερές ουρές, πολίτες της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Στις υπόλοιπες, οι αποδέλοιποι. Περιμέναμε προσπαθώντας να μαντέψουμε την εθνικότητα των διπλανών και ανησυχώντας μήπως μας ρωτήσουν τίποτε στον έλεγχο και δεν καταλάβουμε τι στον κόρακα μας λένε. Σε αυτές τις περιπτώσεις, βάζεις την κασέτα: «Με λένε Βασίλη, είμαι 21 ετών και τα καλοκαίρια πάω στη θάλασσα με αυτοκίνητο»- μια πρόταση άκρως άχρηστη όταν θα με βαράνε χαστούκια στο κρατητήριο.


Περνώντας επιτυχώς τον έλεγχο διαβατηρίων, ξεκινήσαμε να τσακωνόμαστε για το ποιον δρόμο πρέπει να ακολουθήσουμε για την πύλη μας. Αφού λοιπόν μπήκαμε 16 άτομα σε ένα ασανσέρ, φτάσαμε στον τρίτο όροφο και στον έλεγχο χειραποσκευών. Το «μπιτ-μπιτ» της θύρας ελέγχου και το «γδυθείτε κύριε» ακούγονται πολύ απειλητικότερα στα ρωσικά. Βεβαίως, όταν ο υπάλληλος μου είπε να βγάλω τα παπούτσια μου, εγώ του χαμογέλασα και πήγα να φύγω, διότι νόμισα πως μου είπε «στο καλό φιλαράκο μου». Αυτός με έπιασε από το χέρι και μου είπε «your shoes» με ακριβώς αυτήν την υπέροχη και απαράλλακτη σοβιετική προφορά των αγγλικών. Εγώ φορούσα αρβυλοειδή παπούτσια: μέχρι να τα βγάλω, να συνειδητοποιήσει πως δεν είμαι τρομοκράτης και να τα ξαναβάλω, είχαν περάσει και οι 15 συνταξιδιώτες μου και περίμεναν στην αίθουσα αναμονής.

Εγώ νομίζοντας πως χάνω την πτήση, άρχισα να τρέχω για να προλάβω την πύλη ανοιχτή, φωνάζοντας «με συγχωρείτε, παρακαλώ» σε άψογα ρωσικά. Τελικά, έφτασα στην πύλη και ρώτησα την υπάλληλο με κομμένη ανάσα «προς Πετρούπολη;» κι αυτή μου απάντησε με ένα βλέμμα «πώς κάνεις έτσι ρε ηλίθιε, ακόμη δεν άνοιξε η πύλη καλά-καλά». Έτσι, όχι μόνο έφτασα πρώτος με διαφορά, αλλά έφτασα και στις 00:00, Κυριακή του Πάσχα. Αυτό σημαίνει πως έκανα Ανάσταση μόνος μου, σε ένα πούλμαν με 4 Ρωσίδες γιαγιάδες οι οποίες πιθανώς να ήταν ζωντανές στην Οκτωβριανή επανάσταση.

Οι υπόλοιποι φίλοι μου, όντας Έλληνες μέχρι το μεδούλι, τσούγκριζαν κόκκινα αυγά και φώναζαν «Χριστός Ανέστη» στην αίθουσα αναμονής. Εγώ πάλι τον ανέστησα μόνος μου και στεναχωρήθηκα ιδιαιτέρως που δεν είχα κανένα δυναμιτάκι να πετάξω, ή έστω κανένα ταπεράκι μαγειρίτσα να φάω. Όλα κι όλα, καλή η Πετρούπολη, χρυσή, μαλαματένια, αλλά Πάσχα χωρίς μαγειρίτσα γίνεται; Δεν γίνεται.

Στην πτήση από Μόσχα προς Πετρούπολη τα πράγματα κύλησαν ομαλότερα. Όχι μόνο ήταν πολύ μικρότερη η απόσταση, αλλά κι εμείς ήμασταν πολύ κουρασμένοι και δεν είχαμε όρεξη για πολλά-πολλά. Το αεροπλάνο ήταν σχεδόν άδειο κι εμείς απλωθήκαμε όσο μπορούσαμε, ατενίζοντας τον εναέριο χώρο της νυχτερινής Ρωσίας. Σε κάποια φάση, πέρασαν οι αεροσυνοδοί και, μεταξύ άλλων, μας έδωσαν για σνακ ένα μανταρίνι. Έχετε ξανακούσει εσείς φρούτο σε πτήση; Αν είναι να εδραιωθεί αυτό, περιμένω πώς και πώς την ημέρα που η Aegean θα βάλει καρπούζι με φέτα στο μενού της.


Μετά από πολύωρο ταξίδι φτάσαμε επιτέλους στην Αγία Πετρούπολη και πήραμε τις βαλίτσες μας που περνούσαν από τον κινούμενο διάδρομο -ο οποίος φαίνεται να πηγαίνει γρήγορα μόνο όταν έχεις εντοπίσει την βαλίτσα σου και επιχειρείς να την πιάσεις από το χερούλι. Μόλις βγήκαμε έξω, συνειδητοποιήσαμε τι πάει να πει ρωσικό Πάσχα: στην Ελλάδα κάνουν μπάνιο στη Χαλκιδική κι εδώ μας πέφτουν τα νύχια από τη χιονοθύελλα. Ποτέ άλλοτε δεν ένιωσα τέτοια ανάγκη να με φωτίσει το Άγιο φως -τι διάολο, δε μπορεί, θα μας ζεστάνει λίγο.

Μας περίμενε ένας άνθρωπος με ένα μεγάλο βανάκι για να μας μεταφέρει στο ξενοδοχείο. Τον κοίταξα από ‘δω, τον κοίταξα από ‘κει· δεν κρατούσε καμία ταμπέλα που να γράφει ανορθόγραφα το όνομα του ανθρώπου που έκανε την κράτηση. «Έχε χάρη» του λέω «ρε φιόγκο, που δεν ξέρω πώς βρίζουν στα ρωσικά, αλλιώς θα σου ΄λεγα εγώ». Μα τι πράγματα είναι αυτά; Πού πάει αυτός ο κόσμος; Αν και εκνευρισμένος, του επέτρεψα να μας πάει στο ξενοδοχείο, ακόμη και μετά από αυτή του την αντιεπαγγελματική κίνηση.


Όταν μετά από αυτήν την μίνι σοβιετική αργοναυτική εκστρατεία φτάσαμε έξω από το ξενοδοχείο, δώσαμε έναν μικρό αγώνα για να καταλάβουμε πού ακριβώς είναι η είσοδος: μπήκαμε σε μια πίσω αυλή, φωνάζαμε στη μέση του δρόμου, χτυπούσαμε λάθος πόρτες και παίρναμε τηλέφωνα γνωστούς και φίλους που ενδεχομένως γνωρίζουν κάτι παραπάνω. Τελικά, εντοπίσαμε μια πόρτα που έμοιαζε σαν είσοδος ξενοδοχείου, η οποία ήταν εφοδιασμένη με ένα καντράν για εισαγωγή κωδικού. Αρχίσαμε λοιπόν να βάζουμε κρίσιμες ιστορικές ρωσικές ημερομηνίες στο ειδικό καντράν (ίδρυση Αγίας Πετρούπολης, Οκτωβριανή επανάσταση, θάνατος Λένιν) και, όπως είναι φυσικό, ακριβώς επειδή όλες αυτές οι βλακείες είναι ικανές να γεμίσουν καρότσα μεγάλου κάρου, η πόρτα δεν άνοιξε. Τελικά, η διευθύντρια του φροντιστηρίου μου πήρε τηλέφωνο τον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου, κι αυτός της είπε «σπρώξε την πόρτα», όπερ και εγένετο. Κανείς δεν είχε σκεφτεί να σπρώξει την πόρτα. Και δες που έτσι άνοιξε.



Αφού κάναμε μια πρώτη βουτιά στο πέλαγος του σοβιετισμού ανεβαίνοντας 4 ορόφους αυτού του ρωσικού ξενοδοχείου, φτάσαμε στα δωμάτιά μας -τα οποία, παρά το παραπλανητικό περιτύλιγμα, είναι εξαιρετικά αξιοπρεπή. Εκεί, συνειδητοποίησα πως δεν έχω φέρει ούτε φόρμα, ούτε σαγιονάρες. Μα πού έχω το μυαλό μου ο καψερός; Ποια μου έχει κλέψει την καρδιά; Ποια πόλη, ποια χώρα, ποια θάλασσα με ταξιδεύει τώρα; Извините пожалуйста (=με συγχωρείτε παρακαλώ), λέω του ιδιοκτήτη. Και μόλις πάω να τον ρωτήσω αν έχει καμιά παντόφλα να μου δώσει, κοιτάω κάτω και αντικρίζω ετούτες τις παντόφλες.


Τίποτα φιλαράκο, του λέω. Χίλιες φορές ξυπόλητος, παρά αυτό το πράγμα. Όλα κι όλα, για μια υπόληψη ζούμε.

Όταν γράφονται αυτές οι γραμμές είναι Δευτέρα, 2μιση το ξημέρωμα και βρίσκομαι σε μια 24ωρη καφετέρια της Αγίας Πετρούπολης ακριβώς απέναντι από το ξενοδοχείο. Η σερβιτόρα με στραβοκοιτάει και το γκαρσόνι μου έφερε τον καπουτσίνο γαρνιρισμένο με κανέλα και σοκολάτα σε σχήμα λουλουδιού, κλείνοντάς μου το μάτι. Νομίζω πως είναι μια καλή στιγμή να αρχίσω να ανησυχώ.

Goingpro / Keep Going

Advertisements